Το καλοκαίρι υπόσχεται να μας σώσει από τους μαυρισμένους εαυτούς μας, να μας φωτίσει, να μας κάψει λυτρωτικά με το φως του, να μας αγκαλιάσει στα νερά του, να μας βυθίσει στα παιδικάτα και να μας απιθώσει παρηγορητικά στη μακρά διάρκεια, σμίγοντας μας με τη φύση σαν ύπαρξη και όχι σαν θέαμα, να μας συμφιλιώσει με τον τόπο, την ιστορία και τον κληρονόμο εαυτό μας, να μας πάρει τον στεναγμό και τον φόβο.

Την ώρα που ετοιμάζεται να με αγκαλιάσει η θάλασσα, αναθυμούμαι φευγάτα καλοκαίρια που σφράγισαν το πετσί, κεντήθηκαν στη μνήμη κι έκτοτε ανασβοβήνουν ολοένα πιο αδυνατισμένα, ολοένα πιο αγλαϊσμένα.

Σύμη, καλοκαίρι του Euro 2004, καύσωνας, εκρηκτική φασκομηλιά στο πυρωμένο διάσελο με το ξέπνοο Beverly, μεθυσμένοι διαπλέαμε έναν ωκεανό αρωμάτων και τρελών τζιτζικιών, μεθυσμένοι βουτήξαμε στα ευεργετικά νερά, κι ύστερα αφοσιώθηκα σ’ έναν μπουλούκο ίσαμε τεσσάρων ετών συστηματικά ανυπάκουο στις προσταγές του πατέρα και στις ικεσίες της πολυμωρομάνας. Ο μπουλούκος δεν άκουγε τ’ όνομά του (Θεολόγε, μη στα βαθιά! Οχι στο βράχο!), πείραζε τις τις ήσυχες, έυτακτες αδελφούλες του, παραπετούσε τα μπρατσάκια του, που δεν έστεκαν κιόλας στα Michelin φρατζολοχεράκια του, ξεγλιστρούσε ύπουλα σε ζαβολιές και ρίσκα. Σγουρομάλλης, έτοιμος να εκραγεί από πάχος και σκανταλιά, ο Δωδεκανήσιος Θεολόγος. Εξερράγη ο πατέρας με τα μισομαυρισμένα μπράτσα και πόδια, μέλη εργατικού που ηλιοκαίγεται καθώς δουλεύει, και κολυμπά μόνο Κυριακές. Γλίστρησε ο παχουλός θεούλης Σκάνταλος, βούλιαξε, κι ο πατέρας του αφού τον διέσωσε του ‘ριξε δυο παλαμιές στον αφράτο ποπό. Πλάνταξε ο ανυπάκουος, έσκισε όλη την βοτσαλωτή παραλία ο γόος και το παράπονό του. Εκλαιγε έως ότου τον έστρωσαν στο τραπέζι της ταβέρνας, στην παρηγόρια της τηγανιτής πατάτας. Τον κοιτούσα από δίπλα, με σαργούς και παγωμένο κρασί, και καθώς αποκάρωνα, με κοιτούσε κι αυτός απορημένος που τον κοιτούσα κι έπεφτε στους κεφτέδες, με το καπέλο ριγμένο πίσω.

Εγώ βρισκόμουν παραδομένος στο φασκόμηλο: με πήγαινε πίσω, πολύ πίσω, βυθιζόμουν στο άρωμα της Σύρου, η νήσος μοσχομύριζε φασκόμηλο όταν τη συνάντησα στα ’60s, το αφέψημά του δυνατό, αψύ, υπόπικρο, δροσιστικό, πολυθεραπευτικό, πότιζε τους τοίχους μινιόν καφενείων με ονόματα από τον αιγαιακό συναξαριστή, έτσι τα φαντάζομαι πια, η Ωραία Μύκονος, η Μυροβόλος Χίος, η Ανεμόεσσα Τήνος, το Ανδριακόν, παλαιοί οίκοι λουκουμοποιΐας, κότερα, ρυμουλκά και πιλοτίνες, κι όλη η αποβάθρα, περπατημένη από άνδρες κοντομάνικους και γυναίκες κλαρωτές φρεγάδες, μύριζε θυμάρι, ούζο, χταπόδι, Eau de Cologne απ’ τα κουρεία, αρμύρα λιμανίσια, σχοινιά στις δέστρες, ψαρίλα, τσιγάρα άφιλτρα και τσιγάρα βιρτζίνια των ναυτικών.

Ξαναμέθυσα με φασκόμηλο ένα θερινό απόγευμα στη Μύκονο, όταν ο περιβόητος Μίλτος, γυρολόγος-φιλόσοφος εκ Σύρου, λοταριατζής φυστικιών και μυθικών ροφών στους καφενέδες, πλασιέ μαντολάτου στο γήπεδο (δύο η χλέπα!), στρουθίον του ουρανού και αφρόψαρο του πελάγου, με τεράστιες χειλάρες και κοφτερές ατάκες αμφίστομες, σαν Αρχίλοχος και Διογένης μαζί, αυτός ο αρχαϊκός Μίλτος της Κέρου και της Δήλου, «βρέθηκα εδώ για εμπόριο, μάγκες!» δήλωσε μεγαλόπρεπα, κι απίθωσε στην πεζούλα μια κούτα Νουνού γεμάτη δεματάκια φασκόμηλο και μοσχοβόλησε η πλατεία, και τα πρότεινε προς πώληση σε έκθαμβους τουρίστες, την εποχή ανάμεσα στη χίππικη και την γκέι Μύκονο.

Να το καλοκαίρι του δαφνοστεφούς 2004, και μέσα του τόσα καλοκαίρια: Θεολόγος και φασκόμηλο, Εuro και βακχεία αμέριμνων, ανυπακοή και flânerie, μέθη αισθήσεων και δέσμες μνήμης, δοσίματα αδόκητα σε ακτές και εμπορειά, ξερονησίδες και ξωκλήσια, σουλάτσο, αργό ξεκούκισμα του χρόνου, απόνερα πλοίων νυκτερινών, φώτα μεσοπελάγου, φανερώσεις μεταφυσικές στην Παναγιά την Αγγελόχτιστη της Σίφνου, στο τηνιακό Σκυλαντάρ με ημισέληνο αγναντεύοντας τη βεγγαλική Μύκονο, με Περσείδες εφηβικού ρίγους στα ανοιχτά των πρωτοκυκλαδικών οικισμών του Τσούντα, με τον πύρινο δίσκο προβάλλοντα στη θάλασσα της Γυάρου, νύχτα θαυμάτων άγρυπνη στο ντεκ του Κολοκοτρώνη Καρλόβασι-Δωδεκάνησα, πευκώνες καριώτικοι και ταπεινά αρμυρίκια Ντελαγκράτσιας, στον πάγο της Εφταλούς με τις σέξι κορδέλες της Λουλούς εκ Παρισίων, στην υγρή άμμο του Πλατύ Γιαλού με τ’ αποτσίγαρα, όλα τα καλοκαίρια μας παρηγόρησαν, μας έθρεψαν και μας επανεκκίνησαν, κι όσα δεν θυμόμαστε ίσως βαθύτερα αυτά.

Αυτές τις αισθήσεις αναζητάμε πάλι, τώρα, τις λαχταράμε περισσότερο από ποτέ, παραμυθία, ζωτική μνήμη, φαντάσματα ιστορικά, συνέχεια ρωγμών. Αισθήσεις. Οι ψευδαισθήσεις ετελείωσαν.

φωτ.: Στράτος Καλαφάτης. Αθως, work in progress.

Advertisements