To περασμένο Σαββατοκύριακο κάτι άλλαξε στην Ελλάδα. Μερικές ώρες προτού ανοίξουν τα σχολεία χωρίς βιβλία, αλλά πάντα με τον βόμβο των παιδιών, μερικές ώρες προτού κάνει πρεμιέρα η πιο δύσθυμη χρονιά που θυμάμαι ως μεσήλιξ, προτού καν ακούσεις τον πελιδνό πρωθυπουργό να εκτοξεύει χείμαρρους άκυρων και καραfail, ανάκατη η πατρίδα και το δόγμα “ένας εργαζόμενος ανά οικονέγεια”, προτού καν ακούσεις τη λογόρροια του αντιπροέδρου, του “ντου” μ’ ένα χαράτσι σε κάθε ρολόι της ΔΕΗ, προτού ακούσεις πεντέξι υπουργάρες να σχολιάζουν αμερόληπτα ότι δεν υπάρχει κράτος και διοίκηση, δεν μπορούμε να μαζέψουμε φόρους, δεν λειτουργεί τίποτε, προτού καν σκεφτείς ότι μα τούτοι δω έστησαν έτσι αυτό το μαγαζί, δυσλειτουργικό και μπαταχτσίδικο, λελεηλατικό ξεκούρδιστο, τούτοι δω είναι είκοσι-τριάντα χρόνια βουλευτές και υπουργοί, ηγέτες, μάνατζερ οραματιστές, ιδρυτές προβληματικών και αχρείοι διοριστές, και τούτοι δω επευφημούνταν και υπερψηφίζονταν από κουτοπόνηρους πελάτες, προτού καν σκεφτείς, μόνο με ένα βλέμμα, και νοερά εισπνέοντας την περιρρέσουσα ατμόσφαιρα πολλών μηνών, εισπνέοντας ψέματα παλινωδίες αποτυχίες προπαγάνδα κοροϊδία, χωρίς να σκέφτεσαι, μόνο αναπνέοντας πια, ένιωθες πηχτή, υλική, αναπόδραστη, την ήττα.

Χωρίς θυμό, χωρίς οργή, χωρίς μίσος. Με παγωμένα τα αισθήματα. Με υπερδιαύγεια: είχε σκάσει η βόμβα, λάμψη γέμιζε τον ορίζοντα, αστραφτερό μανιτάρι σε σλόου μόσιον, φαντασμαγορία χωρίς ήχο, η βροντή δεν είχε φτάσει με το ωστικό κύμα, αλλά τα πλησιάζοντα είχαν φτάσει ήδη, πριν απ΄τη βοή τους. Κατάλαβαν όλοι, όσοι είχαν ήδη μισοκαταλάβει κι όσοι υποψιάζονταν κι όσοι έχασκαν ανυποψίαστοι.

Μετά. Μετά τη φαντασμαγορία, με τετελεσμένη την καταστροφή ως θέαμα, ως μανιοκατάθλιψη και βασανιστική διακεκομμένη συνεύρεση, αναλογιζόμαστε πώς θα είναι η Ελλάδα μετά. Δηλαδή, από δω και πέρα.

Μερικοί ευαίσθητοι οιωνοσκόποι, γραφιάδες δημοσιολογούντες, αλλά μη τυπικά επαγγελματίες, ας πούμε μπλόγκερ, περιγράφουν ήδη το μετά, τον βίο μετά το προαναγγλεθέν τέλος εποχής. Είναι τριάντα-κάτι, τριάντα παρά κάτι στην ηλικία, μορφωμένοι, πολυπτυχιούχοι, υπερμοντέρνοι, μέτοχοι της ημετέρας παιδείας. Δεν γκρινιάζουν, δεν απαιτούν, δεν μυκτηρίζουν. Διαπιστώνουν την πτώση. Τη διαπιστώνουν σαν μετάπτωση, από ένα habitus σε άλλο, από ένα ήθος βίου σε άλλο, από την υπόσχεση της αυτοπραγμάτωσης, έστω μακρινή, σε μια γυμνή ζωή, χωρίς αξιοπρέπεια. Δεν ζητούν λεφτά, χλιδή, αφθονίες· αξιοπρέπεια ζητούν, υπερηφάνεια, ορθία στάση. Ζητούν όσο μέλλον τους αναλογεί, τίποτε παραπάνω. Αντιγράφω:

«Οι συνθήκες μας κέρδισαν. Ήμαστε λίγοι, αδιάβαστοι, ανοργάνωτοι, χωρίς σκοπό και ιδέες. Οι νικητές τώρα μας πετάνε στα μούτρα, γελαστοί και αεράτοι, ατάκες του στιλ: ‘Μεταναστεύστε ή καθίστε εδώ και πληρώστε. Πληρώστε μέχρι να μη σας μείνει τίποτα. Χρήμα ή αξιοπρέπεια’[…] Ξαναλέω, το πρόβλημα δεν είναι τα λεφτά, το βιοτικό επίπεδο ή ακόμη και η φτώχεια. Είναι το ότι φτάνει στο ακρότατο όριο ένα ήδη υπάρχον φαινόμενο. Άνθρωποι αξιόλογοι, ωραίοι, όμορφοι, γεμάτοι γνώση και ταλέντα. Ήταν και πριν έξω απ’ όλα τα δημόσια τραπέζια, έξω απ’ όλα τα εντυπωσιακά πάρε δώσε. Ζούσαν όμως με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Τώρα, παλεύουν με νύχια και με δόντια για κάτι λιγότερο απ’ το ελάχιστο». (το βυτίο)

«Δεν φωνάζω “ψυχραιμία”, δεν συστήνω τίποτα. Λέω απλώς ότι βρισκόμαστε σε ένα σημείο που με σχετική ευκολία μπορούμε να ξεφορτωθούμε τα παλιά τοτέμ και ταμπού, που μας βάραιναν και μας καθήλωναν για δεκαετίες. Νομίζω ότι έχουμε την δυνατότητα να δημιουργήσουμε επιτέλους μια καινούργια γλώσσα, που θα εκφράζει τον καθέναν από μας, κυριολεκτικά, χωρίς ξεπερασμένα ρητορικά σχήματα και ανακυκλωμένα ευφυολογήματα. Ας αφουγκραστούμε μόνο τον μέσα μας εαυτό…» (fvasileiou)

«Οι ζωές που ζούμε δεν θα έπρεπε να είναι οι δικές μας. Αυτό το οικομικοκοινωνικοπολιτικό χάλι δεν μας αξίζει. Οι φίλοι μου κι εγώ είμαστε πολύ καλύτεροι απ’ αυτά τα σκατά που ζούμε. Κι έχω λυσσάξει». (ΠανωςΚ)

«[Θέλω μια μέρα] Να σαρκάσω τον κάθε επιστήμονα, τον κάθε διδάκτορα, τον καθένα που διέθεσε τα νιάτα του σε σπουδές για να παράγει έρευνα στο φαληρισμένο Ελλαδιστάν καθώς θα τον βλέπω να κυκλώνει αγγελίες για ντελίβερυ και πλασιέ στη χρυσή ευκαιρία. Τι ανάγκη έχουμε τόσους επιστήμονες; [Θέλω μια μέρα] Να πετάξω αυγά στον κάθε φιλόμουσο, φιλότεχνο και καλλιτέχνη γιατί ήμαστε μια χώρα με υπερπαραγωγή τέχνης και πολιτισμού και τι στο διάολο χρειάζονται τόσα θέατρα, τόσα ποιήματα, τόση λογοτεχνία τη στιγμή που υπάρχει το Mall, τα Starbuck’s και η τηλεόραση με το ψηφιακό σήμα;
Αλλά δε γίνεται. Δεν έχω μέσα μου τόσο εφεδρικό μίσος». (niemandsrose)

Η Ελλάδα Μετά.

εικόνα: Βλάσης Κανιάρης, Εις δόξαν. 1993. Εγκατάσταση. Ομόνοια, 17 Σεπτ. 2011.
Advertisements