Πριν από έξι μήνες άκουγα εμβρόντητος στο βαπόρι έναν παλιό μου συμμαθητή, κάτοικο της οδού Ηπείρου, να ξεσπάει:

«Ολα άλλαξαν ραγδαία μετά το 2004, ξαφνικά ξύπνησα στο Ισλαμαμπάντ… Στα διαμερίσματα του ορόφου μου, δυάρια και τριάρια, μένουν δέκα-είκοσι-τριάντα άνθρωποι, δεν ξέρω πια, δεν ξέρω ποιοι είναι, πούθε έρχονται, τι γλώσσα μιλάνε, πηγαινοέρχονται και αλλάζουν, δεν τους καταλαβαίνω και δεν με καταλαβαίνουν, δεν μπορούμε καν να τσακωθούμε όταν θορυβούν στις 2 η ώρα τα μεσάνυχτα, όταν κοπανάνε το καταμεσήμερο, όταν το εστιατόριο απέναντι έχει μετατραπεί σε ντισκοτέκ· δεν μπορώ να κοιμηθώ ούτε με ωτοασπίδες, δεν μπορώ να δω τηλεόραση, μου έχουν ανοίξει το σπίτι δυο φορές, μ’ έχουν ληστέψει στην Αχαρνών· το πουλάω 35 χιλιάδες, ό,τι πιάσει, είναι εφιάλτης, ντρέπομαι που το λέω, μένω στη γειτονιά από τη δεκαετία ’70, το σπίτι το αγόρασα το ’90, ντρέπομαι που σου τα λέω, θα νομίζεις ότι είμαι χρυσαυγίτης, αλλά δεν με νοιάζει κιόλας πια, δεν αντέχω…»

Εκεί, πέριξ της οδού Ηπείρου, κατοικούσε ο άτυχος 44χρονος οικογενειάρχης που σφάχτηκε από αγνώστους, ξημερώματα Τετάρτης, για μια βιντεοκάμερα, τη μέρα που θα γεννιόταν το παιδί του. Μεταξύ Ηπείρου και Ιουλιανού, στην Γ’ Σεπτεμβρίου, μεταξύ Ομονοίας και Βικτώριας, κάτι μέτρα από το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, στα σπλάχνα της πρωτεύουσας.

Ο φίλος μου έχει μετακομίσει ήδη, στα βουνά της Πετρούπολης, «όσο πιο μακριά από την παλιά μου γειτονιά, να την ξεχάσω…» Ο γείτονας του, ο οικογενειάρχης, ένας άνθρωπος σαν κι εμάς, δεν πρόλαβε.

Δεν έχω τίποτε να πώ. Τίποτε παραπάνω απ’ όσα δυσοίωνα έγραφα στις 12 Σεπτεμβρίου 2010, σαν πυρετική προφητεία:

«Κάθε περιγραφή της παρούσας κατάστασης στο ιστορικό κέντρο υπολείπεται της πραγματικότητας· κάθε περιγραφή είναι πιο ζοφερή από την προηγούμενη. Καθώς σωρεύονται οι περιγραφές, αποσπασματικές και περιπτωσιολογικές, μετατρέπονται ακαριαία σε κοινοτοπία, καταντάνε αναμενόμενη μικροφρίκη. Οι μικρομεσαίοι δεν θέλουν να μαθαίνουν, δεν θέλουν να βλέπουν λιώμα πλάσματα χυμένα στα ρείθρα, δεν θέλουν να μυρίζουν ούρα, δεν θέλουν να ακούνε για εγκληματικότητα, δεν θέλουν να δεχτούν ότι η πόλη τους, η πρωτεύουσα του κρατιδίου, καρδιά και πνεύμονας της Δημοκρατίας, κατελήφθη από αλλότριες δυνάμεις, από υπέρτερες δυνάμεις, από τις δυνάμεις της απόλυτης φτώχειας, της εξαθλίωσης, των ανθρώπινων ναυαγίων. Οι μικρομεσαίοι δεν θέλουν να ξέρουν ότι η Αθήνα μετασχηματίζεται σε χωματερή, ότι η εξαθλίωση απλώνεται σαν γιγάντιος μύκητας που όλα τα σκεπάζει και τα κατατρώει, από το κέντρο, εστία της λοίμωξης, προς την περιφέρεια, προς τις γειτονιές, τις συνοικίες, τα προάστια.

»Οι μικρομεσαίοι Ελληνες δεν θέλουν να ξέρουν το προφανές: Στη χωματερή του ιστορικού κέντρου καθρεφτίζεται εν μέρει η παρούσα Ελλάδα, και εν όλω η επελαύνουσα Ελλάδα του σκληρού χειμώνα 2011. […]

»Θα βουλιάζουμε. Κάθε μέρα, κάθε μήνα. Η ύφεση φέρνει φτώχεια στη μικρομεσαία Ελλάδα, φέρνει μνήμες υπανάπτυξης, φέρνει τον μικρομεσαίο, αυτόν που ξέχασε τη φτώχεια και την σπάνη, πιο κοντά, όλο και πιο κοντά στο επίπεδο του οικονομικού πρόσφυγα, του μετανάστη, του απεγνωσμένου. Ο βούρκος του περιθωριακού απειλεί να ρουφήξει και τον ενταγμένο μικρομεσαίο. Μοιράζονται τον ίδιο δημόσιο χώρο, την ίδια ζούγκλα, την ίδια χωματερή.

»Στην κρίση καλύτερος δρομέας είναι ο πλούσιος, έγραψε ένας τραπεζίτης πρόσφατα. Ουδέν αληθέστερον. Οι πλούσιοι δεν ζουν καν στην Αθήνα, δεν τους νοιάζει· και ίσως βλέπουν την παρακμή της μεσαίας τάξης σαν αποκατάσταση της διασαλευθείσας τάξης, της απόλυτης κυριαρχίας τους, της φεουδαρχίας με νεωτερικά ψιμμύθια. Οι περισσότεροι πολιτικοί υπηρετούν αυτή τη λογική, ή ανήκουν σ’ αυτήν· έχουν εγκαταλείψει προ πολλού και τη δημοκρατία και την πατρίδα.

»Το θέμα είναι τι κάνουν οι μικρομεσαίοι, οι πολλοί, όσοι δεν είναι μακριά από τη φτώχεια, αλλά είναι μακριά από τον πλούτο· τι κάνουν για να σωθούν. Εκαναν το κουνέλι, λούφα και φυγή· μήπως και ωφεληθούν οι ίδιοι από την αδικία, την ανισότητα, την ανομία. Τώρα όμως απειλούνται με ισοπέδωση όλοι, κανείς δεν μπορεί να σωθεί μόνος του.

»Μόνο αν δράσουν συλλογικά, μόνο αν μεταβούν στο Εμείς, θα μπορέσουν να αποτρέψουν την εξολόθρευσή τους, υλική, ηθική, πνευματική. Μόνο αν αποφασίσουν να δράσουν για τον συλλογικό εαυτό, μόνο τότε υπάρχουν ελπίδες ανάσχεσης και αναστροφής τα χρόνια που έρχονται. Οποιος δεν καταλαβαίνει, όποιος δεν αντιλαμβάνεται την ιστορική θραύση, ας κάνει μια βόλτα on the wild side.»

Advertisements