You are currently browsing the monthly archive for Μαΐου 2011.

Οι συνεχιζόμενες συγκεντρώσεις του πλήθους των Αγανακτισμένων στην πλατεία Συντάγματος, ιδίως μετά και την παλλαϊκή συγκέντρωση της Κυριακής, μάς αναγκάζουν να τις σκεφτούμε ως καινοφανές συμβάν με απρόσμενες επιπτώσεις στη ρευστή πολιτική σκηνή. Το πρώτο: Τι είναι αυτό το πλήθος; Ποιοι το συνιστούν, τι ζητάει, ποια η δυναμική του; Από τις αυτοψίες και τις συζητήσεις των πρώτων καυτών ημερών,  διακινδεύουμε ορισμένες αδρές παρατηρήσεις.

Το πλήθος είναι ανομοιογενές, ετερόκλητο, ποικίλο, ακριβώς όπως και η ελληνική «μικρομεσαία» κοινωνία. Ηλικιακά, ταξικά, μορφωτικά, πολιτιστικά, εκπροσωπούνται όλες σχεδόν οι πληθυσμιακές ομάδες. Ωστόσο, βάσει της εκδηλούμενης δραστηριότητας και της συμπεριφοράς, αλλά και της τοποθέτησης στο χώρο, μπορούμε να διακρίνουμε το Ανω και το Κάτω Σύνταγμα. Μπροστά στον Αγνωστο Στρατιώτη, άνω· και στο κλειστότερο πεδίο της πλατείας, κάτω. Τα δυο πεδία συνδέονται χωρικά με κλίμακα, σταδιακά.

Στο Ανω Συνταγμα εκδηλώνεται το πλήθος διονυσιακά, με εκτόνωση του φόβου υπό τη μορφή θυμού και χλεύης κατέναντι στο συμβολικό πύκνωμα του Κοινοβουλίου·  οργισμένος εξορκισμός προς ό,τι μας φοβίζει. Κάποτε με συμπεριφορές όχλου (κατά Gustave Le Bon), αλλά συχνότερα υπό τη μορφή του καρναβαλιού (κατά Μπαχτίν), που γελοιοποιεί την ιεραρχία και τις εγκαθιδρυμένες αξίες, και προβάλλει στη θέση τους θαμμένες όψεις ζωής, αδιαμεσολάβητα. Το γέλιο, η διακωμώδηση και η εκτροπή των παραδεδεγμένων εννοιών, η επανοικειοποίηση και η ανανοηματοδότηση, όλα τούτα συμβαίνουν στον ανακτημένο δημόσιο χώρο, που γίνεται χώρος παλλαϊκού πανηγυριού ― όχι κατ΄ανάγκην συνειδητά, αλλά συμβαίνουν. Επιπλέον, συμβαίνει μια αποτροπαϊκή τελετουργία, ανακουφιστική και αναγκαία, εκτονωτική του φόβου. Η τέτοια ανατρεπτική-εξορκιστική ενέργεια του καρναβαλιού πιθανότατα θα μείνει αλυσιτελής αν δεν μετασχηματιστεί.

Στο Κάτω Σύνταγμα επιχειρείται να δοθεί μορφή και λόγος στην αντίδραση-διαμαρτυρία-ξεσηκωμό. Τρόπον τινά εδώ δρα το απολλώνιο στοιχείο, το έλλογο, το αριστοτελικό, αλλά και το ρομαντικό. Εδώ βαφτίστηκε η “Αμεση Δημοκρατία” και ψηφίστηκε το πρώτο μανιφέστο, με καταλύτη την χίπστερ νεολαία και τους μορφωμένους πρεκάριους. Η μακρόσυρτη, επώδυνη αμεσοδημοκρατική Συνέλευση και η αυτοοργάνωση είναι το σχολείο για να ανακτηθεί όχι μόνο ο δημόσιος χώρος, αλλά και η δημοκρατία ως πράξη και λόγος. Για τους νέους ιδίως, πρόκειται για συνταρακτική μυητήρια τελετή.

Αναμφίβολα ηγεμονεύουσες δυνάμεις θα τείνουν να επικρατήσουν, όχι πάντα εμπρόθετα, μέσα στο Ανω και το Κάτω, στα ποικίλα ρεύματα εντός του πλήθους. Ποιος θα δώσει σχήμα και πρόσημο σε αυτό το κίνημα διαμαρτυρίας; Το Ανω Σύνταγμα του πλήθους-όχλου βάζει την ενέργεια, τον θόρυβο, την αγανάκτηση, την ακατέργαστη πρώτη ύλη, τη μαζικότητα· είναι ασπίδα και δεξαμενή. Το Κάτω Σύνταγμα του πλήθους-λαού βάζει τη σκέψη, το λόγο, την επεξεργασία, το σχήμα, τη μορφή· είναι το δόρυ και το πυρ.

Ολα είναι δυνατά. Το άμορφο χάος τείνει να μετασχηματιστεί σε έμμορφο έργο. Αλλά δεν θα συμβεί από μόνο του: Το μετασχηματίζουν οι άνθρωποι-πολίτες, και ταυτοχρόνως μετασχηματίζονται. Ποιος επικρατεί σε αυτή την άτυπη, πλην υπαρκτή, κούρσα ηγεμονίας; Ο άμορφος όχλος; Ο έμμορφος λαός; Το μετανεωτερικό πλήθος. Ανω βρίσκεται ο όχλος, κάτω ο λαός, το παρόν μας όμως ρυμουλκείται από το πλήθος, από το ενοποιητικό υπερσύνολο, το ρεμίξ του παλιού μες στο νέο.

φωτ.: Ελισάβετ Μωράκη
Advertisements

Η προχθεσινή σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών, υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, πυροδότησε δικαιολογημένα αγωνία σε μεγάλες ομάδες του πληθυσμού, αλλά εντέλει ήταν άλλη μία τελετουργία με επικοινωνιακή σκόπευση, χωρίς πολιτικό περιεχόμενο, τουλάχιστον περιεχομένο ικανό για διάσωση και αναπροσδιορισμό.

Ο πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου προσήλθε χωρίς φανερές προτάσεις, αντιπροτάσεις, γκάμα επιχειρημάτων, ώστε να πείσει, να προσελκύσει ή, έστω, να ρυμουλκήσει την αντιπολίτευση προς μια μίνιμουμ συναίνεση. Κανείς δεν πείστηκε, κανείς δεν πιέστηκε, πλην του φαιδρού οιωνοσκόπου Γ. Καρατζαφέρη, ο οποίος άλλωστε έχει προσφέρει πλειστάκις την υποστήριξη του ζητώντας μετ΄επιτάσεως συγκυβέρνηση. Ο Αντώνης Σαμαράς έμεινε αμετακίνητος στη θέση του για επαναδιαπραγμάτευση του Μνημονίου, και παρομοίως αντίθετα να συναινέσουν στη μνημονιακή πολιτική της κυβέρνησης ήταν τα κόμματα της Αριστεράς. Πώς φτάσαμε στο προαναγγελθέν ναυάγιο της τελετουργίας συναίνεσης;

Στις δύο προηγούμενες εβδομάδες η Ελλάδα έζησε, αφόρητα πυκνά, ένα κύμα βίας, φόβου, κοινωνικών ρηγματώσεων και πολιτικών απειλών. Οι βιαιοπραγίες που συντάραξαν το κοινωνικό σώμα επισκιάστηκαν μόνο από τις απειλές περί πτώχευσης και τις αλλεπάλληλες πιεστικές παρεμβάσεις των εταίρων-δανειστών για αναδιευθέτηση του εσωτερικού πολιτικού τοπίου. Ηταν τέτοια η πίεση πάνω στην υπερχρεωμένη χώρα, που έθεσε εν αμφιβόλω την ίδια την του πολιτεύματος, την λαϊκή κυριαρχία· πολύ περισσότερο που διατυπώθηκαν ταυτοχρόνως προτάσεις για δημοψήφισμα, μέσα και έξω από το ΠΑΣΟΚ, ασύμβατες προς τα ειωθότα της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας.

Επιπλέον, προχθές, ο κ. Παπανδρέου, δια του υπουργού Οικονομικών και με δικά του λόγια, επέσεισε ως μόνο επιχείρημα για την εκμαίευση της συναίνεσης, τον υπαρκτό κίνδυνο της χρεοκοπίας και την έξοδο από την ευρωζώνη, όπως έπραξε πριν απ΄αυτόν η επίτροπος Μαρία Δαμανάκη. Η απειλή αυτή είναι υπαρκτή και απαιτεί εθνικό συναγερμό. Δυστυχώς, όμως, για τη χώρα, το ίδιο υπαρκτή είναι και η σαρωτική απονομιμοποίηση της πολιτικής Παπανδρέου, έτσι όπως καταγράφεται στις έρευνες, αλλά και όπως καταγράφεται τα τελευταία εικοσιτετράωρα στις πλατείες της χώρας: την ώρα που ο πρωθυπουργός, αμήχανος και κουρασμένος, εξήγγειλε στην τηλεόραση την αποτυχία της σύσκεψης των αρχηγών, το παρδαλό πλήθος των Αγανακτισμένων χτυπούσε κατσαρόλες στο Σύνταγμα, έξω από τη Βουλή. Αυτοί οι αδέσποτοι Αγανακτισμένοι, απροσδιόριστοι πολιτικά και απρόοπτης δυναμικής, δρουν πλέον ως απρόβλεπτος επιταχυντής επί μιας πραγματικότητας ήδη χαοτικής και ρευστής.

Το πολιτικό πρόβλημα τροφοδοτείται προφανώς από τα ένστικτα αυτοσυντήρησης των κομμάτων: κανείς δεν θέλει να μοιραστεί την ευθύνη με την κυβέρνηση για τις επιλογές της. Αλλωστε η κυβέρνηση υπερψήφισε το Μνημόνιο, τον περασμένο Μάιο, στηριγμένη στη δική της κοινοβουλευτική πλειοψηφία, και με την επικουρική ψήφο του ΛΑΟΣ και της Ντόρας Μπακογιάννη.

Αλλά το πολιτικό πρόβλημα δεν εξαρτάται πια μόνο από τη στάση των κομμάτων. Ενα χρόνο αργότερα, οι προβλέψεις του Μνημονίου δεν έχουν επιτευχθεί, είτε λόγω κακού υπολογισμού, όπως ομολογεί και η τρόικα, είτε επειδή η κυβέρνηση δεν κατόρθωσε να τηρήσει τους ταχύτατους ρυθμούς μεταρρυθμίσεων. Η οικονομία έχει βυθιστεί στην ύφεση, οι δαπάνες δεν έχουν περιοριστεί αρκετά, τα έσοδα υπολείπονται σημαντικά του στόχου, κι όλα αυτά παρά τις οδυνηρές περικοπές μισθών-συντάξεων, παρά τους βαρείς φόρους. Υφεση, ανεργία και ανασφάλεια παραλύουν τη χώρα, και πάνω σε αυτό το υλικό υπόστρωμα φουντώνουν η ξενοφοβία, η αυτοδικία, η βία: η κρίση είναι κοινωνική. Αυτή η κρίση εκφράζεται, και καταγράφεται πλέον πολλαπλώς, σαν ρήξη του κοινωνικού ιστού, απώλεια εμπιστοσύνης προς το πολιτικό σύστημα και τους θεσμούς, έλλειψη ανοχής.

Κι ακόμη παραπέρα: ζούμε μια ηθική και πνευματική κρίση, κρίση ανθρωπολογικής τάξεως. Τα ερειπιώδη κόμματα με την αμηχανία τους και τη στειρότητά τους εκφράζουν εν πολλοίς μια αναλόγως αμήχανη και στείρα κοινωνία πελατών, γαντζωμένων σε έναν καταρρέοντα κόσμο μικροπρονομίων, θαλασσοδανείων, διορισμών. Εναν κόσμο ετερονομίας και εξαχρείωσης. Το ιταμό ύφος των εταίρων-δανειστών, με το οποίο απευθύνονται στους Ελληνες, βρίσκει έδαφος πάνω στη δική μας ασημαντότητα, στους δικούς μας ασήμαντους ηγέτες, στην εθελόδουλη και οκνηρή μας σκέψη. Είκοσι χρόνια νωρίτερα, ο Παναγιώτης Κονδύλης προφήτευε πικρά την παρούσα κρίση, με οδύνη για την πατρίδα του, για τη γλώσσα και την ποίησή της: «Η νεοελληνική ιστορία, έτσι όπως τη γνωρίσαμε στα τελευταία διακόσια χρόνια, κλείνει τον κύκλο της. Ασφαλώς, τα τραγικά και κωμικά της επεισόδια δεν τέλειωσαν ακόμη, όμως χάνεται η ενότητα της προβληματικής της και ο ειδοποιός της χαρακτήρας.» (Οι αιτίες της παρακμής της σύγχρονης Ελλάδας)

Λαός εκτός ιστορίας; Ναι και όχι. Ναι, στην παρούσα φάση, βρεθήκαμε ουραγοί. Και όχι, όχι εις το διηνεκές, όχι ακόμη και τώρα: Ιn my end is my beginning. Μας το ψιθυρίζει ο Γιάννης Βαρβέρης, μειδιώντας από το επέκεινα καθώς τον αποχαιρετούμε:
«Είμαστε προ της κρίσεως υπερήφανοι
γιατί το θαύμα ήταν πως ζήσαμε
χωρίς το θαύμα.»

(O άνθρωπος μόνος, 2009)

φωτ.: Ελισάβετ Μωράκη

Mια φήμη από τη Μαδρίτη, την Πουέρτα ντε Σολ: «Κάνουμε ησυχία, για να μην ξυπνήσουμε τους Ελληνες», είπαν οι Indignados. Ψεύδος, αλλά το αναπαρήγαγαν εγχώρια μέσα, και δια της μικροσυκοφάντησης, ξύπνησαν το ήδη ερεθισμένο νεύρο του μουγγού λαού, του μεγάλου άγνωστου. O λαός, αυτός ο άγνωστος, πλημμύρισε τις πλατείες σχεδόν χωρίς συγκεκριμένο κάλεσμα, με την τουϊτερική κοινότητα διστακτική ή και ειρωνική, με το φέισμπουκ χαοτικό, με μεμονωμένα μπλογκ αγνώστου προλεύσεως να προσκαλούν διάσπαρτα. Ουσιαστικά το κάλεσμα έρχεται από την Πουέρτα ντελ Σολ, ως θεαματική αφορμή, και από το δεύτερο τσουνάμι που ανήγγειλε ο Παπακωνσταντίνου ως αναπότρεπτη μοίρα. Η απέραντη μικρομεσαία τάξη, αφού λούφαξε για αυτοσυντήρηση, ξεδιπλώνεται ενώπιον της επελαύνουσας καταστροφής της.

Μικρομεσαίο πλήθος είδα στην πλατεία Συντάγματος. Μέσο όρο Ελληνα, οικεία πρόσωπα και εμφανίσεις, νέοι ±30 στη συντριπτική πλειοψηφία, αλλά και μεγαλύτεροι, περιποιημένοι, με τζελαρισμένα μαλλιά και τσιτωμένα smartphones να βιντεοσκοπούν τους εαυτούς τους βρίζοντας το Κοινοβούλιο και όλο το πολιτικό σύστημα, κάτι μεταξύ χάπενινγκ, αυτοσχέδιας περφόρμανς και χαβαλέ. Χωρίς κεντρική καθοδήγηση, χωρίς σχέδιο, χωρίς πρόγραμμα, χωρίς αιτήματα άλλα από “φύγετε!” και «κλέφτες!»

Πλήθος μεγάλο και ανάμικτο, με πολλούς ολοφάνερα πρωτόβγαλτους στην εμπειρία του πεζοδρομίου, μη τυπικά πολιτικοποιημένους: σαν να είχαν μόλις σχολάσει ή να άφησαν το καφενείο και το λάπτοπ οι άνεργοι, και επιδόθηκαν σε άγρια συνθηματολογία, ακραία, σαρωτική, εναντίον του πρωθυπουργού, του αντιπροέδρου και του σύνολου πολιτικού προσωπικού.

Αγρια αντιπολιτικά συνθήματα από απολιτίκ πλήθος; Είναι μια επιπολής περιγραφή, παρακινδυνευμένη. Σίγουρα όμως ο πρωτοφανής παλμός και η μαζικότητα δεν προέρχονται από διάθεση χαβαλέ. Είναι πασίδηλη η αγανάκτηση, τη νιώθεις σωματικά, νιώθεις το θυμό, τον σπασμό αυτοσυντήρησης στο χείλος της καταστροφής που όλοι τη βλέπουν να επελαύνει. Ο χαβαλές άρα είναι φόρμα, δεν είναι κίνητρο.

Στόχος της οργής είναι οι συλλήβδην “κλέφτες” πολιτικοί, και ο ηγέτης πρωθυπουργός, πρώτα απ’ όλα· με συνθήματα, απεικονίσεις και εκφράσεις τέτοιας ωμής αποδοκιμασίας που κανένα τυπικά πολιτικό κίνημα δεν θα διενοείτο να εκφέρει. Υπό μία έννοια, και εφόσον συνεχιστεί αυτή η στάση, ο Γ. Παπανδρέου θα τελειώσει πολιτικά στον δρόμο, σύντομα, από ένα ανοργάνωτο, ανώνυμο πλήθος που έχει ελάχιστους ή κανένα ανθρωπολογικό δεσμό με το σύμπαν της Μεταπολίτευσης και του ΠΑΣΟΚ, και με το αφελές ναυάγιο του opengov.

Αυτή η ιδιότυπη μεταπολιτική του δρόμου και του πλήθους, όπως φάνηκε να αναδύεται στην πλατεία Συντάγματος, εμπεριέχει δυνάμεις δημιουργικής καταστροφής, και δυνάμεις αντιπολιτικές. Η οργή εφόσον μείνει τυφλή και διάχυτη, μπορεί να εκτονωθεί από δημαγωγούς, να χιεραγωγηθεί, να διοχετευθεί προς αλυσιτελείς, σκοτεινές οδούς. Αλλά και όχι.

Η πρόσφατη πείρα από τις πλατείες του Μαγκρέμπ και της Ισπανίας δείχνει ότι μπορεί ταχύτατα να προκύψουν αποτελεσματικές μορφές αυτοοργάνωσης, συντεταγμένος λόγος, ακόμη και ηγετικά πρόσωπα. Το αυθόρμητο δεν είναι χαοτικό, και το χαοτικό δεν είναι μηδενιστικό: από το άμορφο χάος μπορούν να προκύψουν έμμορφα σχήματα, ιδέες, νοήματα· αυτό περιγράφει η Γένεσις, καταγωγικό κείμενο της δυτικής σκέψης.

Οι πολιτικότεροι ημών, οι ντρεσαρισμένοι σε έναν ορισμένο τρόπο πολιτικής σκέψης αριστερορθόδοξο, κορέκτ, εκσυγχρονίζοντα ή νεοφιλελεύθερο, ασφαλώς θα παραξενευτούν απ’ όσα διαδραματίστηκαν την περασμένη Τετάρτη στο Σύνταγμα και τις άλλες πλατείες. Θα είναι σκεπτικιστές, θα εντοπίσουν νεολαϊκισμό, θα ανατριχιάσουν με τη ρητορική του κραυγάζοντος όχλου. Κανείς όμως δεν μπορεί να αρνηθεί τη δυναμική του πλήθους, πώς εισβάλλει στη σκηνή και αλλάζει συσχετισμούς, ανατρέπει στερεότυπα, πρωταγωνιστεί. Οταν το βουβό πλήθος αποκτά φωνή, μπορεί να ακουστεί και παράφωνο, τσιριχτό, υστερικό. Ομως έτσι ακούγεται η σιωπηλή πλειοψηφία, όταν αποφασίσει να σπάσει τη σιωπή της. Εχει πολλούς λόγους να τη σπάσει, κι αυτός είναι ο σημαντικότερος: νιώθει ότι απειλείται η ύπαρξή της, η υπόστασή της, η ίδια η ράθυμη πολυτέλεια της σιωπής.

Αφουγκραστήκαμε τη σιωπή μας, το φόβο, την αυτοσυγκράτηση. Κάναμε τα κουμάντα μας με το περίφημο “λίπος”. Τώρα ακούμε κραυγές.

[sneak preview]

φωτ.: Ελισάβετ Μωράκη

Το κίνημα των Indignados της Ισπανίας, σαν έκφραση και σαν δυναμική, προβληματίζει ήδη τους Ελληνες. Η ανεργία, η ύφεση, η διαφθορά, η ανικανότητα των κυβερνώντων, το έλλειμμα δικαιοσύνης, υπάρχουν και εδώ, με την ίδια ή σφοδρότερη ένταση. Πώς αντιδρά εδώ η κοινωνία, πώς αντιδρά στην Ισπανία; Ο καθείς με τον τρόπο του και με την παράδοσή του.

Στη μεταφρανκική περίοδο, οι Ισπανοί δεν έχουν παράδοση άγριων απεργιών και συγκρουσιακών διαδηλώσεων, όπως οι γείτονες τους Γάλλοι και Ιταλοί. Μετά σαράντα χρόνια σιδηράς και σταθερής δικτατορίας, που επεβλήθη ύστερα από έναν τρομακτικό εμφύλιο, η ισπανική βασιλευομένη δημοκρατία διήγε βίο συγκρατημένο, ίσως και μελαγχολικό, με απόλυτη κυριαρχία ενός παντοδύναμου δικομματικού συστήματος. Αυτό το σύστημα, που οδήγησε τη χώρα σε βαθιά οικονομική και ηθική κρίση, αμφισβητείται τώρα από τις νεότερες γενιές, οι οποίες δεν έχουν αναμνήσεις δικτατορίας, φοβικά σύνδρομα και πολιτική μελαγχολία. Εξ ου και η αντίδραση των νεαρών Indignados είναι μεν σφοδρή, αλλά είναι αχρωμάτιστη κομματικά, είναι καθολική, και είναι δυναμική, αλλά όχι τυπικά βίαιη. Φαίνεται ότι Indignados δεν θεωρούν παράδοσή τους τη μοναχική βία των αυτονομιστικών κινημάτων, της ΕΤΑ λ.χ. Αντιθέτως, στις πλατείες φαίνεται να επανεμφανίζεται η παράδοση κοινοτισμού και αυτοδιεύθυνσης, από τον καιρό της δημοκρατίας του 1936.

Η δική μας παράδοση διεκδικήσεων είναι πιο συγκρουσιακή, πλησιέστερη στην ιταλική και γαλλική παράδοση. Δεν είναι καλύτερη ή χειρότερη, είναι ιστορικά άλλη. Αλλωστε και στις δύο διαφορετικές περιπτώσεις, την ισπανική και την ελληνική, το αποτέλεσμα της διακυβέρνησης είναι κοινό: κρίση και χρεοκοπία. Το κίνημα των Indignados ωστόσο φέρνει την ισπανική κοινωνία σε συγχρονισμό με παρόμοιες εκδηλώσεις διεθνώς ― κυρίως με το άτυπο αιγυπτιακό κίνημα του κογκνιταριάτου, που οδήγησε στην πλατεία Ταχρίρ, αλλά και με άλλα άτυπες κινήσεις στην Ευρώπη και τη Μεσόγειο, που αναζητούν εναγωνίως αναστήλωση των θεμελίων της δημοκρατίας: Ελευθερία και Δικαιοσύνη.

Το κοινό στοιχείο είναι παραδόξως καινοφανές: οι νέοι εξεγείρονται με παρόμοια αιτήματα και παρόμοιους τρόπους, τόσο στη φτωχή, τριτοκοσμική Αίγυπτο, όσο και στην ευρωπαϊκή, βιομηχανική Ισπανία. Ζητούν ηθική επανάσταση και αξιοπρεπή διαβίωση. Και οργανώνουν τα κινήματά τους αντιιεραρχικά, με εναλλαγές αντιπροσώπων, με αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες, με μέριμνα για αυτοοργάνωση και αυτάρκη επιμελητεία. Εφαρμόζουν στην πράξη, επιτόπου και ακαριαία, μορφές αυτοδιεύθυνσης, σκαρώνουν την κοινωνία της επαγγελίας. Εδώ και τώρα.

Από αυτή την αναδυόμενη παράδοση δυναμικής αλλά μη βίαιης διεκδίκησης θα βλαστήσουν πιθανότατα νέοι ηγέτες, νέες ιδέες, νέες προτάσεις οργάνωσης του δημόσιου χώρου, νέα νοηματοδότηση του κοινού καλού και του λαού, μια επανηθικοποίηση του βίου. Τα χρειαζόμαστε όλα επειγόντως.

Οι ραδιοφωνικοί σταθμοί εκπέμπουν σε άλλο σύμπαν, παράλληλο. Ποδόσφαιρα, ματς, αποδόσεις στοιχήματος, ατέλειωτες μπαλοφλυαρίες με τηλεφωνήματα, μπιτάκια. Πίσω από τα μικρόφωνα φαντάζομαι τύπους με μαλλί καρφάκι τζελαρισμένο, κατρ ζουρ αξούριστους, με τούμπανο smartphone, τεχνοφρίκ. Ζούμε σε παράλληλους κόσμους, μαν.

Στα κομμωτήρια και στα μανικιούρ-πεντικιούρ παίζουν σταθμούς με διαρκή μπιτάκια και εκφωνητές χαρούμενους διαρκώς, ασταμάτητα χάι. Δεν διακρίνεις τι λένε, το σπικάζ είναι συντονισμένο με τα μπιτάκια, ακούγονται το ίδιο, σαν χαλί. Μουζάκ όλα: φωνές, λόγια, λογισμοί, μπιτάκια. Μια ηλικιωμένη κυρία παραπονιέται για το κέντρο, ”μας το πήρανε οι ξένοι”, από τη σύνταξή της, τέσσερις χιλιάδες μαζί με του συζύγου, πληρώνιε κάτι γραμμάτια του παιδιού, γκρινιάζει για λάφκα και εκάς, κι ύστερα ξανά για τους ξένους.

Στην ψαροταβέρνα ακούμε τα μισά άπαντα του Μάλαμα, ύστερα μερικά του Μπακιρτζή, συμπαθητικά όλα so far, αν και το βόλιουμ παραείναι υψηλό, κατόπιν μας πλακώνει σε Γλυκερίες λάιβ και άλλα λάιβ με κορώνες και σόλο βιολιά σμυρνέικα, ζαϊρες, τσιφτετέλια σέικ, νεολαϊκά, τον χώρο και τον νου κατακλύζουν τα χρόνια του ’80 και του ’90 των πανηγύρεων και των αυτοδιοικητικών πολιτιστικών ιβέντς, καλοπληρωμένα μπουλούκια τραγουδιάρηδων, παγωμένες μπίρες σε βαρέλια, chivas, μεταμεσονύκτιες ανασκοπήσεις του έργου με ψαρούκλες και τσίπουρα. Νοσταλγία όσο να ’ναι: ήταν χρόνια αμεριμνησίας και σχόλης, ευωχίας, επικουρείων ενατενίσεων. Προ Μνημονίου.

Και τώρα παρομοίως. Αλλά όχι ομοίως. Στη νεοταβέρνα, η μουσική παίζει τσιτωμένη, με ντι-τζέι, από Θανάση Παπακωνσταντίνου και Τρύπες έως Στράτο Διονυσίου. Ο συγγραφέας παρήγγειλε ζεϊμπέκικο. Κλασικό, της Ευδοκίας, με ηλεκτρισμένους μπαγλαμάδες, δύσκολο, το χόρευαν ιπτάμενοι νεαροί ιθαγενείς στη Μύκονο το ’70-’80 στα κλαμπ και χάζευαν χίππις και γκέι, this is zeibekiko greek dance. Ο συγγραφέας δεν ίπταται, αλλά στριφογυρίζει με νταλκά, μια ημιέξαλλη ατθίς του χτυπάει παλαμάκια έτοιμη να ζεϊμπεκιστεί κι αυτή. Θολωμένοι από τσίπουρα και σοβινιόν μπλαν οι συνδαιτημόνες στροβιλίζονται σε σκόρπιες σκέψεις.

Οσο πιο βαθιά στην κρίση, τόσο πιο βαθιά στον εαυτό. Οχι ατταβιστικά, όχι, δεν είναι μόνο αυτό. Η απειλή, το πλησίασμα στην καταστροφή, ερεθίζει βαθύτερα νεύρα και γούστα, πόσω μάλλον που η καταστροφή είναι ολοκαίνουργια και άγνωστη, άρα τρομακτική αλλά και σχεδόν ηδονική: Τι μπορείς να κάνεις για να γλιτώσεις; Σχεδόν τίποτε. Φάε, πίε και ευφραίνου, άρα. Ζήσε σήμερα, τώρα. Τα τανυσμένα νεύρα ζητούν να χαλαρώσουν μες στους ατμούς της αλκοόλης και τον ηλεκτρισμό του μπουζουκιού, με άδηλο μέλλον, ασχεδίαστο εξ ολοκλήρου, απρογραμμάτιστο, βουλιάζεις ανακουφιστικά, απενεχοποιημένα στο βραχύτατο τώρα.

Από την τρυφή και τη χλιδαπληστία, στην κρίση και τη σπάνη. Ο Ελληνας αναδιπλώνεται προς το εσωτερικό του, αναζητεί την ψυχή του βαθιά. Δεν ξέρει τι θα βρει, ανατολή ή δύση, μπαγλαμά ή Fender Stratocaster, παστουρμαδόπιτες και τούμπανα SUV, μια γιαγιά που μιλάει ακόμη ποντιακά κι ένα ανίψι που μιλάει αγγλικά με διαλείμματα γκρικλις, σπληνάντερα και Wi-Fi spot, βρίσκει απ’ όλα, τόσο όλα, που δεν ξέρει με τι να ταυτιστεί, πού να αναγνωρίσει εαυτόν και ομοίους, σε ποιους μπορεί να βασιστεί και με ποιους να συντροφέψει, έτσι ασυνάρτητος κάγκουρας που κατέληξε. Εχει δυνάμεις εντούτοις, έχει χαρακτήρα, θραύσματα έστω, έχει δεξαμενές σκοτεινές για άντληση. Ψάχνει την ψυχή του.

Δεν ξέρουμε τι θα βρεί. Στρέφεται μέσα πάντως. Και βαθιά. Αναζητεί κάποιες σταθερές. Οσο δεν βρίσκει, θα μένει εν καταδύσει, έσω, βαθιά, τυλιγμένος κουβάρι. Εσωστρέφεια. Εσωστρέφεια, ψιθυρίζει πυρετικά ο σαλός προφήτης. Μια πιθανή εκδοχή για το εγγύς μέλλον είναι η έσω στροφή, η συσπείρωση, το κουλούριασμα: να ελαττωθεί η έξω επιφάνεια η απροστάτευτη, να μειωθούν οι πιθανότητες πλήγματος, προσβολής, εισβολής. Επί τα έσω.

Δεν είναι βλαπτική η εσωστρέφεια, αφ’ εαυτής. Μπορεί να είναι και αναζωογονητική. Αρκεί να μη διαρκέσει υπερβολικά η ενδοσκόπηση, και προπάντων να μην αποβεί άκαρπη. Δεν έχει σημασία τι θα βρει ο καθείς, τι θα διαλέξει, τι θα ανασύρει στην φουρτουνιασμένη επιφάνεια· αρκεί να αναδυθεί. Και να κρατάει κάτι, λίγη άμμο, ένα κοχύλι, ένα στιχάκι, ένα νανούρισμα, μια έλλαμψη μέλλοντος. Αρκεί να αναδυθεί. Και να δοθεί του κόσμου πάλι, ξανά, ακαταπαύστως, με δίψα ζωής. Κι ας παίζουν όλα τα ασυνάρτητα ράδια στοίχημα, μπιτάκια, μπαγλαμάδες, ζαϊρες, κλαρίνα, ούτια, φανκ και νοστάλτζιες όλα μαζί. Θα είναι το μουζάκ της ανάνηψης, το μουζάκ της ζωής μας.

Zωγραφική: Ξενοφών Μπήτσικας, Precario, 2011.

«Αν δεν μας αφήσετε να ονειρευτούμε, δεν θα σας αφήσουμε να κοιμηθείτε”. Το σύνθημα των ξάγρυπνων νέων κάθε βράδυ στην Πουέρτα ντελ Σολ της Μαδρίτης, και σε άλλες πλατείες της Ισπανίας, λυρικό, ρομαντικό, ακούγεται σαν να βγαίνει από τα βάθη του εξεγερμένου ’68. Ομως όχι, μόνο η ρομαντική γλώσσα είναι κοινή· η ιστορική σύμφραση είναι ριζικά διάφορη. Το ’68 οι νέοι ζητούσαν να έρθει η φαντασία στην εξουσία, τώρα ζητούν επιπλέον τα θεμελιώδη: υπεράσπιση της ζωής και της αξιοπρέπειας.

Οι νέοι της Democracia Real Ya (Αληθινή Δημοκρατία Τώρα) είναι άνεργοι, διαψευσμένοι, οργισμένοι. Με 4,9 εκατομμύρια ανέργους, 21,3% επί του ενεργού πληθυσμού, η προ πτωχεύσεως Ισπανία δεν προσφέρει στους νέους της κανένα μέλλον, παρά μόνο απελπισία. Οπως και η Ελλάδα, η Πορτογαλία, η Ιρλανδία, που ήδη έχουν χρεοκοπήσει.

Οι “Αγανακτισμένοι” Ισπανοί νέοι που ξαγρυπνούν στις πλατείες μοιάζουν με τους Αιγύπτιους συναδέλφους τους της Πλατείας Ταχρίρ. Το κίνημά τους είναι αυθόρμητο, δεν ποδηγείται, ξεχειλίζει συναίσθημα, περιλαμβάνει τους πιο μορφωμένους και ανήσυχους. Είναι εύθραυστο φυσικά. Μα σταδιακά μπορεί να αποδειχτεί πολύ σκληρό, ιδίως τώρα που αγνοεί τους νόμους για απαγόρευση συναθροίσεων κατά τις εκλογές. Και σίγουρα μεταδίδει τη φλόγα του παραδείγματός του και σ’ άλλες ψυχές, σε άλλες πλατείες, αναλόγως αγανακτισμένες και διαψευσμένες. Το μήνυμά τους είναι εξαιρετικά μεταδοτικό και οικουμενικό: « Eίμαστε απλοί άνθρωποι… Αν σαν κοινωνία μάθουμε να μην εμπιστευόμαστε αφηρημένες οικονομικές αποδόσεις που ποτέ δεν ωφελούν τους πολλούς, μπορούμε να εξαλείψουμε τις καταχρήσεις, την αδικία από την οποία σήμερα όλοι υποφέρουμε. Χρειαζόμαστε μία ηθική επανάσταση. […] Αυτό είναι ένα συμβάν. Και ως τέτοιο, ένα συμβάν ικανό να δώσει νέα νοήματα στις πράξεις μας και τον λόγο μας. Γεννήθηκε από την οργή. Αλλά η οργή μας είναι φαντασία, δύναμη, εξουσία του πολίτη.»

Οι δυσοίωνες καταγραφές της προχθεσινής δημοσκόπησης της Public Issue πρέπει να διαβαστούν υπό τη σκιά των εξίσου δυσοίωνων γεγονότων των δύο εβδομάδων. Πρώτα, η περασμένη εβδομάδα του αίματος και της βίας· κι ύστερα, η τρέχουσα εβδομάδα των αδιεξόδων και των εκβιαστικών διλημμάτων εκ μέρους του ξένου παράγοντα.

Στη δημοσκόπηση, ακριβώς επειδή δεν μετριέται η συνήθης ανούσια πρόθεση ψήφου, αντιθέτως ερευνάται η συνολική στάση του κοινωνικού σώματος έναντι των μειζόνων προβλημάτων, καταγράφονται η οξυμένη ανασφάλεια και η βαθιά απαισιοδοξία των πολιτών, η βεβαιότητα της χρεοκοπίας και της μετανάστευσης, μαζί με οργισμένη απόρριψη του πολιτικού συστήματος.

Για όποιον επιθυμεί να διαβάσει ψύχραιμα τα εμπειρικά δεδομένα και να αφουγκραστεί την πραγματικότητα, είναι πρόδηλο ότι η κοινωνία παλινδρομεί πυρετικά μέσα στα αδιέξοδά της και την απουσία προοπτικής. Οι καταγραφείσες απαιτήσεις για βαθιές, ριζικές αλλαγές ή και «επανάσταση», παρ’ όλη την πολυσημία των ερωτημάτων, δείχνουν ότι η κοινωνική δυναμική μπορεί να οδηγήσει σε βίαιες αποδομήσεις, απρόβλεπτες, μη ελεγχόμενες. Ηδη το χάσμα μεταξύ δημόσιου αισθήματος και πολιτικής διαχείρισης οδηγεί όχι απλώς σε δυσπραγία, αλλά σε συστημική αστάθεια.

Οι δανειστές, διά του Μνημονίου, επιβάλλουν πολλές και βίαιες αλλαγές, τέτοιες που ανασχηματίζουν εκ θεμελίων την κοινωνική δομή, όχι μόνο τη διοίκηση και την οικονομία, και μάλιστα σε εξαιρετικά σύντομο διάστημα. Αυτό το σοκ μετασχηματισμού, εφαρμοσθέν στη Χιλή ή το Περού, σε εντελώς άλλα ιστορικά και γεωπολιτικά συμφραζόμενα, δεν φαίνεται να μπορεί να εφαρμοσθεί σε μια ευρωπαϊκή δημοκρατία του 2011, υπό συνθήκες παγκόσμιας κρίσης. Επιπλέον, δεν το αντέχει το πολίτευμα, η κοινοβουλευτική δημοκρατία: αν δεν μπορεί να εφαρμόσει το πρόγραμμά της μια κυβέρνηση, πέφτει και προκηρύσσονται εκλογές, ενδεχομένως ξανά και ξανά. Tertium non datur.

Εξ ου και είναι επικίνδυνο αυτό που απαιτούν οι Ευρωπαίοι εταίροι και νυν δανειστές: για να εκταμιευθεί η 5η δόση και να εγκριθεί το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα πρέπει να εξασφαλιστεί η ανεπιφύλακτη συναίνεση της αντιπολίτευσης. Ετσι, όμως, όχι μόνο αμφισβητείται ευθέως η φερεγγυότητα της εκλεγμένης κυβέρνησης, αλλά και η ίδια η υπόσταση της εθνικής κυριαρχίας.

Μα μπορεί ο καταχρεωμένος να μιλάει περί εθνικής κυριαρχίας και αυτοδιάθεσης; Η αποδοχή αυτής της κυνικής, πλην υπαρκτής, ένστασης τινάζει στον αέρα όλη τη νεωτερική αξίωση περί δημοκρατίας, επί της οποίας οικοδομήθηκε ιδεολογικά η Ενωμένη Ευρώπη. Η εθνική κυριαρχία είναι η λίβρα κρέατος που ζητάει ο Σάιλοκ· άνευ αυτής, διολισθαίνουμε στη δουλοπαροικία και την αποικιοκρατία.

Ένα χρόνο μετά την υπογραφή του Μνημονίου, η Public Issue αποτυπώνει σε δύο πανελλαδικές έρευνές της, τις κοινωνικές στάσεις και αντιλήψεις που έχουν διαμορφωθεί απέναντι στο Δημόσιο Χρέος, το Μνημόνιο, το ΔΝΤ, την ΕΕ και το Ευρώ.
Διερευνώνται εκτενώς οι επιπτώσεις της κοινωνικής και πολιτικής κρίσης που διανύουμε, οι μορφές της κοινωνικής διαμαρτυρίας και η έκταση της κοινωνικής κινητοποίησης που έλαβε χώρα κατά το τελευταίο κρίσιμο 12μηνο.
Ολη η έρευνα εδώ.

Το σχόλιό μας:

Χωρίς ψευδαισθήσεις για ανάκαμψη

Ενα χρόνο μετά το Μνημόνιο, οι πολίτες αντιλαμβάνονται τη σημασία του εκ του αποτελέσματος: πώς άλλαξε η οικονομία του νοικοκυριού, πώς μεταβάλλονται τα μικροοικονομικά μεγέθη, ο μισθός και η σύνταξη, η ευρωστία της επιχείρησης ή του επαγγέλματος, οι τιμές, οι θέσεις εργασίας – όσα εντέλει απαρτίζουν την πραγματική οικονομία και συγκροτούν ψυχολογία και πολιτική συμπεριφορά.

Η έρευνα αποτυπώνει ό, τι ήδη αντιλαμβανόμαστε: κοινωνία σε ύφεση και αναδίπλωση, κοινωνία ανασφαλή, χωρίς ψευδαισθήσεις για ταχεία ανάκαμψη. Η κοινή γνώμη φαίνεται να τοποθετείται ενώπιον μιας τετελεσμένης καταστροφής, ούτε καν επερχόμενης: ως προ τούτο είναι ενδεικτικές οι θεαματικές μετατοπίσεις συμπεριφοράς τον φετινό Μάιο ως προς τον περασμένο προμνημονιακό Φεβρουάριο του ’10 ή και τον μεταμνημονιακό Σεπτέμβριο του ’10.
Πίσω από τις κρίσιμες μετατοπίσεις στάσεως, βρίσκεται τώρα η συρρίκνωση της ελπίδας, η πικρή επίγνωση μετά ένα μνημονιακό χρόνο ύφεσης και άμορφη οργή κατά της πολιτικής ηγεσίας, εκφρασμένη με σχεδόν πάνδημη δυσπιστία προς τον πρωθυπουργό και τον υπουργό Οικονομικών, αλλά και με αυξημένη δυσπιστία προς τους οργανισμούς δανεισμού και τους επικεφαλής τους. Η δυσπιστία αυτή δεν εκφράζεται πάντως με αντιευρωπαϊσμό – το αντίθετο.

Αξιοπρόσεκτος είναι ο χρόνος κατά τον οποίο εξαντλείται η περίοδος ανοχής: η δυσαρέσκεια αρχίζει δειλά τον Νοέμβριο του ’10 και εκτινάσσεται μετά τον Απρίλιο του ’11, με την αναγγελία του Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος και του δεύτερου κύματος λιτότητας.

Πριν από έξι μήνες άκουγα εμβρόντητος στο βαπόρι έναν παλιό μου συμμαθητή, κάτοικο της οδού Ηπείρου, να ξεσπάει:

«Ολα άλλαξαν ραγδαία μετά το 2004, ξαφνικά ξύπνησα στο Ισλαμαμπάντ… Στα διαμερίσματα του ορόφου μου, δυάρια και τριάρια, μένουν δέκα-είκοσι-τριάντα άνθρωποι, δεν ξέρω πια, δεν ξέρω ποιοι είναι, πούθε έρχονται, τι γλώσσα μιλάνε, πηγαινοέρχονται και αλλάζουν, δεν τους καταλαβαίνω και δεν με καταλαβαίνουν, δεν μπορούμε καν να τσακωθούμε όταν θορυβούν στις 2 η ώρα τα μεσάνυχτα, όταν κοπανάνε το καταμεσήμερο, όταν το εστιατόριο απέναντι έχει μετατραπεί σε ντισκοτέκ· δεν μπορώ να κοιμηθώ ούτε με ωτοασπίδες, δεν μπορώ να δω τηλεόραση, μου έχουν ανοίξει το σπίτι δυο φορές, μ’ έχουν ληστέψει στην Αχαρνών· το πουλάω 35 χιλιάδες, ό,τι πιάσει, είναι εφιάλτης, ντρέπομαι που το λέω, μένω στη γειτονιά από τη δεκαετία ’70, το σπίτι το αγόρασα το ’90, ντρέπομαι που σου τα λέω, θα νομίζεις ότι είμαι χρυσαυγίτης, αλλά δεν με νοιάζει κιόλας πια, δεν αντέχω…»

Εκεί, πέριξ της οδού Ηπείρου, κατοικούσε ο άτυχος 44χρονος οικογενειάρχης που σφάχτηκε από αγνώστους, ξημερώματα Τετάρτης, για μια βιντεοκάμερα, τη μέρα που θα γεννιόταν το παιδί του. Μεταξύ Ηπείρου και Ιουλιανού, στην Γ’ Σεπτεμβρίου, μεταξύ Ομονοίας και Βικτώριας, κάτι μέτρα από το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, στα σπλάχνα της πρωτεύουσας.

Ο φίλος μου έχει μετακομίσει ήδη, στα βουνά της Πετρούπολης, «όσο πιο μακριά από την παλιά μου γειτονιά, να την ξεχάσω…» Ο γείτονας του, ο οικογενειάρχης, ένας άνθρωπος σαν κι εμάς, δεν πρόλαβε.

Δεν έχω τίποτε να πώ. Τίποτε παραπάνω απ’ όσα δυσοίωνα έγραφα στις 12 Σεπτεμβρίου 2010, σαν πυρετική προφητεία:

«Κάθε περιγραφή της παρούσας κατάστασης στο ιστορικό κέντρο υπολείπεται της πραγματικότητας· κάθε περιγραφή είναι πιο ζοφερή από την προηγούμενη. Καθώς σωρεύονται οι περιγραφές, αποσπασματικές και περιπτωσιολογικές, μετατρέπονται ακαριαία σε κοινοτοπία, καταντάνε αναμενόμενη μικροφρίκη. Οι μικρομεσαίοι δεν θέλουν να μαθαίνουν, δεν θέλουν να βλέπουν λιώμα πλάσματα χυμένα στα ρείθρα, δεν θέλουν να μυρίζουν ούρα, δεν θέλουν να ακούνε για εγκληματικότητα, δεν θέλουν να δεχτούν ότι η πόλη τους, η πρωτεύουσα του κρατιδίου, καρδιά και πνεύμονας της Δημοκρατίας, κατελήφθη από αλλότριες δυνάμεις, από υπέρτερες δυνάμεις, από τις δυνάμεις της απόλυτης φτώχειας, της εξαθλίωσης, των ανθρώπινων ναυαγίων. Οι μικρομεσαίοι δεν θέλουν να ξέρουν ότι η Αθήνα μετασχηματίζεται σε χωματερή, ότι η εξαθλίωση απλώνεται σαν γιγάντιος μύκητας που όλα τα σκεπάζει και τα κατατρώει, από το κέντρο, εστία της λοίμωξης, προς την περιφέρεια, προς τις γειτονιές, τις συνοικίες, τα προάστια.

»Οι μικρομεσαίοι Ελληνες δεν θέλουν να ξέρουν το προφανές: Στη χωματερή του ιστορικού κέντρου καθρεφτίζεται εν μέρει η παρούσα Ελλάδα, και εν όλω η επελαύνουσα Ελλάδα του σκληρού χειμώνα 2011. […]

»Θα βουλιάζουμε. Κάθε μέρα, κάθε μήνα. Η ύφεση φέρνει φτώχεια στη μικρομεσαία Ελλάδα, φέρνει μνήμες υπανάπτυξης, φέρνει τον μικρομεσαίο, αυτόν που ξέχασε τη φτώχεια και την σπάνη, πιο κοντά, όλο και πιο κοντά στο επίπεδο του οικονομικού πρόσφυγα, του μετανάστη, του απεγνωσμένου. Ο βούρκος του περιθωριακού απειλεί να ρουφήξει και τον ενταγμένο μικρομεσαίο. Μοιράζονται τον ίδιο δημόσιο χώρο, την ίδια ζούγκλα, την ίδια χωματερή.

»Στην κρίση καλύτερος δρομέας είναι ο πλούσιος, έγραψε ένας τραπεζίτης πρόσφατα. Ουδέν αληθέστερον. Οι πλούσιοι δεν ζουν καν στην Αθήνα, δεν τους νοιάζει· και ίσως βλέπουν την παρακμή της μεσαίας τάξης σαν αποκατάσταση της διασαλευθείσας τάξης, της απόλυτης κυριαρχίας τους, της φεουδαρχίας με νεωτερικά ψιμμύθια. Οι περισσότεροι πολιτικοί υπηρετούν αυτή τη λογική, ή ανήκουν σ’ αυτήν· έχουν εγκαταλείψει προ πολλού και τη δημοκρατία και την πατρίδα.

»Το θέμα είναι τι κάνουν οι μικρομεσαίοι, οι πολλοί, όσοι δεν είναι μακριά από τη φτώχεια, αλλά είναι μακριά από τον πλούτο· τι κάνουν για να σωθούν. Εκαναν το κουνέλι, λούφα και φυγή· μήπως και ωφεληθούν οι ίδιοι από την αδικία, την ανισότητα, την ανομία. Τώρα όμως απειλούνται με ισοπέδωση όλοι, κανείς δεν μπορεί να σωθεί μόνος του.

»Μόνο αν δράσουν συλλογικά, μόνο αν μεταβούν στο Εμείς, θα μπορέσουν να αποτρέψουν την εξολόθρευσή τους, υλική, ηθική, πνευματική. Μόνο αν αποφασίσουν να δράσουν για τον συλλογικό εαυτό, μόνο τότε υπάρχουν ελπίδες ανάσχεσης και αναστροφής τα χρόνια που έρχονται. Οποιος δεν καταλαβαίνει, όποιος δεν αντιλαμβάνεται την ιστορική θραύση, ας κάνει μια βόλτα on the wild side.»

Βαριά πληγωμένη οικονομικά, μουδιασμένη κοινωνικά, χωρίς σχέδιο και αυτοπεποίθηση, η χώρα πορεύεται ακυβέρνητη. Ο πρωθυπουργός φέρεται σαν να έχει απολέσει την εμπιστοσύνη των Ευρωπαίων εταίρων και του εξωτερικού παράγοντος· η δε κυβέρνηση απαρτίζεται πλέον από πρόσωπα που προετοιμάζονται για την επόμενη ημέρα και για την ατομική τους διάσωση. Αυτά διακρίνουν και η τρόικα και η Ε.Ε., εξ ου και οι υποδείξεις τους είναι πλέον ωμά πολιτικές και ασφυκτικές.

Πιο ψύχραιμος φαίνεται να είναι ο λαός, ο οποίος συνολικά έχει επιδείξει αξιοσημείωτη εγκαρτέρηση και πειθαρχία στα νέα δεδομένα πτωχείας και ανεργίας. Σε ένα βουβό πλειοψηφικό ρεύμα, αρκετές από τις μεταρρυθμίσεις που προβλέπονται στο Μνημόνιο γίνονται αποδεκτές, στο βαθμό που εξορθολογίζουν το κράτος· άλλες μεταρρυθμίσεις και περικοπές κρίνονται μη αναγκαίες ή και καταστροφικές. Αυτό που δεν γίνεται αποδεκτό είναι το ενδεχόμενο Δεύτερο Μνημόνιο, επαχθέστερο από το πρώτο και συνεπαγόμενο βαθύτερη ύφεση. Επιπλέον η κοινή γνώμη φαίνεται να μετατοπίζεται και ως προς τον Γ. Παπανδρέου: ενάμιση χρόνο από την εκλογική του νίκη, όλο και περισσότεροι τον θεωρούν υπαίτιο για το αδιέξοδο της χώρας.

Σε αυτό το κομβικό σημείο, εμφανίζεται ο Αντώνης Σαμαράς στο Ζάππειο 2. Ο πρώην αποσυνάγωγος του πολιτικού συστήματος, το αουτσάιντερ που κέρδισε την ηγεσία της συντριβείσας ΝΔ, επιβαρυμένης με κυβερνητικά σκάνδαλα και σπατάλες, αποτόλμησε κάποιες αλλαγές εν μέσω κρίσης: άλλαξε τη ρητορική του κόμματος, άλλαξε στόχευση και φυσιογνωμία. Κυρίως αποτόλμησε να εναντιωθεί στο Μνημόνιο, και τώρα, που ζητούμενο είναι μια άλλη διέξοδος, αισθάνεται δικαιωμένος ιστορικά, έτοιμος να διεκδικήσει την εξουσία.

Με την προχθεσινή του παρέμβαση αλλάζει την ατζέντα προς όφελός του: έκανε ηγετική εμφάνιση, δίνοντας έμφαση στην ανάκτηση της χαμένης αυτοπεποίθησης του λαού και παρουσιάζοντας μια διέξοδο από την ύφεση, ενώ ταυτόχρονα προσελκύει το ενδιαφέρον του ξένου παράγοντος, που αναζητεί συνομιλητές με πολιτική αποδοχή. Ο δρόμος θα είναι εξαιρετικά δύσβατος για τον Α. Σαμαρά, αλλά ήδη του ανοίγεται μια δυνατότητα.

Κάθε εικοσιτετράωρο κι ένας νεκρός. Στο δρόμο, στο κέντρο, στην πρωτεύουσα. Κι η κοινωνία, σπαραγμένη, φοβισμένη, κατασυγχυσμένη, αποτραβιέται ακόμη βαθύτερα στο καβούκι της, όσο διάφορες ομάδες διεκδικούν σώματα και σορούς. (Μερικές σορούς δεν τις διεκδικεί κανείς, μένουν αταύτιστες στα ψυγεία. Με μια ανορθόγραφη ετικέτα.)

Ο Μανώλης Καντάρης δολοφονήθηκε λίγο προτού γεννηθεί το παιδί του. Ο Γιάννης Καυκάς κρατούσε ένα πανώ και βρέθηκε να χαροπαλεύει. Ο νεαρός από το Μπαγκλαντές έπεσε νεκρός από μαχαιριές αγνώστων. Βία εγκληματική, βία παρακρατική, βία φασιστική. Οι φονιάδες παραμένουν άγνωστοι, κυκλοφορούν ανάμεσά μας· κι είμαστε όλοι υποψήφιοι θύτες και θύματα, όλοι βυθισμένοι σ’ έναν δαιμονικό κύκλο βίας και μίσους, φόβου και μισαλλοδοξίας, εξαθλίωσης και αυτοδικίας. Και παράλογης διεκδίκησης νεκρών: κάθε φατρία διεκδικεί το αίμα ενός αθώου.

Αυτός ο κύκλος αίματος πρέπει να διακοπεί. Τώρα. Με ευθύνη της πολιτικής κοινωνίας και του δημοκρατικού κράτους, όσου έχει απομείνει, με ευθύνη κάθε έμφρονος πολίτη, είτε κατοικεί πέριξ της Πατησίων είτε κατοικεί στο Παγκράτι, στα Εξάρχεια, στους Αμπελόκηπους, στο Μαρούσι. Γιατί η βία απειλεί να γίνει πάνδημη. Γιατί οι νεκροί βαραίνουν όλη την κοινωνία: η βίαιη διακοπή μιας ζωής μάς βαραίνει όλους, η μνήμη τους μας στοιχειώνει. Ο οικογενειάρχης Μανώλης Καντάρης, ο δάσκαλος Γιάννης, ο νεαρός Μπαγκλαντέζος, είναι όλοι πλάσματα του ίδιου Θεού· δεν ανήκουν σε καμιά ναζιστική σέχτα, σε κανέναν αυτόκλητο υπερασπιστή της φυλής και της τάξης.

Στη ματοβαμμένη άσφαλτο της Γ’ Σεπτεμβρίου, της Στρατηγού Καλλάρη, της Πανεπιστημίου, οι Ελληνες πολίτες να ανάψουν κεριά και να μείνουν σιωπηλοί, απειλητικοί, αποφασισμένοι. Να στείλουν μήνυμα προς την εγκληματικά ολιγωρούσα πολιτική ηγεσία, την κουφή, τυφλή και μοιραία, που περιφρουρεί τα προνόμιά της, ότι η πρωτεύουσα έχει μετατραπεί σε slum και η χώρα βυθίζεται στην κατάθλιψη.

Θα περιμέναμε από τον δήμαρχο και το δημοτικό συμβούλιο να τεθούν επικεφαλής σε τέτοιες εκδηλώσεις αισθήματος και αποφασιστικότητας, υπεράσπισης του δημόσιου χώρου και της ζωής. Θα περιμέναμε από τους υπουργούς να σπεύδουν ακαριαία στα νοσοκομεία και στις κηδείες, να παίρνουν, έστω την υστάτη ώρα, το μήνυμα μιας κοινωνίας που βουλιάζει και σπαράσσεται. Δεν το έκαναν. Κρύβονται από την πραγματικότητα, κρύβονται από την κοινωνία, κρύβονται από την Ελλάδα. Εγκατέλειψαν την Κάτω Αθήνα στην εξουσία της Χρυσής Αυγής. Οι τιμηθέντες με την ψήφο του λαού, οι λειτουργοί της δημοκρατίας, οι υπερασπιστές της νομιμότητας, οι εγγυητές της συνταγματικής τάξης και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, κρύβονται, δειλιάζουν, ψελλίζουν διαχειριστικές ανοησίες, πλασάρονται σε κούρσες διαδοχής, νίπτουν τας χείρας τους.

Η κλεπτοκρατική τάξη που διοίκησε τη χώρα την οδήγησε στη χρεοκοπία και την αναξιοπρέπεια. Εκχώρησε τη σημαία της Επανάστασης και τον Υμνο προς την Ελευθερία στο αυγό του φιδιού. Τώρα παρακολουθεί εξ αποστάσεως τον ευτελισμό της ζωής στο αθηναϊκό slum: εκεί, στον ζόφο, βρισκόμαστε εμείς, οι πολίτες.

Δεν έχω τίποτε να πώ. Τίποτε παραπάνω απ’ όσα δυσοίωνα έγραφα στις 12 Σεπτεμβρίου 2010, σαν πυρετική προφητεία:

«Κάθε περιγραφή της παρούσας κατάστασης στο ιστορικό κέντρο υπολείπεται της πραγματικότητας· κάθε περιγραφή είναι πιο ζοφερή από την προηγούμενη. Καθώς σωρεύονται οι περιγραφές, αποσπασματικές και περιπτωσιολογικές, μετατρέπονται ακαριαία σε κοινοτοπία, καταντάνε αναμενόμενη μικροφρίκη. Οι μικρομεσαίοι δεν θέλουν να μαθαίνουν, δεν θέλουν να βλέπουν λιώμα πλάσματα χυμένα στα ρείθρα, δεν θέλουν να μυρίζουν ούρα, δεν θέλουν να ακούνε για εγκληματικότητα, δεν θέλουν να δεχτούν ότι η πόλη τους, η πρωτεύουσα του κρατιδίου, καρδιά και πνεύμονας της Δημοκρατίας, κατελήφθη από αλλότριες δυνάμεις, από υπέρτερες δυνάμεις, από τις δυνάμεις της απόλυτης φτώχειας, της εξαθλίωσης, των ανθρώπινων ναυαγίων. Οι μικρομεσαίοι δεν θέλουν να ξέρουν ότι η Αθήνα μετασχηματίζεται σε χωματερή, ότι η εξαθλίωση απλώνεται σαν γιγάντιος μύκητας που όλα τα σκεπάζει και τα κατατρώει, από το κέντρο, εστία της λοίμωξης, προς την περιφέρεια, προς τις γειτονιές, τις συνοικίες, τα προάστια.

»Οι μικρομεσαίοι Ελληνες δεν θέλουν να ξέρουν το προφανές: Στη χωματερή του ιστορικού κέντρου καθρεφτίζεται εν μέρει η παρούσα Ελλάδα, και εν όλω η επελαύνουσα Ελλάδα του σκληρού χειμώνα 2011. […]

»Θα βουλιάζουμε. Κάθε μέρα, κάθε μήνα. Η ύφεση φέρνει φτώχεια στη μικρομεσαία Ελλάδα, φέρνει μνήμες υπανάπτυξης, φέρνει τον μικρομεσαίο, αυτόν που ξέχασε τη φτώχεια και την σπάνη, πιο κοντά, όλο και πιο κοντά στο επίπεδο του οικονομικού πρόσφυγα, του μετανάστη, του απεγνωσμένου. Ο βούρκος του περιθωριακού απειλεί να ρουφήξει και τον ενταγμένο μικρομεσαίο. Μοιράζονται τον ίδιο δημόσιο χώρο, την ίδια ζούγκλα, την ίδια χωματερή.

»Στην κρίση καλύτερος δρομέας είναι ο πλούσιος, έγραψε ένας τραπεζίτης πρόσφατα. Ουδέν αληθέστερον. Οι πλούσιοι δεν ζουν καν στην Αθήνα, δεν τους νοιάζει· και ίσως βλέπουν την παρακμή της μεσαίας τάξης σαν αποκατάσταση της διασαλευθείσας τάξης, της απόλυτης κυριαρχίας τους, της φεουδαρχίας με νεωτερικά ψιμμύθια. Οι περισσότεροι πολιτικοί υπηρετούν αυτή τη λογική, ή ανήκουν σ’ αυτήν· έχουν εγκαταλείψει προ πολλού και τη δημοκρατία και την πατρίδα.

»Το θέμα είναι τι κάνουν οι μικρομεσαίοι, οι πολλοί, όσοι δεν είναι μακριά από τη φτώχεια, αλλά είναι μακριά από τον πλούτο· τι κάνουν για να σωθούν. Εκαναν το κουνέλι, λούφα και φυγή· μήπως και ωφεληθούν οι ίδιοι από την αδικία, την ανισότητα, την ανομία. Τώρα όμως απειλούνται με ισοπέδωση όλοι, κανείς δεν μπορεί να σωθεί μόνος του.

»Μόνο αν δράσουν συλλογικά, μόνο αν μεταβούν στο Εμείς, θα μπορέσουν να αποτρέψουν την εξολόθρευσή τους, υλική, ηθική, πνευματική. Μόνο αν αποφασίσουν να δράσουν για τον συλλογικό εαυτό, μόνο τότε υπάρχουν ελπίδες ανάσχεσης και αναστροφής τα χρόνια που έρχονται. Οποιος δεν καταλαβαίνει, όποιος δεν αντιλαμβάνεται την ιστορική θραύση, ας κάνει μια βόλτα on the wild side.»

φωτ.: Ελισάβετ Μωράκη

Σιωπή απλώνεται στη χώρα. Σιωπή αναμονής, υπνωτική, απειλητική. Τα ΙΧ έχουν αραιώσει, και τα σαββατοκύριακα, τα ταξί σταθμεύουν στις πιάτσες άδεια, δεκάδες, εκατοντάδες, στους δρόμους πληθαίνουν οι σκουπιδοσυλλέκτες με καρότσια σούπερ-μάρκετ, ζητιάνοι και μικροκλέφτες πολιορκούν τα υπαίθρια καφενεία, μικροπωλητές κουνάνε ευτελέστατα πραγματάκια στα μάτια αδιάφορων περαστικών, οι τιμές του καφέ είναι οι μόνες που αποπληθωρίστηκαν: «ένα ευρώ φραπέ + νερό», «όλοι οι καφέδες 1,70».

Στον ευρύχωρο δημόσιο χώρο της Θεσσαλονίκης μυρίζεις, σχεδόν αγγίζεις, την αμηχανία, τη συστολή, την κατήφεια. Σοκαρισμένοι, φέρνουμε στον νου εικόνες ευδαιμονισμού και υπερχειλίζουσας ζωτικότητας, λαμπερά πρόσωπα, στο όριο της προπέτειας, ενάμιση περίπου χρόνο νωρίτερα. Η Θεσσαλονίκη, χωνευτήρι επαρχιών και φυλών, υλόφρων, καλοζωισμένη, τώρα μου φαίνεται συρρικνωμένη, αχτένιστη, ρυτιδωμένη, με σχισμένες αφίσες πάνω σε βιτρίνες σκοτεινών μαγαζιών με βουβά ”ενοικιάζεται” και ”πωλείται”. Στα ηλιόλουστα πάρκα, στις ανοχτές πλατείες, στην κινητική Αριστοτέλους, αντικρίζω κυρίως έφηβους και νέους, πιο ξένοιαστους αλλά μαζεμένους κι αυτούς, μεσήλικες απλανείς και αφηρημένους, έναν λαό ζαρωμένο, σε επιφυλακή, σε αναμονή. Μόνο τα παιδιά και οι νέοι δίνουν κίνηση ακόμη στην πόλη, μόνο αυτοί ζωηρεύουν τη χώρα.

Από τον αιφνιδιαστικό χειμώνα του ’10 έχει περάσει ενάμισης χρόνος. Με περικοπές, ανεργία, μείωση εισοδήματος, ψαλίδισμα μισθών και συντάξεων, υπερφορολόγηση, με χιλιάδες μικροεπιχειρήσεις κατεστραμμένες. Η λιτότητα, οι περικοπές, η νέα φτώχεια, αντιμετωπίστηκαν με αξιοπερίεργη εγκαρτέρηση από τον λαό. Οι αντιδράσεις ήταν μετρημένες: περισότερο μια βαθιά δυσπιστία και αναδίπλωση, παρά οργή και αντίδραση. Ηταν μια αναπάντεχα ώριμη αντίδραση, σχεδόν αποδοχή μιας δύσκολης μοίρας.

Σταδιακά όμως, μετά το σοκ, μετά τα αλλεπάλληλα σοκ, τη δυσπιστία διαδέχεται η κατήφεια, σταθερά εγκατεστημένη σε πρόσωπα και καθημερινή συμπεριφορά, μια θλίψη που απλώνεται ψιλή ψιλή, αδιόρατη, σε όλο τον δημόσιο χώρο, που ψύχει και επιβραδύνει ζωτικές λειτουργίες. Η Αθήνα, η Θεσσαλονίκη, δηλαδή ο μισός πληθυσμός, έχει ζαρώσει, κινείται στο ρελαντί, σαν να οικονομεί δυνάμεις ενώπιον του απρόοπτου, ή του αναπόφευκτου. Σαν να συσπειρώνεται το σώμα, για να απαλύνει τη σφοδρότητα της πρόσπτωσης.

Ακόμη και το ζάρωμα όμως, αυτή η αναδίπλωση, το σκυμμένο και κουλουριασμένο σώμα, φέρει τη δική του δυναμική. Πρόκειται για οικονομία, για προφύλαξη· δεν είναι μόνο φόβος ή ηττοπάθεια. Το ένστικτο αυτοσυντήρησης, το κύτταρο του επιβιωτή, φαίνεται να ξυπνά επιτέλους, να οδηγεί τις συμπεριφορές. Υπάρχουν δυνάμεις, είναι φανερό. Το ανθρώπινο απόθεμα είναι εδώ, παρόν, πάντα ήταν. Λείπει το σχέδιο, ο σκοπός, η πίστη, η συντονισμένη εκτίναξη.

Κάθε μέρα που περνά, η σιωπή πυκνώνει. Ομως αλλάζει τώρα, δεν είναι η ίδια σιωπή· η θλίψη έχει ένα όριο. Το όριο είναι η επίνοια: τώρα πια κατανοούμε την κατάσταση, σύντομα θα κατανοήσουμε και τους όρους της υπέρβασής της.

φωτ.: Στράτος Καλαφάτης

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

Twitting

  • Σήμερα στην Ολομέλεια για τον προϋπολογισμό 2018: Να επιστρέψει στους πολίτες η αυτοπεποίθηση, να δώσουμε στους νέο… twitter.com/i/web/status/9… 14 hours ago
  • Χτες στο @Radiofono247 για πόθεν έσχες δικαστών: Η στάση τους προσφέρει εξόχως ένα πολιτικό παιδαγωγικό παράδειγμα.… twitter.com/i/web/status/9… 1 day ago
  • Τώρα έρχεται ξανά η στιγμή που μπορούμε να παίξουμε έναν πολύ σοβαρό και καταλυτικό ρόλο στην βαλκανική και δεν θα… twitter.com/i/web/status/9… 2 days ago
  • Η Ελλάδα είναι το τελευταίο διάστημα αναβαθμισμένη γεωστρατηγικά. Την ωφελεί και επιβάλλεται να είναι εξωστρεφής κα… twitter.com/i/web/status/9… 2 days ago
  • Από άποψη εθνικής στρατηγικής βλέπουμε μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα τα οφέλη από την επίσκεψη Ερντογάν και την α… twitter.com/i/web/status/9… 5 days ago
  • Πολιτικός στόχος της κυβέρνησης το επόμενο διάστημα θα πρέπει να είναι η κατοχύρωση της προστασίας των λαϊκών A' κα… twitter.com/i/web/status/9… 1 week ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 991,161 hits
Αρέσει σε %d bloggers: