Ουδείς επιθυμεί τη βία. Ωστόσο το φάντασμά της αιωρείται πάνω από την δοκιμαζόμενη Ελληνική Δημοκρατία, άρα η αντιμετώπισή της δεν μπορεί να διεξάγεται μόνο με εξορκισμούς και ευχολόγια. Ας τη σκεφτούμε επί της ουσίας, για να μπορέσουμε να αποτρέψουμε την εξάπλωσή της. Οι αποδοκιμασίες και οι προπηλακισμοί εναντίον πολιτικών πυκνώνουν, όσο πυκνώνουν τα μέτρα περικοπών και φορολόγησης, όσο εντείνεται η ύφεση και, κυρίως, όσο εντείνεται η ανασφάλεια. Η σχέση είναι γραμμική. Αντιστοίχως, όσο αυξάνονται το πλήθος και το πάθος των διαμαρτυρόμενων, τόσο αυξάνεται εξ αντιδράσεως η ένταση της αστυνομικής βίας, όπως φάνηκε την Τετάρτη των Χημικών, 29 Ιουνίου.

Είναι φανερό ότι έχει ανοίξει ένας ανατροφοδοτούμενος κύκλος έντασης, ο οποίος δεν πρόκειται να διαρραγεί με ρητορικές καταδίκες που συνδαυλίζουν την αμοιβαία καχυποψία, αλλά μόνο με άρση των γενεσιουργών αιτίων. Κι επειδή η άρση των αιτίων της οργής δεν είναι εφικτή βραχυπρόθεσμα, πρέπει ως κοινωνία να βρούμε επειγόντως τρόπους καταλλαγής, αν επιθυμούμε να αποφευχθεί ο αλληλοσπαραγμός.

Τη μεγαλύτερη ευθύνη την έχουν η κυβέρνηση, πρωτίστως, οι πολιτικοί φορείς και οι διαμορφωτές κοινής γνώμης. Το πλήθος, των αγανακτισμένων και των σιωπηλών, συνομιλεί με αυτούς τους φορείς, και εν πολλοίς καθοδηγείται. Για να κατευναστεί το πλήθος, απαιτείται μια ορισμένη ειλικρίνεια εκ μέρους των κυβερνώντων και των πολιτικών ταγών, απαιτείται παρρησία και ανάληψη ευθύνης. Μεγάλο μέρος της οργής προέρχεται από την ανειλικρίνεια των κυβερνώντων, τη διπλή τους γλώσσα, αλλλά και από την πεποίθηση ότι η κυβέρνηση δεν είναι ικανή να βγάλει τη χώρα από την κρίση. Αυτή η διάχυτη αίσθηση αδυναμίας, μια βαριά malaise, κατακλύζει όλη την κοινωνία, την οδηγεί σε ασφυξία. Για να ανακουφιστεί, η κοινωνία εντοπίζει την πηγή δυσφορίας της στην κυβέρνηση: την εξέλεξε για να διαχειριστεί την κρίση, να οδηγήσει τη χώρα στα υπήνεμα· μα η χώρα βυθίζεται ολοένα στην ύφεση και την αδυναμία. Η αυτοκριτική είναι οδυνηρή και δυσχερής, η αδράνεια μεγάλη, η μετατόπιση της ευθύνης στους ηγέτες είναι η πιο εύκολη λύση.

Σε αυτή την περίσταση η πολιτική τάξη οφείλει να διαδραματίσει το γονεϊκό της ρόλο, να διασκεδάσει τους υπαρκτούς φόβους του λαού, να κατευνάσει τα πάθη με τρόπους δημοκρατικούς, να αναλάβει την ιστορική ευθύνη που της έλαχε. Καθήκον του πολιτικού ηγέτη, πολλώ μάλλον του αιρετού, είναι να ενσαρκώνει την πατρική φιγούρα: να είναι δίκαιος, να θέτει όρια, να προστατεύει, κα καθησυχάζει, να συζητά ενδελεχώς, να δίνει το παράδειγμα, να θυσιάζεται, και μόνο εφόσον εξαντληθούν τούτα να τιμωρεί. Ο βουλευτής Χρ. Πρωτόπαπας, κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ και έμπειρος συνδικαλιστής, προ ημερών έδωσε ένα τέτοιο παράδειγμα έμπρακτης καταλλαγής: συζήτησε επί μιάμιση ώρα με ομάδα αγανακτισμένων πολιτών που τον προσέγγισαν σε ταβέρνα, και μάλιστα για το καυτό θέμα των βίαιων επεισοδίων της 29ης Ιουνίου. Ούτε αντεγκλήσεις ούτε γιαούρτια ούτε βέβαια σωματικές απειλές· απλώς, συζήτηση. Ανάληψη ευθύνης και βλέμμα στα μάτια. Είναι ένας τρόπος.

Advertisements