Η Πέμπτη ξημέρωσε λαμπρή. Διαύγεια. Εκπαγλη, γλαυκή Αττική, οδυνηρά διαυγής: σε αναγκάζει να σκεφτείς, αφού τη νιώσεις. Διέσχισα μισοάδειους δρόμους, με κλειστά μαγαζιά και βιαστικούς διαβάτες, είδα τους λόφους και τα βουνά να στέφουν το λεκανοπέδιο, από το Αιγάλεω όρος ώς την Πεντέλη και στο βάθος τη θάλασσα να αστράφτει. Η Αθήνα ήταν όλη ο ουρανός της, χθες. Ομορφη και λιτή, αυστηρή, σαν σμιλεμένη κόρη αρχαϊκή.

Στο πίσω μέρος του υπερφωτισμένου μυαλού φώλιαζαν ωστόσο οι άνθρωποι. Αγωνιούντες άνθρωποι, κάτοικοι αυτού του διαυγούς θαύματος, άνθρωποι του μόχθου, νοικοκύρηδες, επιστήμονες, έμποροι, Ελληνες που αγωνιούν για το σκοτεινό παρόν και τους τρομάζει η σκέψη του μέλλοντος. Χιλιάδες, μυριάδες αγωνιούντες συνέρρεαν μπροστά από το Κοινοβούλιο, ζητώντας να εισακουστούν από τους εκλεγμένους αντιπροσώπους τους, να ακούσουν τη μαρτυρία τους, την απόγνωσή τους. Εχει ξαναγίνει αυτή η τελετουργική συνάθροιση των απεγνωσμένων, πολλές φορές. Και πάντα έφευγαν άπρακτοι, όλο και πιο απεγνωσμένοι, ποτέ δεν έμαθαν αν και πότε θα τελειώσει το μαρτύριο.

Ετσι σωρεύτηκε η ανημπόρια, σαν διάλυση κάθε ροής του βίου, σαν αλλεπάλληλη διάψευση, σαν διαρκής κατάπληξη. Κι έτσι μεταλλάχθηκε σε κακοήθη νεοπλασία: σε κανιβαλισμό εαυτών και αλλήλων, η μια ομάδα εναντίον της άλλης, όλοι εναντίον όλων. Υπό την αρχαία διαύγεια αναδύεται το αρχαίο νείκος. Τυφλό, μοιραίο, ολέθριο. Αγέλες υαινών ενάντια σε πεισμωμένους εγωτιστές, μέλανες εναντίον ερυθρών, παλούκια εναντίον σφυριών, φωτιές επί κεφαλών αθώων, αλληλολιθοβολισμός συμπολιτών και συμπατριωτών, αδελφός εναντίον αδελφού. Κι ένας εργατικός, πατέρας δύο παιδιών, αφήνει την τελευταία του πνοή απέναντι από το δακρυσμένο, ασφυκτιών Κοινοβούλιο. Ιδού η μεγαλύτερη ήττα, η βαρύτερη, η ιστορική: ενώπιον της αβύσσου, αντί να ενωθούν δυνάμεις και ψυχές, τα πνεύματα διχάζονται, τα σώματα χτυπιούνται και πέφτουν.

Η ώρα περνούσε, ο ήλιος βασίλευε, η τυφλότης θριάμβευε. Μέσα κι έξω απ’ τη Βουλή αλληλοκατηγορίες, εκβιασμοί, απελπισιά: «μέσ’ ς’ τήν ψυχή μου / Κάθου κρυμμένη, ἀπελπισιά, καὶ κοίμου.» (Δ. Σολωμός)

Συγκρίναμε την αβάσταχτα ωραία Αττική, όπως ξεπρόβαλε τούτη την Πέμπτη 20 Οκτωβρίου, με τη δυσοίωνη μητρόπολη του μίσους, που έφερε η νύχτα. Τι έχουμε μπρος στα μάτια μας, ανάμεσα στα δάχτυλά μας, και πώς κυλά και το χάνουμε: το φως, τη φιλότητα, τον λόγο. Θυμηθήκαμε τα αγαπημένα λόγια του Καμύ, ανθρώπου της Μεσογείου σαν εμάς:
«Eκείνος που εργάζεται σκληρά, ανάμεσα σε μιαν άχαρη γη και ένα σκοτεινό ουρανό, μπορεί να ονειρεύεται μιαν άλλη γη όπου ο ουρανός και το ψωμί θα ήταν ανάλαφρα. Eλπίζει. Eκείνοι όμως που το φως και οι λόφοι τούς γεμίζουν κάθε ώρα της ημέρας, δεν ελπίζουν πια. Δεν μπορούν πια παρά να ονειρευτούν ένα αλλού φανταστικό. Eτσι, οι άνθρωποι του Bορρά δραπετεύουν στις ακτές της Mεσογείου, ή στις ερήμους του φωτός. Oι άνθρωποι όμως του φωτός, πού αλλού θα μπορούσαν να δραπετεύσουν αν όχι στο αόρατο;»

φωτ.: http://artsailor.blogspot.com

Advertisements