You are currently browsing the monthly archive for Απρίλιος 2011.

Με την ύφεση να εκτοξεύει το έλλειμμα και τις αγορές να γκρεμίζουν τα ομόλογα και το Χρηματιστήριο, με τον υπουργό Οικονομικών να αναζητεί απεγνωσμένα πρόσθετους πόρους από τη φορολόγηση των αναψυκτικών, με την κοινωνία και την εγχώρια αγορά παγωμένες, δεν μένει πια καμιά αμφιβολία ότι η πολιτική του Μνημονίου, όπως την εφάρμοσε η κυβέρνηση όλο τον τελευταίο χρόνο, δεν μπορεί να βγάλει τη χώρα από το αδιέξοδο. Μάλλον τη βυθίζει πιο βαθιά στην ύφεση και στην απόγνωση. Πολύ περισσότερο, η αποτυχία στη διαχείριση της οικονομικής κρίσης συνοδεύεται από καταφανή πλέον δυσχέρεια της κυβέρνησης να παράγει έργο, να παράγει δηλαδή πολιτικά γεγονότα. Η κυβέρνηση Παπανδρέου φαίνεται όχι μόνο κατάκοπη, αλλά κυρίως σαστισμένη, άγονη, διασπασμένη, και χωρίς κανένα στρατηγικό εθνικό σχεδιασμό, όχι για μετά το 2012, αλλά ούτε καν για το υπόλοιπο του 2011.

Αυτή η πασίδηλη δυστοκία, που διατρέχει εγκάρσια το πολιτικό σύστημα, είναι το πιο ανησυχητικό σύμπτωμα. Διότι δείχνει, πρώτα απ’ όλα, ότι από το παρόν πολιτικό προσωπικό και υπό τους παρόντες συσχετισμούς και διατάξεις, δεν μπορεί να προκύψει η προωθητική ενέργεια που απαιτείται επειγόντως για να ανακοπεί η ελεύθερη πτώση. Το πολιτικό σύστημα αδυνατεί να διαπραγματευτεί τους όρους επιβίωσης της χώρας, αδυνατεί να εισπράξει έσοδα, αδυνατεί να επιβάλει δίκαιη και αποτελεσματική φορολόγηση, αδυνατεί να εμφυσήσει μια αίσθηση δικαιοσύνης στους πολίτες, και φυσικά αδυνατεί να γεννήσει ιδέες και να απελευθερώσει υπνώττουσες ή φυλακισμένες δημιουργικές δυνάμεις.

Ποτέ άλλοτε στα χρόνια της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας δεν ήταν τόσο έντονη η αίσθηση της ανημπόριας και της χρεοκοπίας, αλλά και η αίσθηση ότι σαν έθνος ζούμε μια ιστορική καμπή, συγχρονισμένη με μείζονες γεωπολιτικές ανακατατάξεις. Ο βίαιος μετασχηματισμός του παγκόσμιου καταμερισμού εργασίας με την είσοδο των ασιατικών γιγάντων, τα πλανητικά μεταναστευτικά ρεύματα, η παγκόσμια οικονομική κρίση, ο οικονομικός και πολιτικός κλονισμός της Ευρωπαϊκής Ενωσης, οι εξεγέρσεις στον αραβικό κόσμο, όλα τούτα δρουν ενισχυτικά πάνω στη γηγενή δομική κρίση. Η Ελλάδα κλυδωνίζεται επώδυνα, σ’ έναν κόσμο που αλλάζει.
Και οι Ελληνες είναι αναγκασμένοι να ξαναδούν τους εαυτούς τους. Να τοποθετηθούν διαφορετικά στο διεθνές περιβάλλον. Αλλά πρώτα απ’ όλα, να ξαναδούν διαφορετικά τους εαυτούς τους μέσα στην ίδια τους τη χώρα: να μας φανταστούμε διαφορετικούς σαν πολίτες μιας διαφορετικής χώρας. Στον βίαιο 20ό αιώνα οι Ελληνες επινόησαν εκ νέου τους εαυτούς τους και τη χώρα, τρεις-τέσσερις φορές τουλάχιστον: όταν ξεκίνησαν οι Βαλκανικοί πόλεμοι, μετά την Καταστροφή του ‘22, στον πόλεμο του ‘40-’41, μετά τον Εμφύλιο, μετά την πτώση της δικτατορίας και την τραγωδία της Κύπρου. Κάθε φορά κατασκεύαζαν μια ιδέα για το μέλλον, λιγότερο ή περισσότερο συνεκτική, κάθε φορά η ιδέα προσγειωνόταν στην πραγματικότητα, μετά από μία ήττα ή μια ιστορική ανακατάταξη, κάθε φορά είχαν να αντιμετωπίσουν την αλλαγή στάσης του ξένου παράγοντα και τον εσωτερικό διχασμό.

Δυστυχώς, αυτή η τόσο πλούσια ιστορική πείρα δεν εγγυάται την αποφυγή των ίδιων ή άλλων λαθών, κάθε άλλο. Η ιστορία διδάσκει αλλά δεν φρονηματίζει. Ωστόσο, η μακροσκοπική όραση, που αναπόφευκτα φέρει ένας ιστορικός λαός με παράδοση αγώνων και καταστροφών, μπορεί να μας βοηθήσει να δούμε την παρούσα δυσχέρεια σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, να βγούμε προσώρας από τη δίνη του προβλήματος, ώστε να μπορέσουμε να επινοήσουμε βραχυπρόθεσμες και μεσοπρόθεσμες λύσεις.

Η αναδιάρθρωση του χρέους είναι η πρώτη κίνηση. Η πρόσφατη πικρή πείρα του Μνημονίου διδάσκει, πρώτον, ότι πρέπει να κινηθούμε ταχύτατα για να αντλήσουμε τα όποια οφέλη της αναδιάρθρωσης και, δεύτερον, πρέπει να διαπραγματευτούμε σκληρά, όσο μπορούμε. Η δικαιοσύνη και η ισονομία είναι οι αμέσως επόμενες προτεραιότητες: για την πάταξη της φοροδιαφυγής και της φυγάδευσης κεφαλαίων, για την προστασία των εξουθενωμένων, κυρίως για την εμπέδωση αισθήματος δικαίου και ελπίδας στους καχύποπτους και αποκαρδιωμένους πολίτες. Ο ελληνικός λαός, των μικρομεσαίων επιβιωτών και της μαύρης οικονομίας, δεν μπορεί να πάρει στα σοβαρά ένα κράτος που ανακοινώνει 75 πολίτες με εισόδημα άνω του ενός εκατομμυρίου και 35 χιλιάδες με εισόδημα άνω των 80.000. Μόνο με αποκατάσταση του αισθήματος δικαίου θα επανακάμψει το τρωθέν κύρος της δημοκρατίας και θα επισκευαστεί το διάτρητο σήμερα δημόσιο ήθος, θα αναστραφεί η τυφλή ανταρσία κατά του αναξιόπιστου και αλλοπρόσαλλου κράτους. Και μόνο έτσι θα καταστεί δυνατή η ελάχιστη αναγκαία συναίνεση για αναθεμελίωση της παιδείας και της παραγωγής, δηλαδή για την μεσοπρόθεσμη αναθεμελίωση της κοινωνίας.

Ποια κυβέρνηση, ποια ηγεσία, είναι σε θέση να πείσει τον κερματισμένο, φοβισμένο και εξοργισμένο λαό, ώστε να πειθαρχήσει και να εργαστεί προς ένα στόχο; Αυτό είναι το κρίσιμο ερώτημα. Ποια ηγεσία μπορεί να πείσει καταρχάς για το δικό της ήθος, τις αγωνιστικές της προθέσεις, την ανεξαρτησία της; Κυρίως για την πρόθεσή της να δώσει το παράδειγμα αναγέννησης ή να πέσει επί των επάλξεων; Ελάχιστα πρόσωπα από τους υπάρχοντες σχηματισμούς είναι σε θέση να πείσουν και ελάχιστοι θα επιπλεύσουν στο επόμενο διάστημα των αλλεπάλληλων αλλαγών. Νέα πρόσωπα, σε νέους σχηματισμούς, με άλλα πρόσημα και σε άλλες συμμαχίες, θα αναδυθούν, σε μία και δύο και τρεις και πολλές φάσεις. Πιθανόν δεν θα είναι όλοι καλοί ή καλύτεροι, πθανόν και η ίδια η μορφή διακυβέρνησης να αλλάξει, σε σχέση πάντα και με το ρευστό διεθνές περιβάλλον και τους απρόβλεπτους τελεστές. Ωστόσο ο πολιτικός χρόνος έχει πυκνώσει, τόσο πολύ που έχει γίνει αφόρητος: η χώρα χρειάζεται επειγόντως αλλαγή, επανεκκκίνηση. Τώρα.

εικόνα: Λουκία Richards
Advertisements

Πριν από είκοσι τέσσερα χρόνια διάβασα ένα βιβλίο που μου εντυπώθηκε. Το «Μέντιουμ», του πρωτοεμφανιζόμενου Γιώργου Συμπάρδη, ήταν μια νουβέλα με πρωταγωνιστή την Αθήνα της μεταπολίτευσης, αλλά μια Αθήνα διόλου μητροπολιτική και φαντασμαγορική. Το βιβλίο περιέγραφε μια Αθήνα υπόκωφη και κρυμμένη, την Αθήνα των λαϊκών ανθρώπων με τα μικρά όνειρα και τις μισοτελειωμένες επιδιώξεις, έναν κόσμο γεμάτο υπονοούμενα, λελογισμένη φτώχεια, σημάδια ημιορατά, διαψευσμένες ζωές. Και δεν ήταν ηθογραφία. Το Μέντιουμ μιλούσε για μια κοινωνία και μια ζωή που έμεναν στα αζήτητα της νεοελληνικής τέχνης: να, αυτό μου εντυπώθηκε.

Ο Συμπάρδης (γ. 1945), μετά έντεκα χρόνια σιωπής, συνέχισε την μικροανατομία του με ένα εξίσου ή και περισσότερο έκκεντρο μυθιστόρημα, τον “Αχρηστο Δημήτρη”, μια δαιδαλώδη αφήγηση προσώπων, βίων, βουβών ερώτων, ματαιώσεων, ανεξήγητων ανατροπών. Ενα μυθιστόρημα για την Ελλάδα του ’70-’80, για τα αισθήματά της τα μισά και αντινομικά, για τη λειψή της ενηλικίωση.

Το ’98, ο “Δημήτρης”. Δεκατρία χρόνια σιωπής. Και τώρα η “Υπόσχεση γάμου”. Αθήνα στα πρόθυρα της Κρίσης, μικροαστικές και λαϊκές συνοικίες, Καλλιθέα, Φάληρο, Ταύρος, Μοσχάτο, Καμίνια, ο Ηλεκτρικός από την Κηφισιά, διαδρομές με ταξί, πνιγηρά ουζερί, μικρά διαμερίσματα. Τέσσερις γυναίκες στα σαράντα, Αλέκα, Ολγα, Βιβή, Ματίνα ― η στέρεη, η όμορφη παθητική, η γεροντοκόρη, η ραγισμένη ψυχωτική. Με όλες σχετίζεται ποικιλοτρόπως ο συνομήλικος Ζαχαρίας, ένας αδύναμος άνδρας, δειλός, λούζερ, ευγενικός· φλερτάρει, αρραβωνιάζεται παντρεύεται. Στο φόντο, άλλοι άνδρες, μοιραίοι, μνησίκακοι, αρπακτικοί, λάγνοι, άνδρες-σκιές.

Το βιβλίο είναι γραμμένο ψιλοβελονιά, με λεπτομερέστατες ρεαλιστικές καταγραφές της πιο πεζής καθημερινότητας, ο αφηγητής μπαίνει σε γκαρσονιέρες και τριάρια λαϊκών πολυκατοικιών, σε κουζίνες και βεράντες, με μιαν αφόρητη πεζολογία βλέπει και μιλάει, σχεδόν μουρμουρίζει, στ’αυτί του αναγνώστη, χτίζει σιγά σιγά, βασανιστικά, χαρακτήρες και σχέσεις, ανθρώπους χωρίς μεγαλείο, τυραννισμένους, αδύναμους, παραδομένους στη μοίρα. Αυτή η πεζολογία, η αβάσταχτη και βασανιστική, είναι η μεγάλη αρετή του βιβλίου: το κουβάρι των ταπεινών βίων διαρκώς ξετυλίγεται και διαρκώς μπερδεύεται, οι άνθρωποι διαγράφονται όλο και διαυγέστερα, και η τόση διαύγεια, ο τόσος ρεαλισμός, απολήγει στο παράδοξο, στο αλλόκοτο. Η ζωή είναι αλλόκοτη. Τόσο πιο αλλόκοτη όσο πιο απλή.

Η “Υπόσχεση Γάμου” είναι μια οδυνηρή επισκόπηση της ελληνικής κοινωνίας, των πιο μαζικών στρωμάτων της, των μικροαστικών και λαϊκών, τόσο μαζικών και προφανών, τόσο αντιηρωικών και τετριμμένων, που δεν θέλει να τα δει και να τα ιστορήσει η σημερινή ελληνική τέχνη, δεν θέλει καν να γνωρίζει την ύπαρξή τους ―με εξαίρεση ελάχιστους νεότερους κινηματογραφιστές, σαν τον Γ. Οικονομίδη λ.χ. Ο Γ. Συμπάρδης, απεναντίας, προγραμματικά σχεδόν, από το πρώτο του βιβλίο, το ’87, έως σήμερα, βυθίζει το βλέμμα του σε αυτή την «αόρατη», την πανταχού παρούσα, μικροαστική και λαϊκή Ελλάδα και ακολουθεί τους ανθρώπους της, τους ζωγραφίζει, τους παρακολουθεί, τους ακούει, αναμεταδίδει τους φόβους και τα πάθη τους, τον χαμηλοτάβανο κόσμο τους. Δεν κρίνει, δεν κατακρίνει, δεν ειρωνεύεται, δεν δικάζει. Γράφει. Σαν καλλιτέχνης, τους δημιουργεί, τους δίνει ζωή και υπόσταση. Σαν άνθρωπος, τους συμπονάει, χωρίς να τους οικτίρει, χωρίς να τους χαρίζεται· ζει ανάμεσά τους, αναπνέει μαζί τους.

Κυρίως, δεν φοβάται το θέμα του, το τόσο τριμμένο και προφανές, το τόσο μπανάλ: ζωές ανθρώπων χωρίς μεγαλείο, χωρίς πετάγματα, χωρίς λάμψη, άνθρωποι χωρίς ιδιότητες, οι αόρατοι του μετρό, οι αόρατοι του σούπερ μάρκετ. Οι γυναίκες του βιβλίου εργάζονται σκληρά, νοσοκόμες και τραπεζοκόμοι, σκέφτονται τη σύνταξη, είναι σαραντάρες, ο έρωτας φτερουγίζει ακόμη, αλλά αδύναμα, είναι φτωχές. Οι άντρες δουλεύουν για είκοσι ευρώ μεροκάματο, βάρδια ταξί. Οι άνθρωποι είναι φτωχοί, στο όριο: λογαριάζουν το δεκάρικο, οι λογαριασμοί σπιτιού τούς ταράζουν, οι πιστωτικές είναι στα κόκκινα, μια παρεκτροπή τζόγου κλονίζει ολόκληρη οικογένεια. Είναι μια κοινωνία σε κρίση, πριν την παρούσα κρίση.

Αλλά το μυθιστόρημα καθαυτό δεν κάνει κοινωνιολογία, ούτε καν αυτή που του αποδίδουμε. Η “Υπόσχεση γάμου” περιγράφει τη ζωή ως διαρκή κρίση, ως δοκιμασία. Σκύβει πάνω απ’ τις ζωές των μικρών και ασήμαντων ανθρώπων. Πηγαίνει τόσο κοντά ώσπου τις γυρνάει απ’ την ανάποδη: και τότε φανερώνονται, μέσα από μικρές εκλάμψεις, το παράδοξο της ζωής, τα κρυμμένα μυστικά, οι ψυχαναλυτικές συμπτώσεις, η ζωή σαν ζαριά. Αλλά και οι στρατηγικές επιβίωσης, η αντοχή των αδύναμων, η συχώρεση της θηριωδίας, η αποδοχή του βίου σαν θαύμα και σαν βάσανο.

Η ανάγνωση ξεγελάει στην αρχή, με την ηθελημένη, αβάσταχτη πεζολογία του βιβλίου. Πολύ σύντομα, μαγνητίζει: οι ζωές των άλλων είναι η δική σου ζωή. Διαβάζεται σαν μακρύς αναστεναγμός.

Με τεντωμένα νεύρα, ακροποδητί, φτάσαμε στο Πάσχα, με άνοιξη που διστάζει να ξεμυτίσει, με κλίμα που περιγράφει τον μέσα καιρό, καιρό κρύο και θαμπό. Θα το θυμόμαστε κι αυτό το Πάσχα, αχνό, όπως αχνό θυμόμαστε το περασμένο, παραμονές του Μνημονίου, θα το θυμόμαστε μες στις προφητείες για τη χρονιά του ’11, σκληρή χρονιά, για όσους ξεπέφτουν και δυστυχούν, για όλους όσοι αγωνιούν, για όλους όσοι μαζεύονται να πιουν ένα ούζο με νηστίσιμα και γυρνάνε την κουβέντα στον παρόντα ζόφο και μαυρίζουν.

Αλλά έχουν και οι προφητείες τις διαψεύσεις τους, έχουν και οι ζόφοι τα φώτα που τους διαλύουν. Αίφνης, παρά τη σύγχυση και την απαισιοδοξία, όλο και περισσότεροι Ελληνες κατανοούν ότι από τη συμφορά δεν μπορείς να κρυφτείς ατομικά. Ακόμη κι αν γλιτώσεις μια περιουσία κι ένα εισόδημα, μια δουλειά, είναι δύσκολο να ζήσεις σε μια χώρα όπου οι περισσότεροι θα δυστυχούν, όπου οι κάδοι απορριμμάτων στις αστικές συνοικίες θα ‘ναι καβατζωμένοι από πρωινούς κυνηγούς-τροφοσυλλέκτες, όπου οι ζητιάνοι θα περνούν ανά τρίλεπτο στο καφενείο, και στις χωματερές θα αλληλοεξοντώνονται συμμορίες ρακομεταλλοσυλλεκτών, ένυλα slum που διαχέονται στο ιστορικό κέντρο και στις παρυφές, άυλα slum, ψυχικά, που διαχέονται σε όλη τη δημόσια σφαίρα: Πώς γλιτώνεις από αυτά;

Δεν γλιτώνεις. Ακόμη κι αν υψώσεις τοίχους με ηλεκτροφόρα συρματοπλέγματα στην παρ’ ημίν suburbiana, ακόμη κι αν το χρήμα έχει παρκάρει από καιρό στα νησιά Cayman, αφορολόγητο και θρασύ, ακόμη κι αν οι μετακινήσεις γίνονται πίσω από φυμέ τζάμια, ακόμη κι έτσι, ο ζόφος και ο κοχλασμός θα εισβάλλει από διάπλατες πόρτες μηντιακές: δεν κρύβεται, δεν θάβεται, δεν αποσιωπάται.

Δεν γλιτώνει λοιπόν κανείς. Ούτε ο πλούσιος ούτε ο μεσαίος. Ολοι θα ζουμε, ζούμε ήδη, σε μια υπόκωφη δυστοπία, με σιωπηρές πτωχεύσεις και αποδράσεις, με αιτήσεις μετανάστευσης, με απεγνωσμένες φυγαδεύσεις μικροαποταμιεύσεων, ανάμεσα σε σκονισμένα ενοικιαστήρια και οργισμένες αφίσες, σε έναν ακήρυκτο εμφύλιο, όπου συμφύρονται θύματα και θύτες αδιακρίτως, ενοχοποιημένοι και έξαλλοι εν ταυτώ. Ομως βλέπεις, ακούς, αφουγκράζεσαι, νιώθεις, ότι δεν πάει άλλο έτσι, όλοι να αλληλοϋποβλέπονται, όλοι να ενοχοποιούνται, όλοι να αδρανούν, όλοι να αναζητούν δοχείο για τη χολή που τους ανεβαίνει στο στόμα.

Κανείς δεν μπορεί να γλιτώσει μόνος του. Αλλά πώς θα αναγνωριστούν αυτοί οι πολλοί μόνοι σε ένα ενοποιημένο σύνολο, προσωρινό έστω, σε ένα όλον που θα ενώνει πολλαπλασιαστικά τις δυνάμεις, ώστε να αντέξουν το βάρος της συγκυρίας και να διαπλεύσουν τον μακρύ καιρό της κρίσης; Αυτός ο κοινός παρονομαστής αναζητείται τώρα, που θα συνενώσει σκόρπιες και ανοιμοιογενείς δυνάμεις προς κάποιο μίνιμουμ στόχο. Καλύτερα: ένας τελεστής, με τη μαθηματική έννοια· μια σχέση που θα μπορεί να δράσει πάνω σε όλη την υπάρχουσα ζοφερή σχέση και να τη μετασχηματίσει, να οδηγήσει σε μια ριζικά άλλη κατάσταση συνολικά.

Η κρίση οδηγεί σε υπερβάσεις και επανευρέσεις. Υπέρβαση των γνωστών εργαλείων, εννοιολογήσεων, συνηθειών· επανεύρεση μέσων, εργαλείων, εννοιών, στόχων. Υπερβαση των γνωστών ομαδώσεων ανά επάγγελμα, συντεχνία, κλάδο, συμφέρον, λόμπι, κλαν, συνλαμογικό γκρουπ· επανεύρεση άλλων πυρήνων για συσπείρωση: από το συγκεκριμένο ένυλο μικροπεδίο της κοινότητας έως το αφηρημένο, υπερβατικό μακροπεδίο της πατρίδας. Νέοι στόχοι: σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, επείγει η υπεράσπιση της δημοκρατικής τάξης, της ουσίας της, και όχι η περιστολή και η συρρίκνωσή της για δήθεν πρακτικούς λόγους.

Επείγει η ριζική αναθεώρηση του κυρίαρχου οικονομισμού υπέρ των λατρευομένων αγορών, αυτού που μάς οδήγησε εν πολλοίς στον παρόντα ζόφο. Επείγει η επανεπινόηση του πολιτικού. Η πολιτική κοινωνία οφείλει τώρα, περισσότερο από ποτέ πριν, να ανασυνταχθεί και να απαιτήσει δικαιοσύνη: δίκαιη φορολογία, δίκαιη κατανομή βαρών, τιμωρία κλεφτών, επίορκων και φοροφυγάδων. Δικαιοσύνη στο υλικό και στο ηθικό πεδίο, αλληλένδετα. Πώς καλούνται να θυσιαστούν μαζικά οι αδύναμοι, όταν κανείς επιφανής της κλεπτοκρατίας δεν έχει πληρώσει, δεν έχει τιμωρηθεί; Η επανεπινόηση του πολιτικού άρα περνάει, πρώτα απ’ όλα, από την απονομή δικαιοσύνης. Χωρίς υστερία, χωρίς δημαγωγία· ψυχρά, με ιστορική ευθύνη. Τότε, μπορούμε να δούμε και τους άλλους όρους του συνανήκειν, τους υπερβατικούς και προωθητικούς ― ώστε να δράσει ολοκληρωμένα ο τελεστής.

Ο υπόκωφος εμφύλιος που ζούμε τροφοδοτείται από οργή, από φόβο και σύγχυση. Τροφοδοτείται όμως και από δόλια φερέφωνα, όρνια αγορών, νεοδοσίλογους αριβίστες που πλασάρονται σε θέσεις κυριαρχίας πατώντας σε κοινωνικά ερείπια. Αλλά ο εμφύλιος, έτσι όπως διεξάγεται τώρα, τυφλός και πανδαμάτωρ, συδαυλισμένος κιόλας από τους αριβίστες, θα αφανίσει τους αδύναμους, θα πλήξει σφοδρά τους μεσαίους, θα ψαλιδίσει ακόμη και τους αστούς. Αυτό τον σωρό ερειπίων, το σωρό της αδικίας, ας δούμε πρώτα απ’ όλα: ορθώνεται και φράζει το μέλλον.

Ημέρα παθών, σε έτος παθών. Ημέρες οργής, που δεν ψάλλονται από χορωδίες ρομαντικές σε γοτθικούς ναούς, αλλά σιγοκαίνε βουβές στα λαρύγγια πλήθους νεόπτωχων, διαψευσμένων, χωρίς μάχη ηττημένων. Καθολικών του Βορρά, Ορθοδόξων και Καθολικών του Νότου. Στον κάθε τόπο άλλης τονικότητας δοξασία, αλλά το αποτέλεσμα ένα: ενοχοποίηση του πλήθους με κρίσιμους μετατονισμούς του ίδιου τροπαρίου: ”Μαζί τα φάγαμε”, ”εμείς φταίμε”, ”όλοι είμαστε ένοχοι”.

Μα είναι αληθές το τροπάριο; Κάθε τροπάριο περιέχει την αλήθεια του κυρίαρχου, του συνθέτη που το επιβάλλει ως κοινό άσμα και κοινή δόξα, ως μόνη αλήθεια. Μα ο κυρίαρχος είναι ο πρώτος που εγκαταλείπει το τροπάρι του, όταν δεν τον εξυπρετεί πια, και επιβάλλει νέο, νέα, πιο βολική αλήθεια.

Κατά ένα περίεργο τρόπο, όσοι ωρύονται σήμερα κατά των τεμπέληδων, μαλθακών, κρατικοδίαιτων, βαθιά ένοχων Ελλήνων, είναι οι ίδοι που προς τη δύση της δεκαετίας του ’80 ευαγγελίζονταν την επανάσταση του λαϊφστάιλ, εισήγαγαν στο ΠΑΣΟΚ τις κουστουμιές Hugo Boss αναμίξ με Ηλία Ανδριόπουλο και Μπρους Γουίλις, ξεκοκκάλιζαν επιδοτήσεις και μισθάρες από προβληματικές. Είναι οι ίδιοι που στα τέλη της δεκαετίας του ’90 όμνυαν υπέρ της δημοκρατίας του Χρηματιστηρίου, υπέρ της αναδιανομής του πλούτου μέσω σορταρίσματος, υπέρ της ισχυρής Ελλάδας που σάρωνε τους ψοφοδεείς νοικοκυραίους και τους μετριοπαθείς.

Ναι, έγινε αναδιανομή του πλούτου, μεταφορά του από τον λεηλατημένο δημόσιο χώρο στις τσέπες ολίγων και εκείθεν εξαγωγή του σε φορολογικούς παράδεισους. Ναι, έγινε αναδιανομή εξουσίας, εν ονόματι του χάχα λαού, προς όφελος μιας οικογενειακής ολιγαρχίας, στο πλαίσιο μιας ιδιωτικής δημοκρατίας. Ναι, το τροπάρι ήταν πειστικό: νανούρισε, αποκοίμισε, ξεμυάλισε. Και παραμένει ίδιο, με ανάποδα λόγια, με άλλο τόνο, με ίδια απεύθυνση: για όλο το χαλασμό φταίει ο ίδιος πάντα αδύναμος, ο ποδηγετούμενος, ο θύτης του εαυτού του. Το θύμα πιστεύει τον εαυτό του ως θύτη, και μένει λυσσασμένο, ανίσχυρο, πνιγμένο στον αδιέξοδο θυμό.

Στο δρόμο προς τη σταύρωση, ακούμε διαρκώς: Το τροπάριο του Χρηματιστηρίου: από το κάγκελο στον κουβά. Το τροπάριο των Ολυμπιακών: από τη φενάκη στη διάψευση. Το τροπάριο του Μνημονίου: από τη διάψευση στην άβυσσο. Και ψιθυρίζουμε την προσευχή μιας απλής καρδιάς, τα λόγια του ποιητή Δ. Ι. Αντωνίου:

Κύριε ― άνθρωποι απλοί,
πουλούσαμε υφάσματα
(κ’ η ψυχή μας
ήταν το ύφασμά που δεν τ’ αγόρασε κανείς).

Την τιμή δεν κανονίζαμε απ’ την ούγια
η πηγή και τα ρούπια είταν σωστά
τα ρετάλια δεν τα δώσαμε μισοτιμής ποτέ:
η αμαρτία μας.

Είχαμε μόνο ποιότητας πραμάτια.
Εφτανε στη ζωή μας μια στενή γωνιά
― πιάνουνε στη γη μας λίγο τόπο τα πολύτιμα ―.

Τώρα, με την ίδια πήχη που μετρήσαμε
μέτρησέ μας· δε μεγαλώσαμε το εμπορικό μας
Κύριε, σταθήκαμε έμποροι κακοί!

(Στη Μεσόγειο πάντα πιστεύαμε την Ανάσταση.)

ζωγραφική: Ξενοφών Μπήτσικας, 2011

Πόσο διαφορετικούς ανθρώπους άκουσα χθες να μου λένε σκασμένοι ότι τους σοκάρισε ο θάνατος του Νίκου Παπάζογλου, ότι έχασαν έναν δικό τους, έναν φίλο, ότι ένιωσαν να χάνουν κάτι από τη δική τους ζωή, ένα τραγούδι που τους σημάδεψε. Συμφώνησα με όλους. Κι εγώ έτσι ένιωθα: σαν να τέλειωνε μια εποχή, εποχή αθωότητας, αμεριμνησίας, ανθισμένων αισθημάτων.

Μαζί με τον Μανώλη Ρασούλη, που αποδήμησε πριν από σαράντα μέρες, και με κάποιους άλλους λιγοστούς καλλιτέχνες της γενιάς του, ο Παπάζογλου ανανέωσε το λαϊκό τραγούδι, το απενοχοποίησε, το πήγε ξανά προς τις πηγές του: ανανέωσε τον λυρισμό του, επαναφόρτισε το αίσθημα, πυρπόλησε τις καρδιές και όχι τα ορμέμφυτα, τραγούδησε τον πόνο με τη χαρά, υπενθύμισε τα μάταια και την ουσία. Ετσι, όταν άκουγες τη φωνή του στα λάιβ ή στα ράδια, λυγμική αλλά ποτέ κλαψιάρα, φωνή βυζαντινή, με ήθος κοινότητας και ύφος προσώπου, γείωνες κι εσύ μες στα χώματα της ζωής, αναγνώριζες τον εαυτό σου, όχι σαν μοναχοδαρμένο, αλλά σαν συνέχεια μιας παράδοσης, οργανικό μέλος μιας κοινότητας ανθρώπων που έχουν παρόμοια ντέρτια μ’ εσένα, παρόμοιους φόβους, ίδια φθαρτότητα. Ο Αύγουστος είναι για όλους ίδιος· και πάντα ενώνει μες στην αβάσταχτη γλύκα του.

Στον αειθαλή Αύγουστο του Παπάζογλου, α καπέλα ή με μείξη ηλεκτρικής Fender και μπουζουκιού, ενώθηκαν γενιές: ρεμπέτες και ροκάδες, αριστεροί και αδιάφοροι, υποψιασμένοι και ελαφρούτσικοι, μπατίρια, πλούσιοι, ποδοσφαιρόφιλοι, ράπερ… Κι είχε αλήθεια αυτή η τυχαία συνεύρεση· όση είχε και η στερεοτυπική του αμφίεση επί σκηνής: δεν ήταν πόζα, ήταν η αληθειά του. Τζιν παντελόνι, τζιν ή τζεϊλχάουζ πουκάμισο, όλα θαλασσιά, και μια φλόγα στο λαιμό, η φωνή του, η άλικη μπαντάνα. Σαν ροκάς του αμερικανικού Νότου, ένας Ολμαν Μπράδερ ας πούμε, ή σαν Νιλ Γιανγκ, σαν Μπρους Σπρίνγκστιν. Μα τέτοιας αισθηματικής κλάσεως καλλιτέχνης ήταν, τέτοια ενέργεια σκόρπιζε στα μυθικά καλοκαιρινά του λάιβ, ζυγισμένα, μετρημένα, αλλά και απλόχερα.

Ακόμη προσπαθώ να εξηγήσω την πάνδημη θλίψη που προκάλεσε η αναχώρησή του. Ηταν ένας άνθρωπος εκτός συστήματος, εκτός της βιομηχανίας ψυχαγωγίας, εκτός δημοσίων σχέσεων, εκτός νύχτας, εκτός μπίζνες. Αλλά ήταν εντός ζωής. Βαθιά μες στη ζωή. Χειροτέχνης, αυτοσχεδιαστής, αυτοδίδακτος· άνθρωπος της παρέας, των φίλων, της εργασίας, της συνέπειας, των αρχών. Αυτό του επέστρεφε ο κόσμος σαράντα τόσα χρόνια, αυτό λείπει τώρα από τον κόσμο, τον κόσμο που δάκρυσε μια βραδιά μ’ ένα τραγούδι, ένα στιχάκι, έναν λυγμό του Παπάζογλου: Αυτή η αίσθηση για τη ζωή, δοξαστική και βαθιά, ερωτική και αφτιασίδωτη, γήινη, αυθεντική.

Μιλάνε για το τέλος της Μεταπολίτευσης, για την επιβλαβή κουλτούρα της και το ρέμπελο ήθος της. Ρηχά λόγια, ρηχές σκέψεις. Ο Παπάζογλου διαψεύδει τους αστοιχείωτους και τους στεγνούς, τους άνιωθους, με το ήθος της φωνής του, διηνεκώς: Ηταν ωραίος Ελληνας, καλός, άξιος, ουσιώδης, απ’ τους πολλούς καλούς της Μεταπολίτευσης, απ’ τους πολλούς καλούς κάθε εποχής. Γι’ αυτή την απώλεια κλαίμε.

Γυάλινες επιφάνειες, απ’ την άσφαλτο ώς τον ουρανό, γκόθικ και αρ ντεκό ουρανοξύστες, ατμοί στις κορφές και στα ρείθρα, σμήνη commuters στους σταθμούς, γκόλντεν μπόις για λαντς στο φαϊνάνσιαλ ντίστρικτ, εργατιά τριτοκοσμική στα παρασκήνια των ρεστωράν. Γνώριμα και οικεία. Κι αφήνεις τη Μητρόπολη, και μπαίνεις νύχτα στη suburbiana και στην academia: σαν ξημερώσει εμβαπτίζεσαι σε αναβιωμένο γκόθικ, νεοκλασικισμό, μοντερνισμό ma non troppo, στο κάμπους του Πρίνστον ανάμεσα σε νεαρούς με σορτς, μεσήλικες με τουίντ, γέροντες με ξεχειλωμένες ζακέτες, με φήμες για σαλούς επιστήμονες-ποιητές που επιβάλλουν συσκότιση στο Institute for Advanced Study, για να αναμετριόμαστε με τον έναστρο ουρανό, με το άπειρο και το κάλλος του. Ο θερμός οικοδεσπότης απαγγέλλει αρχαίες επιγραφές υπό τον έναστρο ουρανό.

Πίσω από κάθε μνημείο χρήματος και πολιτισμού, άνθρωποι, άνθρωποι, άνθρωποι. Αλλοτε συγκρατημένοι ευγενικοί, άλλοτε ζωηροί γοητευτικοί, άλλοτε μαγευτικοί μες στην ηρεμία της σοφίας τους. Πολλή ευφυΐα μαζεμένη, πολλή γνώση, κάποτε συνοδευόμενες από βαθύτερη καλλιέργεια, κάποτε περιβεβλημένες από αιδημοσύνη ή αφηρημάδα, λεπτή μελαγχολία ενίοτε, και μια αύρα ιδρυματισμού φυσά πότε πότε. Η academia δεν είναι αυτό που ήταν: διαβατήριο επαγγέλματος και ανόδου· παραμένει πάντα δύσκολη και ανταγωνιστική, αλλά με πολύ λιγότερα δώρα. Οι άνθρωποι όμως πάντα βρίσκουν μια χαραμάδα να λάμψουν, ιδίως αν είναι νέοι, ακόμη κι αν βλέπουν μια αναγκεμένη πατρίδα πίσω τους και μια χώρα υποδοχής σε κρίση μπροστά τους.

Οι είκοσι-κάτι είναι οι πιο εύθραυστοι και ευγενικοί, ευγενέστατοι, μα και πραγματιστές και μαχητές· έχουν περάσει από δυο-τρία-τέσσερα πανεπιστήμια ο καθείς και ατενίζουν το μέλλον χωρίς τρελές προσδοκίες αλλά με μια ήρεμη αυτοπεποίθηση. Οι τριάντα-κάτι τρενάρουν σε post doc και έρευνες, χτυπάνε πόρτες, είναι πιο αγχωμένοι, έχουν ήδη απαιτήσεις ζωής, διαβάζουν τα έργα τέχνης με αναλυτικότητα αλλά και συγκίνηση. Ολοι έχουν πολιτική σκέψη εν εγρηγόρσει, ανεξαρτήτως αφετηρίας. Μιλώντας για την αγωνιώδη Ελλάδα του 2011, ακούνε τη γενιά τους, τη γενιά των γονιών τους, αφουγκράζονται τα επερχόμενα, ερμηνεύουν σαν πειθαρχημένοι ερμηνευτές. Κάποιοι ακούνε κι άλλες φωνές, αντηχήσεις του ’20 και του ’30. Συζητάμε με θέρμη, με ένταση, χρησιμοποιώντας ατάκτως ερμηνευτικά εργαλεία ανθρωπολογίας, φιλολογίας, ιστοριογραφίας, αισθητικής. Η θεωρητική υπερεξάρτυση δεν σκεπάζει την ειλικρίνεια, την ενσυναίσθηση, παρ’ όλ’ αυτά.

Ενας πρεσβύτης με παιδικό σπινθηροβόλο βλέμμα μάς πρόσφερε το καλύτερο μάθημα δημιουργικής ενόρασης, να βλέπουμε το παρόν μες στο παρελθόν, με συγγνωστούς αναχρονισμούς, βουτώντας ταυτοχρόνως στη ζωγραφική, τις λέξεις και τις φανερώσεις του καθημερινού. O Πίτερ Μπράουν, «πατέρας» της ιστοριογραφίας της Υστερης Αρχαιότητας. Με διαρκώς γελαστό βλέμμα, με άφθαστη φυσική ευγένεια («It’s great pleasure… It’s great honour…»), ο Miglior Fabbro των στοχαστικών προσαρμογών ανήγαγε τον Στέλιο Φαϊτάκη στον Φώτη Κόντογλου με θαυμασμό, προσθέσαμε την Neue Sachlichkeit και τον Οττο Ντιξ, κι ύστερα πρόβαλε τις νεανικές αντικουλτούρες και τη χειρονομιακότητα του Δεκέμβρη ’08 στον κόσμο των προφητών της ύστερης αρχαιότητας, της μακράς μετάβασης: Μιλούν για την «καινήν κτίσιν», είπε σε άψογα ελληνικά. Με τέσσερις-πέντε παρατηρήσεις ο μαιτρ άνοιγε δρόμους πολύπλευρης κατανόησης, πρισματικής ενσυναίσθησης του παρόντος. Ολη δική μου η τιμή που σας άκουσα, δάσκαλε και τεχνίτη. Είσθε ο δεύτερος σοφός που γνωρίζω στην Αμερική, μετά τον Σπύρο Βρυώνη – ιστορικός κι αυτός, πολύγλωσσος, γνώστης της Μεσογείου και της Ανατολής.

Ιδού τα κρυμμένα δώρα τούτης της academia. Η σοφία, και όχι μόνο η γνώση· τα επιχειρήματα, ο πυκνός λόγος, η ευκταία αλληλοτροφοδότηση ζωής και λογιοσύνης. Και το λευκό σπίτι Scheide Caldwel του ελληνικού πνεύματος στο Πρίνστον, αυτό ακριβώς: σπίτι, εστία, που γυρνάει σε βουλευτήριο, σεμινάριο και αισθαντικό σινεμά. Στο ίδιο σπίτι και οι εβραϊκές σπουδές.

Η Μητρόπολη κλείνει και επιστέφει. Βάζει τη σφραγίδα των μεγάλων και των έντονων: μεγάλα μουσεία, του μοντερνισμού και των επιστημών, του Μαξ Μπέκμαν, του Πόλοκ και του Βαν Γκογκ (ο έναστρος ουρανός του Institute for Advanced Study) · μεγάλο μπέιζ-μπολ (σαν αναπαράσταση των εποχών και της Οδύσσειας το περιγράφει ο φιλόλογος του Γιέιλ Bartlett Giamatti) με τις τρεις φονικές βολές του «γιάνκη» Μο Ριβιέρα και υπόκρουση Metallica· έντονα μιούζικαλ με τον οργισμένο ροκ American Idiot· μεγάλες πεζοπορίες σε μεγάλους δρόμους, μεγάλες αυτοκινητάδες νυχτερινές ώς την άκρη του νερού, έντονες συζητήσεις για τον μεγάλο καημό της Ελλάδας.

Κυματισμός, από το μεγάλο στο μικρό, από το γενικό στο ειδικό, από το τάνυσμα στη χάλαση, από τον νου στην καρδιά, από το Υψηλό στο Ποπ. Ολα οικεία. Με δοκιμασμένους φίλους. Με νέους φίλους. Ολα οικεία κι όλα διαρκώς άλλα, όλα απ’ την αρχή.

Προχθές απειλήθηκε με προπηλακισμό ο νομπελίστας Τζέιμς Γουότσον. Ευτυχώς, ο 88χρονος γενετιστής διέφυγε, με παρέμβαση καθηγητών και φοιτητών, και έδωσε τη διάλεξή του στο Πανεπιστήμιο Πατρών. Το χουλιγκανικό επεισόδιο ενδεχομένως σχετίζεται με κάποιες ανορθόδοξες απόψεις του Γουότσον για την κατώτερη ευφυΐα των μαύρων και το πιθανό γονίδιο της ομοφυλοφιλίας, απόψεις εχθροπαθείς ίσως ή και ρατσιστικές, αλλά σε καμία περίπτωση ικανές να πυροδοτήσουν βία. Λεκτική αντιπαράθεση, ναι, στρίμωγμα με επιχειρήματα, ναι, ενοχλητικές «αγενείς» ερωτήσεις, ναι. Αλλά βία;

Δυστυχώς, καθημερινά διαπιστώνουμε μια διαρκή, μαζική ολίσθηση: από το πεδίο της δημοκρατικής συζήτησης, προς το πεδίο της βίαιης αντιπαράθεσης· από τη διαπάλη ιδεών και επιχειρημάτων, προς την αυτοδικία και την καταστολή. Δεν είναι εύκολο να εντοπισθούν επακριβώς οι υπεύθυνοι και τα αίτια· αν ήταν, θα βρίσκαμε εύκολα τη θεραπεία. Μπορούμε βάσιμα όμως να υποθέσουμε ότι η κρίση, η ύφεση και ο φόβος του μέλλοντος βρίσκονται πίσω από τη διάχυση αυτής της χαμηλής εντάσεως βίας μέσα σε κάθε αρμό της κοινωνίας. Σαν να σιγοκαίει ένας εμφύλιος: χωρίς αποσαφηνισμένα στρατόπεδα, εντούτοις, χωρίς σημαίες, χωρίς διακριτά πρόσωπα· η μια ομάδα εναντίον της άλλης, όλοι εναντίον όλων. Λες και η κρίση να έχει αποθηριώσει τους μέχρι πρό τινος φιλήσυχους ή αδιάφορους πολίτες· οι παθητικοί γίνονται επιθετικοί και οι ζωηροί γίνονται επικίνδυνοι.

Αυτός ο υπόκωφος, διάχυτος εμφύλιος απειλεί τους πάντες και τα πάντα. Υποσκάπτει την ήδη διαβρωμένη κοινωνική συνοχή, πλήττει τον αυτοσεβασμό, θολώνει τον νου. Δηλαδή, απειλεί αυτά που χρειαζόμαστε περισσότερο από κάθε άλλο, για να διαπλεύσουμε τον μακρύ καιρό της κρίσης με τις λιγότερες δυνατές απώλειες. Κατά τούτο, ένα καθήκον, πρώτο από πολλά, του πολίτη σήμερα είναι η μετριοπάθεια, η ψυχραιμία· ιδίως του πολίτη που επιθυμεί όχι μόνο διάσωση αλλά και αναδόμηση της χώρας.

Είναι αλήθεια λοιπόν. Απομακρυνόμενος γεωγραφικά από την Ελλάδα, τη βλέπεις πιο καθαρά. Και βλέπεις επίσης τους άλλους Ελληνες, της διασποράς, τους μη Ελλαδίτες, αυτούς που δεν τους λογιαριάζεις όταν τρώγεσαι με τα ρούχα σου και με τον διπλανό σου, εσύ, ο αυτάρεσκος Ελλαδίτης, ο κλεισμένος στον κύκλο της έριδος και της κατακραυγής, ο πιασμένος στον κύκλο της απαισιοδοξίας και της ανημπόριας.

Βλέπεις πιο καθαρά τους Ελληνες. Και αντιλαμβάνεσαι, μάλλον αισθάνεσαι σωματικά, ότι οι Ελληνες της διασποράς είναι ενημερωμένοι, είναι πολιτικοποιημένοι, πονάνε τον τόπο, και κυρίως δεν φοβούνται να πουν τη λέξη πατρίδα. Συντηρητικοί, αριστεροί, διανοούμενοι, επιχειρηματίες, επιστήμονες, βαθύπλουτοι και βιοπαλαιστές, καλλιτέχνες, εκδηλώνουν τον πατριωτισμό τους ανοιχτά, απερίφραστα, θερμά, ανιδιοτελώς (πώς αλλιώς;).

Ισως αυτά τους διαφορίζουν από τους κακορίζικους Ελλαδίτες: η ανιδιοτέλεια, το καθαρό βλέμμα, ο άδολος πατριωτισμός. Ιδίως όσοι προκόβουν και σταδιοδρομούν στα εξόχως ανταγωνιστικά πεδία των ΗΠΑ είναι εκτεθειμένοι σε μια νοοτροπία αριστείας και αξιοκρατίας, άνευ της οποίας ουδέν επιτυγχάνει ο μέτοικος, κι αυτή τη νοοτροπία θέλουν να δουν και στην Ελλάδα. Και βεβαίως είναι εκτεθειμένοι στη νοσταλγία, αλλά όχι για μια ιδεατή Ελλάδα που έχουν να τη δουν δεκαετίες, διότι τη βλέπουν κάθε χρόνο· η νοσταλγία τους κατευθύνεται προς μια Ελλάδα ήδη εξελιγμένη που την έχουν δει να μην υστερεί στο υλικό μέρος. Η νοσταλγία τους αναζητεί μια ηθικά ακέραιη Ελλάδα – αυτή που δεν υπάρχει. Αυτή τη νοσταλγία τους την ένιωσα μεταδοτική και ευεργετική.

Οι κοσμοπολίτες και καλλιεργημένοι Ελληνες των ΗΠΑ, 30 – 50 ετών, αριστούχοι των πιο φημισμένων πανεπιστημίων και αριστούχοι στις μπίζνες, είναι επίσης εκτεθειμένοι στον αμερικανικό πατριωτισμό, που είναι φλογερός, συνταγματικός πατριωτισμός, με δημοκρατικές ρίζες.

Και από μια τεθλασμένη διαδρομή αναβαπτίζουν τον πατριωτισμό τους προς την Ελλάδα στην αμερικανική κολυμπήθρα και τον ξαναβρίσκουν: άδολο, δημοκρατικό, ανιδιοτελή, θερμό. Τέτοιον που στον ελλαδικό χώρο δεν τολμούμε καν να τον ονοματίσουμε, όχι να τον διακηρύξουμε.

Τι μπορούμε να κάνουμε για την πατρίδα; Αυτή τη βαθιά κουβέντα την άκουσα από πολύ διαφορετικούς ανθρώπους, μέσα σε δέκα αμερικανικές ημέρες· από κορυφαίους πανεπιστημιακούς, λόγιους, επιχειρηματίες, τεχνοκράτες. Δεν είχα απαντήσεις. Τι να πω; Αντίκριζα μια πλουσιότατη δεξαμενή ταλέντων, σκέψης, ζωτικότητας, που τροφοδοτεί τον Νέο Κόσμο που τους υποδέχθηκε.

Από αυτή τη ζωτικότητα μπορεί να ωφεληθεί και ο χειμαζόμενος ελλαδικός κορμός. Με κάθε τρόπο και κάθε σχήμα συνεργασίας, με μικροδίκτυα και άμεσες συμπράξεις, προπάντων με ειλικρίνεια και σεβασμό προς αυτούς τους πολύτιμους συμπατριώτες. Τους έχουμε ανάγκη, μας έχουν ανάγκη. Οπως μου είπε σαραντάρης πλούσιος: Αν βουλιάξει η Ελλάδα, τι θα είμαστε; Τίποτα!

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

Twitting

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 989,804 hits
Αρέσει σε %d bloggers: