Γυάλινες επιφάνειες, απ’ την άσφαλτο ώς τον ουρανό, γκόθικ και αρ ντεκό ουρανοξύστες, ατμοί στις κορφές και στα ρείθρα, σμήνη commuters στους σταθμούς, γκόλντεν μπόις για λαντς στο φαϊνάνσιαλ ντίστρικτ, εργατιά τριτοκοσμική στα παρασκήνια των ρεστωράν. Γνώριμα και οικεία. Κι αφήνεις τη Μητρόπολη, και μπαίνεις νύχτα στη suburbiana και στην academia: σαν ξημερώσει εμβαπτίζεσαι σε αναβιωμένο γκόθικ, νεοκλασικισμό, μοντερνισμό ma non troppo, στο κάμπους του Πρίνστον ανάμεσα σε νεαρούς με σορτς, μεσήλικες με τουίντ, γέροντες με ξεχειλωμένες ζακέτες, με φήμες για σαλούς επιστήμονες-ποιητές που επιβάλλουν συσκότιση στο Institute for Advanced Study, για να αναμετριόμαστε με τον έναστρο ουρανό, με το άπειρο και το κάλλος του. Ο θερμός οικοδεσπότης απαγγέλλει αρχαίες επιγραφές υπό τον έναστρο ουρανό.

Πίσω από κάθε μνημείο χρήματος και πολιτισμού, άνθρωποι, άνθρωποι, άνθρωποι. Αλλοτε συγκρατημένοι ευγενικοί, άλλοτε ζωηροί γοητευτικοί, άλλοτε μαγευτικοί μες στην ηρεμία της σοφίας τους. Πολλή ευφυΐα μαζεμένη, πολλή γνώση, κάποτε συνοδευόμενες από βαθύτερη καλλιέργεια, κάποτε περιβεβλημένες από αιδημοσύνη ή αφηρημάδα, λεπτή μελαγχολία ενίοτε, και μια αύρα ιδρυματισμού φυσά πότε πότε. Η academia δεν είναι αυτό που ήταν: διαβατήριο επαγγέλματος και ανόδου· παραμένει πάντα δύσκολη και ανταγωνιστική, αλλά με πολύ λιγότερα δώρα. Οι άνθρωποι όμως πάντα βρίσκουν μια χαραμάδα να λάμψουν, ιδίως αν είναι νέοι, ακόμη κι αν βλέπουν μια αναγκεμένη πατρίδα πίσω τους και μια χώρα υποδοχής σε κρίση μπροστά τους.

Οι είκοσι-κάτι είναι οι πιο εύθραυστοι και ευγενικοί, ευγενέστατοι, μα και πραγματιστές και μαχητές· έχουν περάσει από δυο-τρία-τέσσερα πανεπιστήμια ο καθείς και ατενίζουν το μέλλον χωρίς τρελές προσδοκίες αλλά με μια ήρεμη αυτοπεποίθηση. Οι τριάντα-κάτι τρενάρουν σε post doc και έρευνες, χτυπάνε πόρτες, είναι πιο αγχωμένοι, έχουν ήδη απαιτήσεις ζωής, διαβάζουν τα έργα τέχνης με αναλυτικότητα αλλά και συγκίνηση. Ολοι έχουν πολιτική σκέψη εν εγρηγόρσει, ανεξαρτήτως αφετηρίας. Μιλώντας για την αγωνιώδη Ελλάδα του 2011, ακούνε τη γενιά τους, τη γενιά των γονιών τους, αφουγκράζονται τα επερχόμενα, ερμηνεύουν σαν πειθαρχημένοι ερμηνευτές. Κάποιοι ακούνε κι άλλες φωνές, αντηχήσεις του ’20 και του ’30. Συζητάμε με θέρμη, με ένταση, χρησιμοποιώντας ατάκτως ερμηνευτικά εργαλεία ανθρωπολογίας, φιλολογίας, ιστοριογραφίας, αισθητικής. Η θεωρητική υπερεξάρτυση δεν σκεπάζει την ειλικρίνεια, την ενσυναίσθηση, παρ’ όλ’ αυτά.

Ενας πρεσβύτης με παιδικό σπινθηροβόλο βλέμμα μάς πρόσφερε το καλύτερο μάθημα δημιουργικής ενόρασης, να βλέπουμε το παρόν μες στο παρελθόν, με συγγνωστούς αναχρονισμούς, βουτώντας ταυτοχρόνως στη ζωγραφική, τις λέξεις και τις φανερώσεις του καθημερινού. O Πίτερ Μπράουν, «πατέρας» της ιστοριογραφίας της Υστερης Αρχαιότητας. Με διαρκώς γελαστό βλέμμα, με άφθαστη φυσική ευγένεια («It’s great pleasure… It’s great honour…»), ο Miglior Fabbro των στοχαστικών προσαρμογών ανήγαγε τον Στέλιο Φαϊτάκη στον Φώτη Κόντογλου με θαυμασμό, προσθέσαμε την Neue Sachlichkeit και τον Οττο Ντιξ, κι ύστερα πρόβαλε τις νεανικές αντικουλτούρες και τη χειρονομιακότητα του Δεκέμβρη ’08 στον κόσμο των προφητών της ύστερης αρχαιότητας, της μακράς μετάβασης: Μιλούν για την «καινήν κτίσιν», είπε σε άψογα ελληνικά. Με τέσσερις-πέντε παρατηρήσεις ο μαιτρ άνοιγε δρόμους πολύπλευρης κατανόησης, πρισματικής ενσυναίσθησης του παρόντος. Ολη δική μου η τιμή που σας άκουσα, δάσκαλε και τεχνίτη. Είσθε ο δεύτερος σοφός που γνωρίζω στην Αμερική, μετά τον Σπύρο Βρυώνη – ιστορικός κι αυτός, πολύγλωσσος, γνώστης της Μεσογείου και της Ανατολής.

Ιδού τα κρυμμένα δώρα τούτης της academia. Η σοφία, και όχι μόνο η γνώση· τα επιχειρήματα, ο πυκνός λόγος, η ευκταία αλληλοτροφοδότηση ζωής και λογιοσύνης. Και το λευκό σπίτι Scheide Caldwel του ελληνικού πνεύματος στο Πρίνστον, αυτό ακριβώς: σπίτι, εστία, που γυρνάει σε βουλευτήριο, σεμινάριο και αισθαντικό σινεμά. Στο ίδιο σπίτι και οι εβραϊκές σπουδές.

Η Μητρόπολη κλείνει και επιστέφει. Βάζει τη σφραγίδα των μεγάλων και των έντονων: μεγάλα μουσεία, του μοντερνισμού και των επιστημών, του Μαξ Μπέκμαν, του Πόλοκ και του Βαν Γκογκ (ο έναστρος ουρανός του Institute for Advanced Study) · μεγάλο μπέιζ-μπολ (σαν αναπαράσταση των εποχών και της Οδύσσειας το περιγράφει ο φιλόλογος του Γιέιλ Bartlett Giamatti) με τις τρεις φονικές βολές του «γιάνκη» Μο Ριβιέρα και υπόκρουση Metallica· έντονα μιούζικαλ με τον οργισμένο ροκ American Idiot· μεγάλες πεζοπορίες σε μεγάλους δρόμους, μεγάλες αυτοκινητάδες νυχτερινές ώς την άκρη του νερού, έντονες συζητήσεις για τον μεγάλο καημό της Ελλάδας.

Κυματισμός, από το μεγάλο στο μικρό, από το γενικό στο ειδικό, από το τάνυσμα στη χάλαση, από τον νου στην καρδιά, από το Υψηλό στο Ποπ. Ολα οικεία. Με δοκιμασμένους φίλους. Με νέους φίλους. Ολα οικεία κι όλα διαρκώς άλλα, όλα απ’ την αρχή.

Advertisements