Χθες η Αθήνα του καύσωνα αλλού ήταν άδεια σαν αυγουστιάτικη κι αλλού ήταν πηγμένη κατακίτρινη, από ταξί απεργούντα. Αδεια-γεμάτη, παντού εν συγχύσει. Κίτρινες θύελλες στο λιμάνι και στο αεροδρόμιο, αλλά οι ταξιδιώτες έστεκαν ανήμποροι στο λιοπύρι, εφόσον δεν γνώριζαν ή δεν εξυπηρετούνταν από τα μέσα μαζικής μεταφοράς. Οι ταξιτζήδες διαμαρτύρονταν για το λεγόμενο “άνοιγμα” του επαγγέλματος, ουιαστικά για την απελευθέρωση των αδειών ταξί. Η διαμαρτυρία τους πήρε μορφή αναμενόμενη: με τα οχήματά τους προκάλεσαν έμφραγμα σε ορισμένους κόμβους. Οι αντιδράσεις ανάμικτες. Αφενός, αδράνεια, μια παράξενη αδιαφορία, σχεδόν μοιρολατρική· όλα έχουν συμβεί τον τελευταίο χρόνο. Ενημερωμένοι οι επιβιωτές της τρελοαθήνας, απέφευγαν συμφορημένους κόμβους, μετέθεταν ή ακύρωναν δουλειές στις καυτές ζώνες, αυτοσχεδίαζαν, εντέλει σιχτίριζαν κουρασμένα τους μάλλον αντιπαθείς, καίτοι πενόμενους πλέον, ταρίφες και συνέχιζαν τον συνήθη βίο μετ’ εμποδίων.

Η άλλη αναμενόμενη αντίδραση: βλάπτεται ο τουρισμός. Πράγματι βλάπτεται. Αλλά πόσα άλλα έχουν ήδη βλαφθεί και πόσα περισσότερα ακόμη θα βλαφθούν στα δύσκολα χρόνια πυο έρχονται… Η επωδός περί βλαπτόμενου τουρισμού, μαζί με τη νεύρωση «βλάπτεται η εικόνα της χώρας», απηχεί τον τρόπο που βλέπουμε τη χώρα, παραγωγικά, οικονομικά, υπαρξιακά: σαν τουριστικό προορισμό, και σαν βιτρίνα αδιατάρακτη, τακτοποιημένη, με γαλήνια μανεκέν και ζωηρές ταμπελίτσες τιμών και προσφορών. Λες και όλος ο παραγωγικός ιστός, όλος ο δημόσιος βίος, όλη η Ελλάδα, περιστρέφονται γύρω από τον τουρισμό, λες και ο τουρισμός από μόνος του μπορεί να απαντήσει στις αγωνιώδεις ανάγκες της χρεοκοπημένης χώρας, λες και είναι ο τουρισμός το μόνο και κυρίαρχο αναπτυξιακό πεδίο. Δεν είναι.

Η τουριστική δραστηριότητα αποδίδει σήμερα περίπου το 15,5-16% του ΑΕΠ, με προοπτική να φτάσει το 21-22% μετά δέκα χρόνια. Και απορροφά και το 18% του εργατικού συναμικού. Αυτό είναι. Σημαντικό πολύ αλλά οριακό. Το 84% του ΑΕΠ προέρχεται από άλλες δραστηριότητες. Ωστε η μόνιμη ανησυχία για τη διαταραχή του τουρισμού οφείλεται εν μέρει στην υπερβολικά έντονη εποχικότητα του ελληνικού τουρισμού και εν πολλοίς στις υπερβολικά μεγάλες προσδοκίες για τις σωτήριες επιδόσεις του. Η ανησυχία τρέφεται επίσης από την επίγνωση της χαμηλής ποιότητας υπηρεσιών και της ασυνεχούς, ασυνάρτητης πολιτικής τουρισμού, στο όριο της αυτοδυσφήμησης: αυτά είναι η πραγματική, διαρκής ζημιά.

Μα είπαμε νωρίτερα: το πήραμε απόφαση, ο βίος μας κυλά μετ’ εμποδίων, αργά, βασανιστικά, με αυτοσχεδιασμούς επιβίωσης και τελετουργικά σιχτιρίσματα.

Advertisements