You are currently browsing the monthly archive for Οκτώβριος 2011.

Μπλέ πλακίδια ιζνίκ, Νικαίας, πλάι στον μεσογειακό αστικό κήπο, σε ένα σπίτι ανοιχτό από παντού, πλάι σε θερμές ζωγραφιές α λά Ματίς και βιβλία, πολλά βιβλία, και με ανθρώπους που αφουγκράζονταν τα βάσανα του χρεωμένου ελληνισμού, τα βάσανά τους. Ο κήπος τύλιγε το ορθάνοιχτο σπίτι, έμπαινε μέσα του, κι η νυχτερινή ψύχρα υπενθύμιζε ότι ακόμη και στην νοτιοανατολική Μεσόγειο ο Οκτώβριος οδηγεί προς τον χειμώνα. Σ’ ένα τέτοιο σπίτι-αγκαλιά, σπίτι-φυτό, στην καρδιά της Λευκωσίας, σαν αυτά που αποθαύμαζε ο Σεφέρης παλιότερα στην Αμμόχωστο, μια σύναξη Ελλήνων αναζητούσε ειδήσεις απ΄το παρόν και πατήματα για το μέλλον, ανήμερα του Αγίου Δημητρίου.

Τηλεφωνήματα, τουίτερ, sms ολονύχτια. Εφερναν θραύσματα ειδήσεων και ευχές για τον Δημήτρη, καθώς η συζήτηση φιδοσερνόταν αμφίβουλη ανάμεσα στην επανεκτίμηση του παρελθόντος, το ψηλάφισμα του παρόντος και τις προβολές στο μέλλον. Οι Κυπραίοι ανησυχούσαν για τη μητρόπολη και για τις τράπεζες τους, οι Αθηναίοι τους συμβούλευαν να μην κάνουν ίδια λάθη στο ελληνικό κρατίδιο του Νότου. Ανασαίνοντας Ανατολή, ακούγοντας Βρυξέλες και Αθήνα, νιώσαμε το πολλαπλό μεταίχμιο: ιστορικό, γεωγραφικό, ψυχικό. Νιώσαμε ότι ο ελληνισμός είναι ευρύτερος του κράτους των Αθηνών, είναι, όπως μου έγραφε ο Βρυξελιώτης φίλος, μια μεγάλη διάρκεια της Μεσογείου, που επέζησε κρατών και καταστροφών, υποδουλώσεων και αλλοιώσεων και συμφυρμών. Εκεί στο άκρο της Μεσογείου όπου μιλιέται η ελληνική, μπορείς να νιώσεις βαθύτερα την ιστορία, να σου αποκαλυφθεί παρούσα και συνεχής, δρώσα και επείγουσα. Ζούσαμε πάντα με αυτή τη γλώσσα, σε αυτές τις συντεταγμένες, σε αυτή τη λεκάνη. Θα συνεχίσουμε να ζούμε.

Το τωρινό μεταίχμιο, πολλαπλό, σφοδρό, οξύστομο, μάς καλεί να αναλογιστούμε πώς θα συνεχίσουμε να ζούμε. Μέσα στο ρήγμα, ανάμεσα στις κοφτερές αιχμές του βαρύτατου χρέους και της απειλούμενης απομείωσης της εθνικής κυριαρχίας. Με βάρος και απειλή, φτωχοί και περιορισμένοι. Χωρίς να μπορούμε να διαλέξουμε μεταξύ πλούτου και ελευθερίας ― τα χάνουμε και τα δύο. Ομως όχι όλα κι όχι για πάντα. Αλλά πρόσκαιρα και εν μέρει. Τα είχαμε άφθονα, πληθωρισμένα, και την ειρήνη και την ευμάρεια και την ανεξαρτησία και την ελευθερία, και τα νομίσαμε αυτονόητα από καταβολής, χαρισμένα χωρίς αγώνα, διατηρούμενα χωρίς τίμημα. Σφάλαμε. Η ελευθερία δεν δίδεται.

Ακούγεται, όλο και πυκνότερα: Να έρθει ο ξένος να αναλάβει, να βάλει τάξη, εμείς αποτύχαμε. Δηλαδή, για να σωθεί η απολεσθείσα ευμάρεια, ας θυσιαστεί η ελευθερία· για να γλιτώσουμε από τον φαύλο εαυτό, ας υποδουλωθούμε. Ακούγεται και πυκνώνει.
Η ελευθερία είναι ευθύνη, η βαρύτερη όλων. Και είναι επιλογή. Κανείς δεν σώζεται αν δεν το θέλει, κανείς δεν είναι ελεύθερος χωρίς θυσίες. Απ’ το μεταίχμιο δεν θα βγούμε ίδιοι, η κρίση μάς δοκιμάζει και ήδη μας δείχνει άλλους. Αλλά θα ζήσουμε μες στη μεγάλη μας διάρκεια, είμαστε δεμένοι μαζί της: «O κόσμος / ξαναγινόταν όπως ήταν, ο δικός μας / με τον καιρό και με το χώμα». (Γ. Σεφέρης, Εγκωμη)

Advertisements

Μια λέξη για τις μέρες που ζούμε: μετεωρισμός. Μετέωροι νιώθουν οι Ελληνες, σε μια χώρα που μετασχηματίζεται σε χώρο ρευστό, άγνωστο, σχεδόν απειλητικό. Ή μήπως αποσυντίθεται; Σίγουρα αποσυντίθεται το πολιτικό σκηνικό, όπως το γνωρίσαμε: το “όλον” ΠΑΣΟΚ συρρικνώνεται ταχύτατα, και όλες οι στρώσεις του αναζητούν απεγνωσμένα τρόπους πολιτικής επιβίωσης. Δεν θα επιβώσουν. Αποσυντίθεται ο οικονομικός κορμός της χώρας, με τις παθογένειες και τα ελλείμματά του. Αποσυντίθεται και ο κοινωνικός ιστός, πρωτίστως δια της φτωχοποίησης των μεσοστρωμάτων. Ολες αυτές οι διαδικασίες, βίαιες ούτως ή άλλως, τελούνται υπό ξένη εποπτεία, με διαρκώς μειούμενη την εθνική κυριαρχία, με την κυβέρνηση και το κοινοβούλιο να παρακολουθούν άφωνοι τις εξελίξεις.

Ολα μαύρα; Οχι. Ασφαλώς θα πονέσουν πολλοί αθώοι και αδύναμοι, αλλά μετά την αποσύνθεση, ή και ταυτοχρόνως, εμφανίζονται ήδη τα πρώτα σημάδια μετασχηματισμού. Η μείζων παρέμβαση του κουρέματος του χρέους και η εμφανής υποχώρηση της ελληνικής διοίκησης ενώπιον της μόνιμης επιτροπείας, οδηγούν τη χώρα σε εκλογές. Πολύ σύντομα. Οι εκλογές δεν θα δώσουν οριστική λύση, αλλά τουλάχιστον θα αποσυμπιέσουν εν μέρει τη χύτρα, και θα ανανεώσουν ευρέως το πολιτικό προσωπικό. Οι πρίγκιπες της Μεταπολίτευσης θα εξαφανιστούν ή θα λουφάξουν. Στην πολυκομματική Βουλή που θα προκύψει θα εμφανιστούν πολλά νέα πρόσωπα ― και δεν θα είναι τα γνωστά σελέμπριτι, θα είναι και άνθρωποι υποψιασμένοι για μεγάλες δυσκολίες. Εφόσον η κάλπη ακολουθήσει κάπως την παρούσα δημοσκοπική τάση, τα μικρότερα κόμματα θα εμφανιστούν με πολλά νέα πρόσωπα, χωρίς εμπειρία ίσως αλλά σίγουρα φρέσκα.

Η πολιτική αλλαγή δεν θα πραγματοποιηθεί μόνο εντός Βουλής. Βλέπουμε ήδη να ξεπροβάλλουν κινήσεις προσώπων από διάφορες αφετηρίες, με διάθεση να διαδραματίσουν ενεργό ρόλο στα κοινά, είτε ως δεξαμενές προβληματισμού είτε ως ομάδες πίεσης και λόμπι είτε ως άτυπες δυνάμεις δράσης (task force) έτοιμες να συμμετάσχουν στη διακυβέρνηση. Η ρητορική, η καταγωγή και ο ιδεολογικός χρωματισμός αυτών των προσώπων διαφέρουν, κινούμενα σε ευρύτατη γκάμα: πρώην φιλομνημονιακοί, εκσυγχρονιστές, φιλελεύθεροι, ριζοσπάστες, τεχνοκράτες, αποσυνάγωγοι κομμάτων μαζί με τυπικά απολίτικους και εμπρηστικά αντικομματικούς.

Υστατος παράγων στη συνάρτηση μετεωρισμού: η διαφαινόμενη αύξηση εκλογικής επιρροής των αριστερών κομμάτων. Θα μεταφραστεί και σε αυξημένη πολιτική παρέμβαση; Αγνωστο. Πολλοί αριστεροί νιώθουν άστεγοι. Μετεωρισμός, παντού. Η πολιτική επανεφευρίσκεται.

Τρεις σταθμοί στη ρητορική του ΠΑΣΟΚ, από την επιβολή του Μνημονίου έως σήμερα, μέρες χρεοκοπίας και καλπάζουσας φτωχοποίησης. Πρώτος: συλλογική ενοχοποίηση, μαζί τα φάγαμε, φταίει ο υδραυλικός. Για το χρέος που σώρευσε η κακοδιαχείριση και η διαφθορά φταίει η κοινωνία. Σοκ και δέος λοιπόν για την κοινωνία. Και δίλημμα: Μνημόνιο ή χρεοκοπία.

Δεύτερος σταθμός, όταν πλέον το Μνημόνιο είχε φουντώσει την ύφεση, την ανεργία και το έλλειμμα, ενώ το χρέος σταθερά αυξανόταν: δεν φταίει η κυβέρνηση, φταίνει οι δανειστές. Φταίνε οι άλλοι, οι κακοί οι ξένοι, οι ανάλγητες αγορές, αλλά ποτέ το εγχώριο πολιτικό σύστημα που σώρευσε το χρέος και επιτάχυνε την κρίση. Πάντα φταίει ο άλλος.

Τρίτος σταθμός. Εχουμε πόλεμο, να σώσουμε την πατρίδα ψηφίζοντας κι άλλους φόρους, κατεδαφίζοντας το εργατικό δίκαιο, ρημάζοντας τη μικροϊδιοκτησία και τους ελεύθερους επαγγελματίες, κατάσχοντας μισθούς και συντάξεις για χαράτσια.

Η πατρίδα εν κινδύνω επανέρχεται όλο και συχνότερα στον λόγο του πρωθυπουργού και των υπουργών. Ποτέ άλλοτε στους μεταπολιτευτικούς χρόνους, οι Ελληνες πολιτικοί δεν κατέφυγαν με τέτοια σπουδή στην έννοια “πατρίδα” ― και ποτέ άλλοτε δεν έγιναν λιγότερο πιστευτοί. Είναι προφανές ότι η υπερβατική πατρίδα χρησιμοποιείται σαν καταφύγιο, για να αποκρυβεί η χρεκοπία της πολιτικής. Η λογόρροια σημαίνει την έκλειψη του λόγου. Αλλά η επίκληση της πατρίδας σημαίνει επίσης υπαρκτούς κινδύνους: όσο περισσότερο μιλιέται από τους ηγέτες η πατρίδα σε αυτό το συγκείμενο, τόσο περισσότερο συρρικνώνεται, τόσο περισσότερο απειλείται. Ο κυβερνητικός λόγος πλημμυρίζει πατρίδα σε μια συγκυρία κατά την οποία ομολογείται, από τους ίδιους τους κυβερνώντες, η απώλεια της εθνικής κυριαρχίας, και βιώνεται καθημερινά η ατομική και εθνική ταπείνωση.

Στις δύσκολες μέρες που έρχονται, η πατρίδα θα χρησιμοποιηθεί από πολλούς, με πολλές αποχρώσεις. Ωστόσο στην σφοδρή πολύπλευρη κρίση που ζούμε, η πατρίδα, ως υλικότητα, ως πεδίο αυτοαναγνώρισης, ως πεδίο συνάντησης ελεύθερων πολιτών, και ως πεδίο δημοκρατίας, θα ήταν ο μόνος κοινός τόπος που θα μπορούσε να ενώσει και να συνεγείρει το κερματισμένο και απογοητευμένο πλήθος. Ποιος πατριωτισμός όμως; Από τον ρομαντικό πατριωτισμό του 19ου αιώνα μέχρι τον συνταγματικό πατριωτισμό του Χάμπερμας, έχει κυλήσει πολλή ιστορία: εν ονόματι της πατρίδας έχουν διαπραχθεί ηρωικές πράξεις ελευθερίας αλλά και φρικαλεότητες.

Η κρίση εντούτοις ξεκαθαρίζει, βασανιστικά έστω, τις έννοιες και τους προσδίδει την ιδιαίτερη υπόστασή τους σήμερα. Πατρίδα εν κινδύνω σήμερα σημαίνει, όλο και περισσότερο, ότι κινδυνεύουν άμεσα η πολιτική ελευθερία και η δημοκρατία, ότι επαπειλείται οικονομικός ανδραποδισμός και αποσάθρωση του κοινωνικού σώματος. Βασανιστικά, επώδυνα, συνειδητοποιούμε ότι η υπερβατική πατρίδα είμαστε εμείς, η φθαρτή μας ύλη και οι ανθρώπινοι φόβοι μας, η ιστορία και το αβέβαιο μέλλον των παιδιών μας, δεν είναι ένας αδρανής στίχος του εθνικού ποιητή. Μάλλον: τώρα νιώθουμε ως τα τρίσβαθα τον εθνικό ποιητή, κάθε ποιητή, από τον Σολωμό και τον Παλαμά, έως τον Καβάφη και τον Ελύτη.

O Αντώνης μου γράφει μες στη νύχτα από μακριά: «Δεν υπάρχει πλέον σωτηρία για το σύγχρονο ελληνικό κράτος. Η ρητορική των επανεκκινήσεων και των ανορθώσεων εξαντλήθηκε. Εάν αυτό που μας κόφτει είναι η μοίρα του ελληνισμού, δηλαδή μίας από τις μεγάλες διάρκειες της Μεσογείου, τότε καλό θα είναι ν’ αρχίσουμε να μελετούμε αν υπάρχουν δυνατότητες ριζικής μεταπολίτευσης, δηλαδή συνέχισης του Ελληνισμού εν ετέρα μορφή».

Στη διπλανή μεγάλη διάρκεια της Μεσογείου, την italianità, προ ημερών λαός, χορός και μαέστρος τραγούδησαν ενωμένοι, δακρυσμένοι «Oh ma patria, si bella e perduta!» – Πατρίδα μου, τόσο ωραία και χαμένη! Οι Ιταλοί τραγουδούσαν την επανένωση της πατρίδας 150 χρόνια πριν, και ανησυχούσαν για τα τωρινά. Ετσι να τραγουδήσουμε κι εμείς στην πλατεία Συντάγματος και στην πλατεία Ομονοίας, λίγο πριν τα 200 χρόνια της Επανάστασης: «Oh mia patria, si bella e perduta!», προτού χαθεί, για να μη χαθεί. Σαν τον πατριώτη Βέρντι και σαν τον Ιερεμία: «Επί των ποταμών Βαβυλώνος, εκεί εκαθίσαμεν και εκλαύσαμεν εν τω μνησθήναι ημάς της Σιών. Επί ταις ιτέαις εν μέσω αυτής εκρεμάσαμεν τα όργανα ημών· ότι εκεί επηρώτησαν ημάς οι αιχμαλωτεύσαντες ημάς λόγους ωδών και οι απαγαγόντες ημάς, ύμνον· άσατε ημίν εκ των ωδών Σιών».

Πάντα θα εκβάλλουμε απ’ την αιχμαλωσία μες στη μεγάλη διάρκεια, εν τοιαύτη ή εν ετέρα μορφή.

φωτ.: Μονόδρομος. Athens Biennale 2011.

Θα παραμείνουμε χώρα της Δύσεως ή θα γίνουμε Λιβύη; Ρωτούσε ο συνομήλικος αργά μες στη νύχτα. Είχαμε δει νωρίτερα τον Καντάφι να σύρεται αιμόφυρτος απ΄το αλαλάζον πλήθος, ετοιμοθάνατος και νεκρός, είδαμε το σώμα του νεκρού να χτυπιέται και να βεβηλώνεται, είχαμε δει τον υπόνομο όπου κρυβόταν. Ηταν εικόνες φρικιαστικές. Ο ένοπλος όχλος σέρνει ένα πτώμα, όπως ο Μογγόλος έφιππος σέρνει το πτώμα του εχθρού του για να ταπεινώσει ακόμη και τον θάνατό του.

Το έχει περιγράψει συγκλονιστικά ο Ομηρος, προοικονομώντας κάθε μέλλουσα αφήγηση για τη φρίκη του πολέμου: το κουφάρι του Εκτορα σύρεται απ΄ το άρμα του Αχιλλέα. Και γνωρίζουμε την τραγική κατάληξη των υβριστών νικητών του πολέμου, αυτών που δεν σεβάστηκαν τη σορό του ηττημένου εχθρού, την ιερότητα του σώματος, τους βωμούς και τα γυναικόπαιδα των χαμένων.

Ο Λίβυος συνταγματάρχης υπήρξε πράγματι τύραννος του λαού του, αλλαζών, ημιπαράφρων, φονεύς. Αλλά και συνομιλητής των ηγετών δημοκρατιών της Δύσεως επί τέσσερις δεκαετίες: όλοι επισκέφθηκαν το τσαντίρι του φύλαρχου και συναλλάχθηκαν μαζί του. Ο Καντάφι προτίμησε να πολεμήσει εναντίον του λαού του, παρά να παραιτηθεί για να αποφευχθεί το λουτρό αίματος. Του έπρεπε η σκληρότερη τιμωρία. Εντούτοις, ακόμη και ο ειδεχθέστερος τύραννος αξίζει να πεθάνει αξιοπρεπώς, όχι γιατί του αξίζει προσωπικά, αλλά γιατί αυτή η τιμή, ο αξιοπρεπής θάνατος, πιστώνεται στους τυραννοκτόνους νικητές του, εφόσον ευαγγελίζονται μια πιο δίκαιη ελεύθερη κοινωνία, μια κοινωνία που σέβεται τους νεκρούς, που δεν σέρνει τα πτώματα στη σκόνη και στα σκυλιά.

Νομίζαμε ότι η εικόνα του τρομαγμένου ζώου Σαντάμ Χουσείν, συλληφθέντος σε λαγούμι, με ρυπαρή γενειάδα, καταδικασθέντος και απαγχονισθέντος εν τάχει, ήταν μια εικόνα ήδη βαριά για τον νεωτερικό άνθρωπο. Σφάλαμε. Η εικόνα του διαμελιζόμενου Καντάφι μάς υπενθυμίζει πικρά ότι η νεωτερικότητα δεν έχει τέλος…

Η Πέμπτη ξημέρωσε λαμπρή. Διαύγεια. Εκπαγλη, γλαυκή Αττική, οδυνηρά διαυγής: σε αναγκάζει να σκεφτείς, αφού τη νιώσεις. Διέσχισα μισοάδειους δρόμους, με κλειστά μαγαζιά και βιαστικούς διαβάτες, είδα τους λόφους και τα βουνά να στέφουν το λεκανοπέδιο, από το Αιγάλεω όρος ώς την Πεντέλη και στο βάθος τη θάλασσα να αστράφτει. Η Αθήνα ήταν όλη ο ουρανός της, χθες. Ομορφη και λιτή, αυστηρή, σαν σμιλεμένη κόρη αρχαϊκή.

Στο πίσω μέρος του υπερφωτισμένου μυαλού φώλιαζαν ωστόσο οι άνθρωποι. Αγωνιούντες άνθρωποι, κάτοικοι αυτού του διαυγούς θαύματος, άνθρωποι του μόχθου, νοικοκύρηδες, επιστήμονες, έμποροι, Ελληνες που αγωνιούν για το σκοτεινό παρόν και τους τρομάζει η σκέψη του μέλλοντος. Χιλιάδες, μυριάδες αγωνιούντες συνέρρεαν μπροστά από το Κοινοβούλιο, ζητώντας να εισακουστούν από τους εκλεγμένους αντιπροσώπους τους, να ακούσουν τη μαρτυρία τους, την απόγνωσή τους. Εχει ξαναγίνει αυτή η τελετουργική συνάθροιση των απεγνωσμένων, πολλές φορές. Και πάντα έφευγαν άπρακτοι, όλο και πιο απεγνωσμένοι, ποτέ δεν έμαθαν αν και πότε θα τελειώσει το μαρτύριο.

Ετσι σωρεύτηκε η ανημπόρια, σαν διάλυση κάθε ροής του βίου, σαν αλλεπάλληλη διάψευση, σαν διαρκής κατάπληξη. Κι έτσι μεταλλάχθηκε σε κακοήθη νεοπλασία: σε κανιβαλισμό εαυτών και αλλήλων, η μια ομάδα εναντίον της άλλης, όλοι εναντίον όλων. Υπό την αρχαία διαύγεια αναδύεται το αρχαίο νείκος. Τυφλό, μοιραίο, ολέθριο. Αγέλες υαινών ενάντια σε πεισμωμένους εγωτιστές, μέλανες εναντίον ερυθρών, παλούκια εναντίον σφυριών, φωτιές επί κεφαλών αθώων, αλληλολιθοβολισμός συμπολιτών και συμπατριωτών, αδελφός εναντίον αδελφού. Κι ένας εργατικός, πατέρας δύο παιδιών, αφήνει την τελευταία του πνοή απέναντι από το δακρυσμένο, ασφυκτιών Κοινοβούλιο. Ιδού η μεγαλύτερη ήττα, η βαρύτερη, η ιστορική: ενώπιον της αβύσσου, αντί να ενωθούν δυνάμεις και ψυχές, τα πνεύματα διχάζονται, τα σώματα χτυπιούνται και πέφτουν.

Η ώρα περνούσε, ο ήλιος βασίλευε, η τυφλότης θριάμβευε. Μέσα κι έξω απ’ τη Βουλή αλληλοκατηγορίες, εκβιασμοί, απελπισιά: «μέσ’ ς’ τήν ψυχή μου / Κάθου κρυμμένη, ἀπελπισιά, καὶ κοίμου.» (Δ. Σολωμός)

Συγκρίναμε την αβάσταχτα ωραία Αττική, όπως ξεπρόβαλε τούτη την Πέμπτη 20 Οκτωβρίου, με τη δυσοίωνη μητρόπολη του μίσους, που έφερε η νύχτα. Τι έχουμε μπρος στα μάτια μας, ανάμεσα στα δάχτυλά μας, και πώς κυλά και το χάνουμε: το φως, τη φιλότητα, τον λόγο. Θυμηθήκαμε τα αγαπημένα λόγια του Καμύ, ανθρώπου της Μεσογείου σαν εμάς:
«Eκείνος που εργάζεται σκληρά, ανάμεσα σε μιαν άχαρη γη και ένα σκοτεινό ουρανό, μπορεί να ονειρεύεται μιαν άλλη γη όπου ο ουρανός και το ψωμί θα ήταν ανάλαφρα. Eλπίζει. Eκείνοι όμως που το φως και οι λόφοι τούς γεμίζουν κάθε ώρα της ημέρας, δεν ελπίζουν πια. Δεν μπορούν πια παρά να ονειρευτούν ένα αλλού φανταστικό. Eτσι, οι άνθρωποι του Bορρά δραπετεύουν στις ακτές της Mεσογείου, ή στις ερήμους του φωτός. Oι άνθρωποι όμως του φωτός, πού αλλού θα μπορούσαν να δραπετεύσουν αν όχι στο αόρατο;»

φωτ.: http://artsailor.blogspot.com

Είχαμε την αίσθηση ότι η κυβέρνηση απουσιάζει, ότι ο πρωθυπουργός έχει σιγήσει, ότι οι υπουργοί αδρανούν, περιμένοντας την κουρά και τους καβαφικούς βάρβαρους.

Λάθος. Την περασμένη Κυριακή, ο πρωθυπουργός εμφανίστηκε δις, με άρθρο ιστορίας ΠΑΣΟΚ και με συνέντευξη, ενώ κορυφαίοι υπουργοί επιδόθηκαν σε ένα νέο είδος επικοινωνίας: τη συλλογική αρθρογραφία. Το άρθρο των τριών υπουργών, Αννας Διαμαντοπούλου, Ανδρ. Λοβέρδου, Γ. Ραγκούση συγκέντρωσε το ενδιαφέρον, εις βάρος του πρωθυπουργού, και δικαιολογημένα: δείχνει όχι μόνο το ήθος των καιρών, αλλά και το σχήμα των πραγμάτων που έρχονται – ή τουλάχιστον την προσδοκία επιβίωσης του πολιτικού προσωπικού.

Το συλλογικό άρθρο παρουσιάζει ενδιαφέρον ως συμβάν, ως φόρμα και από τις συμπαραδηλώσεις του, πολύ περισσότερο από το περιεχόμενό του. Ως συμβάν: τρεις εν ενεργεία υπουργοί, και όχι ένας, απευθύνονται στο πανελλήνιο, σε συγκυρία κατάρρευσης του πολιτικού συστήματος. Αρα ομάδωση, πόλος εξουσίας, εν όψει ρήξεων και μετασχηματισμών. Οι τρεις αρθρογράφοι έχουν διαφορετική πολιτική και κομματική καταγωγή. Η κ. Διαμαντοπούλου ενηλικιώθηκε και ωρίμασε στο κόμμα και το κράτος, όλη η ζωή της είναι κομματική και κυβερνητική. Το ίδιο και ο κ. Ραγκούσης, σε πολύ χαμηλότερες θέσεις ωστόσο, έως ότου ο Γ. Παπανδρέου τον εκτόξευσε στην κυβερνητική κορυφή. Ο κ. Λοβέρδος έχει επιδείξει αξιοθαύμαστες ικανότητες, προσαρμογής στον καιρό και αλλαγής συμμάχων, πάντα με τον εκάστοτε νικητή. Παρ’ όλες τις διαφορές, οι κομματοθρεμμένοι και κρατικοδίατοι συγκλίνουν. Γιατί; Τους οδηγεί το ένστικτο επιβίωσης. Το ΠΑΣΟΚ ως κυβέρνηση και κράτος πεθαίνει, κι αυτοί δεν θέλουν να πεθάνουν μαζί του. Απαγκιστρώνονται από το βυθιζόμενο σκάφος, αποποιούμενοι ευθύνες, στρέφοντας τον προβολέα εκτός παιδιάς. Με τη φόρμα του άρθρου…

Η φόρμα του άρθρου υποδηλώνει παρατηρητή των γεγονότων, και όχι αυτουργό και υπεύθυνο. Διαπιστώσεις, περιγραφή, ανάλυση, εντοπισμός και καυτηριασμός των κακώς κειμένων, εντοπισμός υπευθύνων, έκκληση προς τους αιρετούς άρχοντες – αυτό είναι το άρθρο. Ο αρθρογράφος ευθύνεται μόνο για τις τρέχουσες παρατηρήσεις και επισημάνσεις του, δεν αναλαμβάνει την ευθύνη για το πώς φτάσαμε ώς εδώ, ποιος διαμόρφωσε τη δομή εξαχρείωσης, τον συντεχνιασμό και την ανομία. Ο αρθρογράφος δεν είναι ηγέτης, είναι παρατηρητής. Εξ ου και οι παρατηρήσεις του μπορούν να αποφεύγουν το οδυνηρό βάθος, την ανασκαφή της Μεταπολίτευσης, το πώς και το ποιοι έχτισαν τον συντεχνιασμό και την ανομία: ποιοι εξέθρεψαν τις φυλές των ΔΕΚΟ, ποιοι διόριζαν τους εαυτούς και τους συγγενείς τους σε χρυσοπληρωμένες αργομισθίες, ποιοι εξασφάλισαν συντάξεις από φαλιρισμένες ΔΕΚΟ, ποιοι αναρριχήθηκαν στα κομματικά οφίτσια και άλωσαν το κράτος, ποιοι δεν βρέθηκαν ποτέ στα ανταγωνιστικά έμπεδα της ελεύθερης αγοράς.

Ακόμη κι έτσι, όμως, χωρίς ανασκαφή, οι αρθρογράφοι περιέγραψαν το κόμμα τους, το κόμμα-βασίλισσα και τους κλώνους-κηφήνες. Κατά τούτο ήσαν ειλικρινείς αυτοπροσωπογραφούμενοι.

Οι κινητοποιήσεις των ταξιτζήδων τον τελευταίο καιρό έκαναν γνωστό τον πρόεδρό τους Θύμιο Λυμπερόπουλο και το άκρως επιθετικό του στυλ, με τις αποστροφές «θα πεθάνουμε όλοι», «θα τον λιώσω» κ.ο.κ. Αυτό που δεν γνώριζε ο πολύς κόσμος είναι ότι ο κ. Λυμπερόπουλος, τον οποίο διέγραψε προχθές από τη Νέα Δημοκρατία ο Αντώνης Σαμαράς, ήταν αναπληρωτής τομεάρχης Μεταφορών του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Η παρουσία αυτού του ανθρώπου, με το συγκεκριμένο πολιτικό ήθος, μας δείχνει ανάγλυφα μία από τις όψεις του τρομακτικού πολιτικού προβλήματος που συγκλονίζει τη χώρα: την ποιότητα του πολιτικού προσωπικού.

Υπάρχουν πολλοί σαν τον κ. Λυμπερόπουλο στα κόμματα, και εκατοντάδες άλλοι πολύ χειρότεροί του, είτε κατά την ποιότητα λόγου, σκέψης και πράξεων είτε κατά τον βαθμό εξάρτησής τους από εξωθεσμικά κέντρα είτε κατά τη φαυλότητα και ανικανότητα. Το διαπιστώνει εύκολα κανείς, παρατηρώντας ποιοι συνθέτουν τις κοινοβουλευτικές ομάδες, κι ακόμη περισσότερο όταν ακούσεις προσεκτικά τι λένε, στη Βουλή ή στα μήντια: αφόρητες κοινοτοπίες, ξύλινα λόγια, κενολογία, στόμφος, ατάκες, ευφυολογήματα, θραύσματα παροιμιών, ασυναρτησίες.

Σε μια μεγάλη παρέα πρόσφατα, αφού ακούσαμε λόγους πολιτικών ηγετών, αναρωτηθήκαμε: Υπάρχει Ελληνας πολιτικός σήμερα που να γνωρίζει ποιος είναι ο Νίκος Καρούζος, ο Χρήστος Καρούζος, ο Ζήσιμος Λορεντζάτος, ο Τάκης Παπατσώνης; Δύο απ’ αυτούς μάλιστα υπήρξαν κορυφαίοι δημόσιοι λειτουργοί. Μελαγχολικά καταλήξαμε ότι μάλλον ελάχιστοι τους έχουν ακούσει σαν ονόματα, σίγουρα κανείς δεν τους έχει διαβάσει. Συνάγεται αβίαστα από την ποιότητα του λόγου, από την ανυπαρξία αναφορών, λες κι ένα τεράστιο ρήγμα χωρίζει τους σημερινούς πολιτικούς άνδρες από όλη τη λόγια και δημώδη παράδοση του νεότερου ελληνισμού. Εξ ου και η έκπληξη (αλλά και η χλεύη!) των δημοσιολογούντων όταν ακούστηκαν στίχοι του Αρ. Βαλαωρίτη από τον βουλευτή Π. Κουρουμπλή και στίχοι του Οδ. Ελύτη από τον Αντώνη Σαμαρά.

H κρίση μεγέθυνε τις αδυναμίες και απογύμνωσε τους πολιτικούς, τους έδειξε όπως είναι: λίγους, αδύναμους, ανεπαρκείς. Ελάχιστοι διασώζονται, κι αυτοί δεν είναι αρκετοί να αλλάξουν τη συνολική εικόνα ή να αλλάξουν τον ρουν των εξελίξεων. Το ζήτημα όμως τώρα δεν είναι να ελεεινολογήσουμε το υπάρχον πολιτικό προσωπικό, αλλά να αναρωτηθούμε, αφενός, γιατί τους εξέλεγε επιμόνως ο ελληνικός λαός, τόσα χρόνια, αφετέρου, ποια είναι η προοπτική εφεξής, τι μπορεί να ανοικοδομηθεί επί των ερειπίων του παλιού κόσμου.

Η απάντηση αναπόφευκτα στρέφεται στην πελατειακή σχέση ψηφοφόρου-πολιτικού, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί από καταβολής του ελληνικού κράτους. Είναι μια ισχυρή εξήγηση, αλλά δεν είναι αρκετή. Η πελατειακή σχέση ισχύει και σε άλλες χώρες, με άλλες μορφές, και πάντως είναι σύμφυτη του κοινοβουλευτισμού και της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Υπό μία έννοια μάλιστα είναι και φυσιολογική: ο εντολέας περιμένει συνέπεια από τον εντολοδόχο, συνέπεια λόγων και πράξεων, εκπλήρωση υποσχέσεων. Το προέχον είναι η ποιότητα των εντολοδόχων και η ποιότητα των συνομολογήσεων.

Στον πολιτικό βίο της Μεταπολίτευσης παρατηρήσαμε μια σταθερά αυξανόμενη εξαχρείωση των προσώπων και των συνομολογήσεων, που έφτασε στη διάλυση του κράτους και στη διάχυση μιας πολιτικής κουλτούρας παρασιτισμού, απαξίωσης του δημόσιου χώρου, εκχώρησης της πολιτικής ισχύος σε εξωθεσμικά κέντρα και σε φαύλους διαμεσολαβητές. Την πρώτη ευθύνη τη φέρουν ασφαλώς οι εντολοδόχοι, οι αιρετοί, αλλά δεν είναι άμοιροι ευθυνών και οι παραθεσμικοί παράγοντες, όπως επίσης και οι ίδιοι οι πολίτες που εθελουσίως έθεσαν εαυτούς σε ένα ιδιότυπο status πολιτικού ανδραπόδου. Η καθυστέρηση των παραγωγικών δομών και η παρασιτική οικονομία ήρθε ως αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής της αμοιβαίας εξαχρείωσης: οι πολιτικοί και οι κρατικοδίαιτοι διαπλεκόμενοι εσκεμμένως δεν προήγαγαν τον ουσιώδη εκσυγχρονισμό της οικονομίας· οι φεουδαρχικές δομές υπηρετούσαν πολύ πιο αποτελεσματικά τις επιδιώξεις κυριαρχίας τους επί των πολιτών-πληβείων. Οι πληβειοποιημένοι, με τη σειρά τους, επέλεγαν την ευκολία ενός διορισμού και όχι τη δοκιμασία μιας εργασίας, κι αν δεν συμμετείχαν σε αυτό το σπιράλ δεν είχαν πολλές δυνατότητες να ενταχθούν αλλιώς στην παραγωγή.

Μεγάλο μέρος του μικρομεσαίου πλήθους δεν βολεύτηκε σε αυτή την εξαχρειωτική δομή. Δημιούργησε εργασίες, επιστήμη, τέχνη, συχνά εναντίον ενός κατάφωρα εχθρικού περιβάλλοντος. Δεν μπόρεσε όμως να αλλάξει τη δομή εξαχρείωσης, δεν μπόρεσε να εισχωρήσει στον ιστό εξουσίας, ακριβώς διότι οι κυβερνώντες αναπαρήγαγαν τους εαυτούς τους και φύλαγαν σθεναρά τις θέσεις. Και στα δύο μεγάλα κόμματα εξουσίας η είσοδος, η μύηση, η αναρρίχηση ξεκινούσαν από πολύ νωρίς, από το οικογενειακό περιβάλλον ή απ’ τα σχολικά χρόνια, και εν συνεχεία υπήρχαν ισχυρά φίλτρα καθ’ οδόν προς την κορυφή. Τα κόμματα που έφτασαν την Ελλάδα σε αυτό το σημείο είχαν προ πολλού μετατραπεί σε μηχανισμούς νομέων εξουσίας, οι οποίοι κατανοούσαν την κοινωνία μόνο ως δεξαμενή ψήφων και των οποίων το μόνο μέλημα ήταν η παντί τρόπω πολιτική επιβίωση και ο προσωπικός πλουτισμός – και είναι ακόμη και αυτή τη στιγμή της καταστροφής.

Τι μπορεί να γίνει; Γνωρίζουμε τι δεν πρέπει να γίνει. Τι δεν πρέπει να επαναληφθεί. Γνωρίζουμε ότι οι περισσότεροι του Ancien Regime θα εξαφανιστούν. Από κει και πέρα, όλα είναι ανοιχτά. Σύμφωνα με το αισιόδοξο σενάριο, νέα πρόσωπα, νέα υποκείμενα, νέες δυνάμεις θα αναδυθούν. Δεν μπορούμε παρά να ελπίζουμε.

Γιατί θέλετε να κάνετε κατάληψη; Για να χάσουμε μάθημα χωρίς να πάρουμε απουσίες. Οι πιο ειλικρινείς και συνειδητοποιημένοι μαθητές των λυκείων, περιγράφουν με ακρίβεια το βαθύτερο κίνητρο των καταλήψεων: είναι η αθώα κοπάνα, σύμφυτη της εφηβικής συμπεριφοράς, γνωστή σε όλους. Ολοι υπήρξαν έφηβοι και μαθητές, όλοι γνωρίζουν την επιθυμία απόδρασης από το σχολικό πρόγραμμα, τη μύηση στην περιπλάνηση, το διάλειμμα ενός μικρού ρεμπελιού. Οι γενιές των Πανελληνίων έχουν βιώσει επιπλέον το λύκειο σαν τη βάρβαρη άγονη ανηφόρα των Πανελληνίων, που καίει το σχολείο και τη δημιουργική μάθηση.

Κοπάνα, λοιπόν. Θεμιτή. Ας κάνουν κοπάνα τα παιδιά, πάντα κάνουν. Αλλά πόσο θεμιτή και ωφέλιμη είναι η κατάληψη του σχολείου σήμερα, τον βαρύ χειμώνα του 2011, στην άγρια δοκιμαζόμενη Ελλάδα της χρεοκοπίας; Ποιος ωφελείται από το νεκρό δημόσιο σχολείο, όταν μάλιστα φέτος αυτό το σχολείο πιέζεται πολλαπλώς και αφόρητα από περικοπές προσωπικού, καθυστερήσεις βιβλίων, αλαλούμ μεταθέσεων, αλαφιασμένους νεόπτωχους καθηγητές, ταλαιπωρημένους ή άνεργους γονείς;

Ας το πούμε: στο σκοτεινό παρόν της Ελλάδας, το σχολείο μπορεί και πρέπει να μείνει ένα λιμάνι υπήνεμο, όσο είναι δυνατόν, όπου θα σφυρηλατείται ένα άλλο μέλλον. Οι έφηβοι μαθητές πρέπει να παραμείνουν προφυλαγμένοι από την κοινωνική τρικυμία, συγκεντρωμένοι στη μάθηση και στο παιχνίδι, να βιώσουν με τους όρους τους το πέρασμά τους στην ενηλικίωση. Αλλά όχι με αυτές τις άγονες ρουτινιάρικες καταλήψεις, που ανοίγουν τον δρόμο για βάνδαλους και ναρκέμπορους: όχι παντού, όχι πάντα, αλλά γνωρίζουμε πια ότι οι 15χρονοι και 16χρονοι δεν ξενυχτάνε στα σχολεία τους για να τα περιφρουρήσουν από εξωσχολικά στοιχεία. Μόλις κουραστούν και νυστάξουν, θα πάνε σπίτι να κοιμηθούν, και θα αφήσουν το σχολείο τους ανυπεράσπιστο.

Αυτό ακριβώς, ο ανυπεράσπιστος δημόσιος χώρος, συνιστά ένα από τα μείζονα συμπτώματα της ελληνικής ασθένειας, κι αυτό οφείλουμε να αντιστρέψουμε στους εφήβους, στα παιδιά μας, με το ζωντανό μας παράδειγμα: να τα μάθουμε να σέβονται, να αγαπούν και να προστατεύουν τον δημόσιο χώρο, σαν το σπίτι τους. Αυτό θα είναι και το σημείο ανάκαμψης για το συλλογικό ήθος, αυτό θα είναι και η έμπρακτη μεταμέλεια των προηγούμενων γενεών, ημών των γονέων.

Το λεηλατικό και πελατειακό κράτος υπέθαλψε την περιφρόνηση προς τον δημόσιο χώρο, τον πρόσφερε πλιάτσικο σε κλεπτοκρατικές ελίτ, βορά σε πειναλέους πελάτες. Η συρρίκνωση, η ταπείνωση, η υποβάθμιση του δημόσιου χώρου όμως είναι συρρίκνωση της Δημοκρατίας, φέρνει κοινωνική φτώχεια, ηθική ένδεια, βαθαίνει τα ταξικά χάσματα. Το βανδαλισμένο σχολείο, ο συμφυρμός ντίλερς και συμμοριών στα αθηναϊκά προαύλια μαζί με άπραγα παιδιά των λαϊκών και μεσαίων στρωμάτων απειλεί να αποσπάσει βίαια την Ελλάδα από την κοινωνική ειρήνη και να την οδηγήσει στην γκετοποίηση, στην ενδημική βία των φυλών και των νεανικών συμμοριών, κάτι ανάμεσα σε «Κουρδιστό Πορτοκάλι» και συμμορίες του Λος Αντζελες. Δεν απέχουμε πολύ, και η θύελλα της ύφεσης θα επιδεινώνει διαρκώς τα υλικά δεδομένα. Η αλβανοελληνική συμμορία των νεαρών και ανηλίκων με τα Καλάσνικοφ ήταν παιδιά της διπλανής πόρτας, λήστευαν και βίαζαν για πλάκα, χωρίς αίσθηση κινδύνου. Ζούσαν πλάι μας.

Εχουμε χίλιους λόγους να είμαστε εξοργισμένοι με το πολιτικό σύστημα που οδήγησε τη χώρα σε αυτό το χάλι. Και χίλιους τρόπους να αντιδράσουμε. Το κατειλημμένο, βανδαλισμένο σχολείο όμως δεν συνιστά λυσιτελή διαμαρτυρία. Απλώς ρημάζουμε ένα κύτταρο του κοινού μας σώματος πολύτιμο, ανεξαγόραστο. Κανείς πολιτικός δεν θα ιδρώσει, θα αφήσουν τα σχολεία να βουλιάξουν, όπως τα νοσοκομεία, τα γηροκομεία, τα κέντρα ψυχικής υγιεινής και απεξάρτησης, όπως τόσα άλλα πράγματα. Το κράτος που ξέραμε, ως δοχείο παραπόνων, απλώς δεν υπάρχει πια. Εσβησε. Το δημοκρατικό κράτος και τον δημόσιο χώρο οφείλουμε τώρα να τα υπερασπιστούμε εμείς, οι πολίτες, συντεταγμένα, δημοκρατικά. Κάθε κυψέλη του δημόσιου βίου πρέπει να μείνει ζωντανή και λειτουργική. Το σχολείο είναι από τις πολυτιμότερες. Αυτό το δημόσιο σχολείο, που απαξιώθηκε και συκοφαντήθηκε και παραμελήθηκε, με ευθύνη συχνά και των δασκάλων και των γονιών, το σχολείο που μισήθηκε από τα παιδιά σαν κάτεργο και διάδρομος προς ΑΕΙ, αυτό το σχολείο πρέπει να το φυλάξουμε σαν τη φωτιά του Προμηθέα.

Να κάνουν κοπάνα τα παιδιά. Να περάσουν τις μυητήριες τελετές τους οι έφηβοι. Αλλά στην παρούσα στενωπό, τούτο τον σκληρό χειμώνα του 2011-12, ας σταθούμε πλάι τους, γονείς και δάσκαλοι, για να κρατήσουν τα σχολεία τους ανοιχτά, ζωντανά, δημιουργικά, παιγνιώδη, εκκολαπτήρια για τη νέα Ελλάδα.

Ο πρώτος Ελληνας αξιωματούχος που μίλησε περί μειωμένης εθνικής κυριαρχίας ήταν ο κ. Βαγγέλης Βενιζέλος, αμέσως μόλις ανέλαβε αντιπρόεδρος και υπουργός Οικονομικών, τον Ιούνιο 2011. Το τετράμηνο που ακολούθησε, επανέλαβε αυτή την οδυνηρή διαπίστωση, έως και χθες, από το βήμα της Βουλής. Τώρα όμως πολύ πιο κουρασμένος και κατηφής, ηττημένος.

Είναι φανερό και στον πιο αδαή περί τα πολιτικά Ελληνα ότι η εκλεγμένη κυβέρνηση δεν κυβερνά. Η δημοσιονομική και η εν γένει οικονομική πολιτική πηγάζει από την τρόικα, και μαζί τους και η εργατική και ασφαλιστική-προνοιακή νομοθεσία. Η κυβέρνηση απλώς εκτελεί, με παλινωδίες, δισταγμούς, αντιφάσεις, εκβιάζοντας εαυτήν και αλλήλους. Αυτή η πολιτική, όπως και όσο εφαρμόζεται, μαζί με την συνακόλουθη εφιαλτική ύφεση, οδηγεί με καταιγιστικό ρυθμό σε βίαιη υποτίμηση εισοδημάτων και περιουσιακών στοιχείων, ιδιωτικών και δημόσιων, σε τεράστια ανεργία και σε πληβειοποίηση της μεσαίας τάξης.

Το πιο επίφοβο αποτέλεσμα που επιφέρει το σοκ της εσωτερικής υποτίμησης είναι η βίαιη κοινωνική αποδιάρθρωση. Η πληβειοποίηση των εκετενέστατων μεσοστρωμάτων συνιστά μείζονα ιστορικό μετασχηματισμό, τέτοιας εντάσεως που υπονομεύει τα θεμέλια της κοινωνίας, της ειρηνικής συνύπαρξης. Διότι η Ελλάδα απαρτίζεται, σε συντριπτικό ποσοστό, από μεσοστρώματα· ήταν και είναι μια μικρομεσαία θάλασσα. Η υπερχείλιση του χρέους απεκάλυψε τις βαθύτερες δομές της κλεπτοκρατίας, δηλαδή κατέδειξε το δριμύ πολιτικό πρόβλημα, αλλά κατέδειξε επίσης το παραγωγικό κενό. Τώρα εκλείπει βιαίως το εισόδημα, η συνέχουσα ύλη των μεσοστρωμάτων, η τροφοδοτούσα την ευημερία και την απορρέουσα κοινωνική ειρήνη.

Το φαινόμενο, η πληβειοποίηση της μεσαίας τάξης, δεν είναι μόνο ελληνικό, συμβαίνει, με άλλη ένταση, και στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ. Ο διακεκριμένος πολιτικός φιλόσοφος John Gray το διατύπωσε ως εξής: «Η μεσαία τάξη συνιστά μια πολυτέλεια την οποία ο καπιταλισμός δεν είναι πια σε θέση να πληρώνει». Η διαπίστωση αυτή εντούτοις ελάχιστα μάς παρηγορεί.

Σκουπίδια σωριασμένα στους δρόμους, βουνά, σκουπίδια σάπια, από αυτά που δεν πλησιάζουν ούτε οι μεταλλορακοσυλλέκτες με τα καροτσάκια. Ουρές στα βενζινάδικα. Κυκλοφοριακό χάος. Κλειστό το Σύνταγμα μονίμως. Κατειλημμένα υπουργεία. Ολες οι δημόσιες υπηρεσίες υπολειτουργούν. Τέσσερις πεινασμένοι Πακιστανοί ληστεύουν 86χρονη στην πλατεία Κολιάτσου, 12 το μεσημέρι, στην είσοδο της πολυκατοικίας· της παίρνουν την τσάντα και τη σακούλα με το ψωμί απ’ το φούρνο. Παιδιά από 15 έως 20 χρονών ληστεύουν και βιάζουν στα προάστια, με λεία μερικά κατοστάρικα, με 5 ευρώ μερδικό, πλιατσικολογούν ψυγεία, οδηγούν Μερτσέντες, σουλατσάρουν μες στα ληστεμένα σπίτια σαν χαρακτήρες του σινεμά. Σινεμά, αυτό ακριβώς: Η Αθήνα προβάλλεται σαν βίαιο φιλμ, ο καθημερινός βίος μοντάρεται με σκηνές από το Κουρδιστό Πορτοκάλι, το Suburbia, το Δώδεκα Πίθηκοι.

Η δυστοπία της Αργεντινής δεν είναι μακριά. Δεν θα είναι ίδια, αλλά θα συμβεί κάπως· το μυρίζεις στους δρόμους της πρωτεύουσας, οι άνθρωποι περπατούν νευρικοί, στις παρέες οι τσακωμοί ξεσπάνε με ασήμαντη αφορμή κι ύστερα ξεφουσκώνουν απότομα, ο καθείς αποσύρεται στον εαυτό του, στα διαδικτυακά φόρα φουντώνει ο πεσιμισμός και η απόγνωση, φυραίνει ακόμη και ο θυμός, απλώνεται η παγωνιά. Παρά την οργή και τη βία που εκπέμπουν οι αντιδράσεις των ψαλιδισμένων υπαλλήλων Δημοσίου και ΔΕΚΟ, η μεγάλη μάζα του αστικού πληθυσμού παραμένει παγωμένη από το φόβο της επόμενης μέρας.

Το ίδιο και περισσότερο παγωμένη είναι η ηγεσία. Χειρότερα: ο κόσμος έχει την αίσθηση ότι δεν υπάρχει ηγεσία, ότι η ελληνική κυβέρνηση παρακολουθεί παθητικά και δέχεται ό,τι της υπαγορεύουν, προκειμένου να λάβει τη δόση. Σαν δόση οπιούχου αναλγητικού: καλμάρει τον πόνο, αλλά η αρρώστια κατατρώει. Χειρότερα: ο κόσμος δεν βλέπει καμιά ηγεσία, κανένα σχήμα, καμία πρόταση, καμία σχεδία, για ν’ αρπαχτεί, να επιπλεύσει, να αντέξει το παρόν και να κοιτάξει το μέλλον.

Κι όμως, υπάρχει μέλλον. Πάντα υπάρχει. Το θέμα είναι αν και πώς θα μας περιέχει. Το θέμα είναι να διασώσουμε ό,τι διασώζεται, ό,τι αξίζει και χρειάζεται, να το στερεώσουμε, και να φτιάξουμε όλα τα υπόλοιπα από την αρχή. Το κράτος, τη διοίκηση, την παιδεία, τη δημόσια υγεία, την ασφάλεια, την κοινωνική πρόνοια, τη δικαιοσύνη. Την παραγωγή, την οργάνωση της εργασίας, την αποδοτικότητα. Δεν είναι όλα άχρηστα, δεν μας επιτρέπεται να τα αφήσουμε όλα να ρημάξουν ― δεν μας επιτρέπεται, με όρους ιστορικής επιβίωσης. Κανείς επίτροπος δεν θα μας σώσει, αν παραιτηθούμε, αν πρώτα εμείς δεν θέλουμε να σώσουμε τους εαυτούς μας, την αξιοπρέπεια μας, τη βαθύτερη ουσία της ιδιοπροσωπίας μας, την εθνική μας υπόσταση.
Τα σκουπίδια στους δρόμους, η ανασφάλεια στις γειτονιές, οι μπλοκαρισμένοι δρόμοι, οι αδρανείς υπηρεσίες, πρέπει να αναιρεθούν από εμάς τους πολίτες, αν θέλουμε να παραμείνουμε κοινωνία πολιτών και όχι άθροισμα δουλοπαροίκων και έρμαια συμμοριών. Υπερασπιζόμενοι τον δημόσιο χώρο τούτη τη στιγμή, με ατομικές υπερβάσεις, με αλληλεγγύη, με πανεθνικό συναγερμό, με δικαιοσύνη, διεκδικούμε το μέλλον.

H χθεσινή κατάρρευση των τραπεζικών μετοχών και η επιστροφή του δείκτη του Χρηματιστηρίου σε επίπεδα 1993 δείχνει τι περίπου μπορούμε να περιμένουμε για το ορατό μέλλον, στο οικονομικό πεδίο. Είκοσι χρόνια πίσω, στα χρόνια της τότε κρίσης χρέους και της τότε δημοσιονομικής προσαρμογής, με την ασθενή δραχμή σαν εργαλείο, χωρίς χρεοκοπία όμως, χωρίς επαχθή διακρατικό δανεισμό και χωρίς τη βίαιη εξάρθρωση της κοινωνίας που συμβαίνει τώρα.

Η κυβέρνηση Γ.Α. Παπανδρέου δεν αντιλαμβάνεται όμως την πραγματικότητα όπως την προεξοφλούν οι αγορές και όπως τη βιώνει οδυνηρά ο κόσμος. Ο πρωθυπουργός, εξουθενωμένος και σιωπηλός πια, παρακολουθεί τους Ευρωπαίους ομολόγους του να καθορίζουν το μέλλον της Ελλάδας ερήμην του και ερήμην μας. Ο δε αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Βαγγέλης Βενιζέλος, με ένα ιδιότυπο μείγμα κυνισμού και απογνώσεως, προσδιόρισε το επίπεδο τρέχουσας φτωχοποίησης του ελληνικού λαού: το έτος 2004.

Ο λαλίστατος κ.Βενιζέλος, ακριβώς εξαιτίας της ρητορικής του αυταρέσκειας, διέπραξε γκάφα δεινή. Το 2004, υλικά, είναι πολύ ανώτερο του 2011, πρωτίστως κατά τους δείκτες απασχόλησης και ανάπτυξης. Οι Ελληνες δεν επιστρέφουν στο κοντινό 2004· σε ορισμένα πεδία, όπως λ.χ. στην απασχόληση, καταβαραθρώνονται στις αρχές της δεκαετίας του ’60.

Συμβολικά, το 2004 ήταν το μεσουράνημα της αισιοδοξίας ― επίπλαστης, φουσκωμένης από υπερβολικές προσδοκίες και από την μεγαληγορία των πολιτικών ταγών περί ισχυρής Ελλάδος του ευρώ, των swaps, της δημιουργικής λογιστικής, της χρηματιστηριακής ευφορίας, του εύκολου δανεισμού. Το 2004 η Ελλάδα ήταν το εργοτάξιο της Ολυμπιακής Φρενίτιδας, της μόνης και τελευταίας ιδέας που συνέλαβε η άξεστη εγχώρια ελίτ. Ηταν η ιδέα που υπηρέτησαν αγογγύστως οι ιερείς του εκσυγχρονισμού, κι αυτή η ιδέα υλοποιήθηκε με κρατικό χρήμα, με δανεικά, αυτά που πληρώνουν τώρα ενοχοποιημένοι συνταξιούχοι, μισθωτοί και επαγγελματίες.

Ηταν μεθυσμένο το καλοκαίρι του Euro 04 και της τελετής έναρξης, με τι-σερτ Hellas. Οι Ελληνες δεν κοιτούσαν λογαριασμούς, δαφνοστεφείς έπιναν από κούπες πρωταθλητών και άκουγαν «εφκαριστούμε Ελλάντα» από τα χείλη αυτών που τώρα καταριούνται τους πονηρούς τεμπέληδες του Νότου.

Λάθος χρονολογία διαλέξατε, κ. Βενιζέλο. Μπορεί όμως και να λέτε εμμέσως μιαν αλήθεια: το 2004, η κορωνίδα της ανεμελιάς και της αισιοδοξίας, ενέκλειε ήδη τον σπόρο της καταστροφής. Οι Ελληνες είχαν παραδοθεί στα διακοποδάνεια, στα ΙΧ με άτοκες, στην απληστία, είχαν παραδώσει τα κλειδιά της δημοκρατίας στους φαύλους και τους κλεπτοκράτες, ζούσαν τη ζωή τους σαν ξέσαλο μεσημεριανάδικο. Ομως εσείς, σαν πολιτική τάξη, ιθύνουσα τότε και τώρα και από πολύ πριν, στήσατε εκείνο τον ορίζοντα προσδοκιών, εκείνο τον φενακισμό, εκείνο το ψέμα, διαβρώσατε κράτος και θεσμούς, αξίες, ήθη και ψυχές, εκθρέψατε διαπλεκόμενους και κλεπτοκράτες. Το χρυσωμένο ψέμα του 2004 σωρεύει τώρα ερείπια: αυτή, ναι, είναι η αλήθεια.

Η Σταδίου γέμιζε από διαδηλωτές, υπάλληλοι του Δημοσίου και των ΔΕΚΟ απλώνονταν προς το Σύνταγμα, άλλοι ανέβαιναν κόντρα την Πανεπιστημίου με ίδιο προορισμό. Το φθινοπωρινό φως, υπέροχο, αττικό, πλαισίωνε με απίστευτη διαύγεια κάθε κίνηση, κάθε σιλουέτα. Αντάλλαξα μερικές κουβέντες μ’ έναν Εγγλέζο δημοσιογράφο που δούλευε για την κινεζική τηλεόραση και μ’ έναν νεαρό φίλο διεθνολόγο. Δεν είχα δυνάμεις για άλλη ορθοστασία και κατηφόρισα: Καραγεώργη Σερβίας, Περικλέους, Αγίας Ειρήνης.

Τα μαγαζιά ήταν ανοιχτά. Kαι άδεια. Αδεια τα ρολογάδικα και κοσμηματοπωλεία της Περικλέους, άδεια τα υφάσματα, κομβία, φόδρες, είδη προικός. Μόνο τα καφενεία είχαν κόσμο: άνεργοι, άεργοι, αργόσχολοι, συνταξιούχοι, δεν ξέρω τι, ρουφούσαν ήλιο και εσπρέσο στην πλατεία Αγίας Ειρήνης, μια προστατευμένη φυσαλίδα, μια ιταλική πλατεία, σαν σκηνή θεάτρου. Καφές με τα μάτια μισόκλειστα κόντρα στο ηλιόφως, και τα γκαρσόνια να απομακρύνουν σθεναρά τους ζητιάνους. Ιδια η δράση και στον ήμερο πεζόδρομο της Αιόλου, δηλαδή απουσία δράσης: οι άνθρωποι κινούνται μαλακά, σχεδόν ακροποδητί.

Εξακολουθώ να ρίχνω κλεφτές ματιές μέσα στα μαγαζιά, πίσω από χτυπητές επιγραφές “Προσφορές”, “Μισοτιμής”. Οι εμποροϋπάλληλοι στέκονται αδρανείς, απαθείς, μερικοί βρίσκονται στο δρόμο και λιάζονται. Ο,τι είναι να συμβεί, θα συμβεί, ας συμβεί. Ενα εγκαταλειμμένο μαγαζί πάνω στην παλαίφατο Αιόλου έχει μισάνοιχτη πόρτα, κοιτάω μέσα: σκοτεινή αποθήκη, με τόπια υφάσματα απιθωμένα πρόχειρα, όρθια, ακουμπιστά σε σκελετούς ντέξιον.

Αντέχει ακόμη η Αιόλου, κρατάνε ακόμη οι μαζικές ανακαινίσεις μιας δεκαετίας, την κρατάει η νοικοκυροσύνη των εμπόρων. Ωστόσο κι εδώ πληθαίνουν οι μαύρες οπές των κλειστών, των ξενοίκιαστων, των φαλιρισμένων. Πληθαίνουν και τα καφενεία: φύτρωναν σαν μανιτάρια για τους σουλατσαδόρους, τις φυλές του φραπέ και του φρέντο, τώρα ποιους θα υποδέχονται; Τα βράδια ποιοι γεμίζουν τα μπαράκια που εποίκισαν την Πλατεία Καρύτση, τη Ρόμβης, την Κλειτίου, τη Βουλής, την Κολοκοτρώνη; Ποιοι ξοδεύουν οκτάευρα για μια μεζούρα αμφίβολου αλκοοόλ; Σαν νυχτοπεταλούδες μαζεύονται γύρω απ’ τη λάμπα του μπαρ, για εμβάπτιση στην κοινωνικότητα της μουσικής μες στο δρόμο, για να ξεχαστούν από τη σκληρή μέρα. Ποιος ξέρει…

Τούτη η ζώνη του άστεως έχει μεταπέσει από την ζωηρότητα, το νεύρο του εμπορίου, από τον μετρημένο χρόνο των χειροτεχνών και των μαστόρων, στη νωχέλεια του καφενείου, στη σκηνοθετημένο σπιντ του μπαρ. Η αλλαγή συντελέσθηκε πριν απ’ την κρίση· αλλά μήπως αυτή ακριβώς η μετάπτωση ήταν ένα σημάδι για την επερχόμενη κρίση; Μήπως ήταν ένα σημάδι για την απονεύρωση του παραγωγικού ιστού έως την εξάχνωσή του; Ενα σημάδι για την μετάβαση από τον έμπορο, επιχειρηματία, επαγγελματία, μαγαζάτορα, μάστορα, αρτιζάνο, στον υπάλληλο, τον εξαρτώμενο, τον ουσιαστικά ανειδίκευτο χαρτογιακά, τον έχοντα θέση εργασίας αλλά μη έχοντα επάγγελμα;

Στην Πραξιτέλους, ρωτάω τον καφεκόπτη τι είδους εσπρέσο έχει. Είναι τρίτη γενιά τεχνίτης και έμπορος, περιγράφει κάθε χαρμάνι με την προέλευσή του, το καβούρδισμα, το άρωμα, την τιμή. Ρωτάω το ίδιο σε ένα κατάστημα αλυσίδας franchise: η κοπέλα πρόθυμα μου αναφέρει ότι έχουν τον κλασικό και τον σπέσιαλ, ναι, αράμπικα νομίζει… Δεν ξέρει τι εμπορεύεται, γιατί βρίσκεται εκεί, αλλού θα ήθελε να βρίσκεται.

Κάπως έτσι μεταλλάχθηκε ο κόσμος στο εμπορικό καρτιέ: Από την τέχνη και τη γνώση, στην άγνοια και την κατανάλωση. Από τον βιωμένο χρόνο στον ξοδεμένο χρόνο, από τον χρόνο της παραγωγής στον χρόνο της κατανάλωσης, από την αυτονομία του παραγωγού και εμπόρου, του ελεύθερου επαγγελματία, στην εξάρτηση του υπάλληλου μιας μεγαλοεγχώριας ή πολυεθνικής εταιρείας. Η συγκέντρωση κεφαλαίου και εργασίας έπνιξε παραγωγούς, τεχνίτες, εμπόρους, τα καφενεία και τα ποτάδικα αντικατέστησαν τα υφασματάδικα και τα εργαστήρια. Η συγκέντρωση έφερε τη φούσκα, την κρίση, τη διάλυση. Τώρα διαλύονται και οι εξαρτημένοι, οι προνομιούχοι των ΔΕΚΟ, οι μικρογιάππηδες και οι white collars, τα στελεχάκια, οι μαστερούχοι με εξωτικές αγγλοειδικότητες στις επαγγελματικές κάρτες. Ολα ρευστοποιούνται, παλαιά και νέα και νεότατα.

Ξανακοιτώ με άλλο μάτι τους νωχελικούς θαμώνες των καφενείων στους πεζόδρομους του εμπορικού καρτιέ. Θα μπορούσαν να διαδηλώνουν στο Σύνταγμα για πετσοκομμένους μισθούς, μαζικές απολύσεις, εργασιακή εφεδρεία; Ισως. Εχουν σίγουρη δουλειά, σίγουρο εισόδημα, και δεν νοιάζονται; Μπορεί. Ή μήπως δεν έχουν τίποτε και ακριβώς επειδή δεν έχουν τίποτε να χάσουν πια, λιάζονται αδρανείς και ολιγαρκείς; Πιθανό κι αυτό.

Ολα είναι πιθανά. Ολα μπορείς να τα δεις, όλα μπορούν να συμβούν στην ηλιοστεφανωμένη Αθήνα, αυτό το ιστορικό φθινόπωρο του 2011.

Οι κλιμακούμενες απαιτήσεις της τρόικας ωθούν την παραπαίουσα κυβέρνηση πέραν των ορίων αντοχής της, και τη χώρα προς τις εκλογές ή άλλες πολιτικές εξελίξεις, ακριβώς δύο χρόνια από την ανάληψη της εξουσίας από το ΠΑΣΟΚ, υπό τον Γ.Α. Παπανδρέου. Ηταν τα κρισιμότερα χρόνια της μεταπολιτευτικής περιόδου και πρελούδιο για πολύ δύσκολους καιρούς. Η Ελλάδα βρίσκεται σε πτώση και μαρασμό, οι Ελληνες πλήττονται από κατάθλιψη και φοβία, περισσότερο κι από τη βίαιη, απότομη φτωχοποίηση. Τα δύο αυτά γεγονότα, ο μαρασμός και η διακυβέρνηση, συνδέονται, όχι μονοσήμαντα, αλλά συνδέονται. Και προφανώς η εύκολη οδός ανακούφισης από τον πόνο και τον φόβο των επερχομένων, θα ήταν η άμεση εξεύρεση υπευθύνων, ενόχων και αποδιοπομπαίων τράγων. Ομως όχι, η εύκολη οδός, το κυνήγι ενόχων και μαγισσών, θα ήταν επώδυνη οδός, ενδεχομένως με κόστος πολύ βαρύτερο από το όφελος της ανακούφισης.

Αυτό που προέχει σήμερα είναι να αντιληφθούμε ότι δεν κινδυνεύουμε μόνο από τη βίαιη υποτίμηση του ιδιωτικού και δημόσιου πλούτου, δεν κινδυνεύουμε από τη φτώχεια – αυτά έχουν ήδη συντελεσθεί και συντελούνται, χωρίς να μπορούμε να επηρεάσουμε άμεσα την τροπή τους. Πολύ περισσότερο κινδυνεύουμε από την απώλεια του φρονήματος, την απώλεια της εθνικής κυριαρχίας, την απώλεια της αξιοπρέπειας, ατομικής και συλλογικής, τη ρήξη της κοινωνική συνοχής, το ξεκούρδισμα των κρατικών λειτουργιών.

Η βίαιη υποβάθμιση εισοδημάτων και περιουσιών σοκάρει τόσο πολύ, που χάνουμε από την όρασή μας τους κινδύνους αποσάθρωσης του κοινωνικού οικοδομήματος, εξαιτίας της περικοπής πόρων και της κλιμακούμενης κόπωσης και αδράνειας των κρατικών μηχανισμών. Το πολλαπλασιαζόμενο κοινό έγκλημα, η γκετοποίηση εκτεταμένων ζωνών της Αθήνας, η εγκατάλειψη των αναπήρων και των μειονεκτούντων από το συρρικνούμενο κοινωνικό κράτος, η μαζική εξάπλωση επαιτών, ρακοσυλλεκτών και αστέγων, είναι τα ανησυχητικά σημάδια που πρέπει να αξιολογήσουν οι Ελληνες πολίτες. Και να αποφασίσουν: να πορευτούν στο εξής φτωχοί, αλλά με αξιοπρέπεια, με αυτοσεβασμό, με οργάνωση κοινωνίας, με ρυθμό βίου. Και να δράσουν αναλόγως, για να προστατέψουν πολύτιμες πολιτισμικές κατακτήσεις, αυτές που έως τώρα φάνταζαν αυτονόητες: να περπατάει ασφαλής στη γειτονιά του ο γέροντας, να λειτουργούν οι συγκοινωνίες, το νοσοκομείο, το λιμάνι, το σχολείο, η αποκομιδή απορριμμάτων. Δεν είναι αυτονόητο ότι θα λειτουργούν ευτάκτως όλα αυτά, εφόσον αδιαφορήσουν ή στασιάσουν οι εργαζόμενοι, αν ο καθείς στραφεί στον εαυτό του και στην κατατονία του, αν κυριαρχήσουν η μνησικακία, η πίκρα, ο τομαρισμός και η εμφύλια τυφλότης.

Ναι, βεβαίως, κάθε νοικοκυριό συγκροτεί τις στρατηγικές της επιβίωσής του, αλλά μαζί με την ατομική διάσωση έχουμε καθήκον να αναπτύξουμε πάραυτα στρατηγικές διάσωσης του δημόσιου χώρου, του δημοκρατικού κράτους, των θεσμών, των θεμελίων του και των λειτουργιών του. Εχουμε καθήκον να επιζήσουμε με αξιοπρέπεια, το χρωστάμε στην ιστορία μας και στα παιδιά μας.

 

Ερχόμουν από την οδό Αθηνάς προς την Ομόνοια. Το βλέμμα μου μόλις είχε απαγκιστρωθεί από την Ακρόπολη, αβάσταχτη, απόκοσμη, υπέροχη, μες στη αχλή της φθινοπωρινής λιακάδας. Λίγο προτού η Αθηνάς εκβάλει στην πλατεία, βρέθηκα αντιμέτωπος με ένα οπτικό και αισθητηριακό παράδοξο, ένα deja vu: στο χείλος του κεντρικού πλατώ αντίκριζα μια στοίβα σακιά τσιμέντο περιτυλιγμένα σαν δώρο με ελληνικές σημαίες. Μπεζ σακιά τσιμέντου Τιτάν, στοιβαγμένα σαν κυβικό ζιγκουράτ, κανονικό εξάεδρο, κι από τις κορυφές ξύλα ορφανά υψωμένα, μοναχικά, σαν τις αναμονές των οικοδομών. Ρωμαλέα φόρμα. Και ευτυχής χρωματική αντίστιξη: το λαμπερό γαλανόλευκο κόντρα στο θερμό-γαιώδες των σακιών με φαιά γράμματα ΤΙΤΑΝ. Γαλανός και άνω, ο ουρανός, γκριζομπεζ και κάτω, το αστικό πλατώ.

Η εικόνα, ο όγκος, η φόρμα, η αφήγηση, εκεί, στο πλαγιασμένο ηλιόφως του Σεπτεμβρίου, στον τραυματισμένο ομφαλό των Αθηνών, σε προφανή διάλογο με τον Παρθενώνα, στη ράθυμη κυκλοφορία του Σαββάτου, όλα μαζί με κεραυνοβόλησαν, αισθητικά, νοηματικά, συναισθηματικά. Βλάσης Κανιάρης, ψιθύρισα στη σύντροφό μου, και στάματησα.

Το βλέμμα μου ήταν ήδη γεμάτο, χορτασμένο, κατάπληκτο. Ηθελα όμως να το νιώσω από κοντά, να περπατήσω γύρω του. Πήγα πλάι του. Ημουν μόνος. Χάιδεψα τη στιβαρή φόρμα, το κύκλωσα, η καλύτερη όψη του, η πιο δυνατή, ήταν από την Αθηνάς, καθώς προσεγγίζεις την πλατεία. Το φωτογράφισα. Στο πεζοδρόμιο, μια πινακίδα, μνημόσυνο σ’ έναν σπουδαίο καλλιτέχνη, στοχαστικό, είρωνα, αιχμηρό και τρυφερό, έναν ιστορικό καλλιτέχνη για την μεταπολεμική Ελλάδα: Βλάσης Κανιάρης (1928-2011), Εις δόξαν, 1993, εγκατάσταση, Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης.

Πόσο Κανιάρης ήταν αυτό το έργο! Εργο ωριμότητας, μετά τον λυρισμό, μετά τα γαρίφαλα της χούντας, μετά τους εμιγκρέδες της Ευρώπης, περίπου ίδιας νοοτροπίας με το πικρό αγγούρι της εισόδου της Ελλάδας στην ΕΟΚ, την ειρωνική εγκατάσταση του 1988, υπό τον τίτλο “Ο,τι θέλει ο λαός”.

Τα τσιμέντα με την γαλανόλευκη, το 1993, ήταν ένας πικρός σχολιασμός για το ήθος της ανοικοδόμησης, για την Ελλάδα των μπετών και των αναμονών, για τους μικροαστικούς λουτροκαμπινέδες και τους οικισμούς αυθαίρετων εξοχικών, για τη βουλιμία του μετακατοχικού Ελληνα. Ο Κανιάρης, ο ζωγράφος των σκηνικών της «Στέλλας», είχε την ισοτρική πείρα, την ευαισθησία και τη ματιά, να εικονογραφήσει εκείνη την Ελλάδα, με αυτή την πικρή ελεγεία.

Πόσο διαφορετικά όμως κοιτούσα τώρα αυτό τον ειρωνικό απόηχο Κάλβου, το «Εις δόξαν», τούτο το αλλιώς μελαγχολικό, ιστορικό φθινόπωρο του 2011… Το «Εις δόξαν» του Κανιάρη σχολίαζε μια Ελλάδα αυθάδη, ανέμελη, άφθονη, αυτάρεσκη, με μια φόρμα ψευδομνημειακή: το τσιμέντο σκόνη διαρκεί όσο η ματαιοδοξία των ανθρώπων. Δεκαοκτώ χρόνια αργότερα, με την οικοδομή παγωμένη όσο και οι ψυχές των ανθρώπων, το έργο φαντάζει σαν ταφικό μνημείο: οι σημαίες τυλίγουν σαν σάβανο το υλικό της ματαιότητας, το αλαζονικό τσιμέντο είναι κτέρισμα άνευ αξίας για τις μέλλουσες γενιές.

Την ίδια στιγμή, το κουφάρι του ένδοξου παρελθόντος Τιτάν προβάλλει τόσο επίκαιρο, αντεστραμμένα επίκαιρο, καίριο. Στην Ελλάδα της πτώχευσης, τη λοιδορούμενη και πτυόμενη, τη φοβισμένη, την παγωμένη από ύφεση και φόβο, το μοντερνιστικό ζυγκουράτ του Βλάση Κανιάρη αποκτά νέο νόημα, γίνεται διδακτική υπόμνηση, μελαγχολική σύνοψη ιστορικής διαδρομής: από την αφθονία προς την σπάνη, από την αφροσύνη προς την οδυνηρή επίγνωση, από την αθωότητα προς την πτώση.

Τα εθνικά τσιμέντα με τις αναμονές ήταν η λοκομοτίβα του συλλογικού φαντασιακού, ήταν αυτοσκοπός, εκπλήρωση γειωμένων ονείρων, υλικό αυτοπραγμάτωσης ενός λαού μικροϊδιοκτητών, ήταν οι ένυλες Ιθάκες μικροοδυσσέων νοικοκυραίων και εργατικών. Και είναι τα εθνικά κιβούρια, τύμβοι πεσόντων από φόρους φονικούς. Πάνω στα τσιμέντα, τα πλακάκια, τους λουτήρες, τις βεράντες με φερ φορζέ, σε μάρμαρα, εντοιχισμένες κουζίνες και πιλοτές με γυαλισμένο SUV, στενάζει τώρα ο Ελληνας, φτύνει το γάλα της ανοικοδόμησης, γονατίζει απ’ τα δάνεια, αφυπνίζεται βίαια απ’ το όνειρο μισό αιώνα, από τις ερειπιώδεις αυλές της «Στέλλας» ώς τις αγωνιώδεις αναμονές της «Ευδοκίας», κι από κει στα ρετιρέ, τις μεζονέτες, τις βιλίτσες στα νησιά, στην πλησμονή, τον πληθωρισμό, την Υβρη.

Αγγιξα τα σακιά Τιτάν, ήταν ζεστά μεσημεριανά, σαν ψωμιά. Αγγιξα τις σημαίες, συνθετικό ύφασμα, νάιλον σχεδόν, σαν μεταξωτό. Σκεφτόμουν αν θα αντέξει η Δόξα τα πρωτοβρόχια. Πέρασα απ’ εκεί πάλι και ξανά ― η ιδια αισθητική αγαλίαση, η ίδια ιστορική μελαγχολία. Την περασμένη Δευτέρα, οι σημαίες είχαν εξαφανιστεί. Τα τσιμέντα ήταν στη θέση τους, γυμνά, μονάχα, χωρίς νόημα.

Οι μέρες της κρίσεως κυλούν αργά, βασανιστικά. Οι Ελληνες μετεωρίζονται αβέβαιοι, έρμαια του συνοφρυωμένου γέροντα Χρόνου, του αμφίβουλου Καιρού, κακόβουλου στο δικό μας παρόν. Σαν χάρτινα αθύρματα μας σηκώνει και μας στροβιλίζει ο Χρόνος, κρατώντας στα χέρια του δρεπάνι και κλεψύδρα, υπενθυμίζοντάς μας τη ματαιότητα του βίου αλλά και ότι ήμασταν ανέτοιμοι ακόμη και να αναλογισθούμε την κρίση.

Ενύσταξαν οι Ελληνες και εκάθευδον, σαν τις μωρές παρθένες του Ευαγγελίου, κρατώντας λαμπάδες χωρίς λάδι. Απέμειναν καθεύδοντες, με αδειασμένο κράτος, αδειασμένο από νόημα, χωρίς δομή και ζωτικότητα, χωρίς αποτέλεσμα. Απέμειναν καθεύδοντες, μαλθακοί και φενακισμένοι κι οι ίδιοι, ανεχόμενοι αχρείους άρχοντες και αλληλοεξαχρειούμενοι.

Ωστε όταν ο Αποκαλύπτων Χρόνος απεκάλυψε την κόρη του Αλήθεια, αυτή ήταν οδυνηρή για τους καθεύδοντες. Η αλήθεια απεκαλύφθη όχι μόνο ως ματαιότητα βίου, αλλά και ως κατάπληξη και πόνος. Και ως πικρή επίγνωση: οι Ελληνες ανακαλύπτουν ότι δεν έχουν κράτος, ότι κατόρθωσαν να το φθείρουν, να το ευτελίσουν μέχρις αφανισμού, μέχρι το σημείο να αγκομαχούν πια τα σχολεία, τα νοσοκομεία, οι συγκοινωνίες. Το άφησαν, το εγκατέλειψαν τρόπαιο στους προύχοντες κηφήνες στους λεηλάτες, να το διαμοιράζουν σαν λεία, κουρέλι κουρελάκι, εν όσω οι ίδιοι μετέπιπταν σε πλιατσικολόγους, μάζα πληβείων άβουλων και κυριαρχούμενων, εθελόδουλων. Συνέχεαν την ασυδοσία του πληβείου με την ελευθερία του πολίτη.

Ενώπιον του δραπάνου, λοιπόν. Για κούρεμα ή για αποκεφαλισμό. Αλλά και ενώπιον της κλεψύδρας, η οποία ρέει διαδοχικά αμφίδρομα· όταν στραγγίξει η άμμος κατά τη μία φορά, ο γέρων Χρόνος θα την αναστρέψει και θα αρχίσει νέα ροή. Το αβάσταχτο παρόν θα παρέλθει, θα περάσει μέσα απ΄τις ζωές μας, ο πόνος θα τελειώσει, θα αρχίσει νέα ροή, καθαρτήρια, λυτρωτική, αναγεννητική. Η αλήθεια πονά όταν αποκαλύπτεται, συντρίβει, και ύστερα γιατρεύει, αναγγενά. Τη λέμε Filia Temporis, Θυγατέρα του Χρόνου. Μητέρα της ελπίδας.

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

Twitting

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 989,804 hits
Αρέσει σε %d bloggers: