You are currently browsing the monthly archive for Μαρτίου 2011.

Ο έλεγχος της περιουσίας των πολιτικών και των κρατικών λειτουργών βρίσκεται πάντα στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης. Δικαίως. Αλλά παρά τους διαδοχικούς νόμους ή, μάλλον, εξαιτίας των αλλεπάλληλων τροποποιήσεων της νομοθεσίας, ο έλεγχος των περιουσιακών στοιχείων, το γνωστό «πόθεν έσχες», είναι ελάχιστα αποτελεσματικός και διεξάγεται προσχηματικά. Στην πράξη, το μόνο που γίνεται είναι η τελετουργική υποβολή μιας τυπικής δήλωσης ακινήτων, χρεογράφων και καταθέσεων, χωρίς καμία διασταύρωση. Η τελετουργία εξαντλείται με την ενιαύσια δημοσίευση αυτών των τυπικών δηλώσεων των βουλευτών, από τον Tύπο – σαν ηδονοβλεψία άνευ αντικειμένου. Μάλιστα, ο πολύς κόσμος αγνοεί ότι υπόχρεοι τέτοιων δηλώσεων «πόθεν έσχες» είναι και οι εξωκοινοβουλευτικοί υπουργοί και πολιτικοί, δικαστικοί, περιφερειάρχες, δήμαρχοι, τραπεζίτες, ιδιοκτήτες ΜΜΕ, δημοσιογράφοι και πολλοί άλλοι δημόσιοι άνδρες που διαχειρίζονται δημόσιο χρήμα και εξουσία.

Ακόμη όμως και αυτή η τελετουργία άνευ συνεπειών φαίνεται να αδυνατίζει περαιτέρω. Πρόσφατα, στις 10 Μαρτίου 2011, τροποποιήθηκε ο νόμος 3213 του 2003, για τη «δήλωση και τον έλεγχο περιουσιακής κατάστασης βουλευτών, δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, ιδιοκτητών μέσων μαζικής ενημέρωσης και άλλων κατηγοριών προσώπων». Με την ψήφιση του νόμου 3932/2011 για τη Σύσταση Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης, άλλαξαν μερικά άρθρα του νόμου 3213. Μια αλλαγή φαίνεται πιο κρίσιμη: Με το άρθρο 10 του νέου νόμου (3932/2011) προστίθεται ένα μικρούλι εδάφιο στο άρθρο 10, παρ. 3 του παλαιού νόμου (3213/2003). Το εδάφιο έχει το εξής περιεχόμενο: «Ομως, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα όλες τις περιστάσεις, μπορεί να κρίνει τις πράξεις αυτές ατιμώρητες.»

Ποιες πράξεις; Η μη υποβολή δήλωσης «πόθεν έσχες» ή η ανακριβής δήλωση. Σύμφωνα με τον νόμο, όποιος δεν υποβάλλει δήλωση ή δηλώνει ανακριβώς, υπόκειται σε ποινικές και διοικητικές κυρώσεις. Αν κριθεί ότι ήταν αμελής, λ.χ., πλήρωνε πρόστιμο 10 χιλ. ευρώ. Τώρα, με την αλλαγή του άρθρου 3, ο αμελής ή ο ανακριβής (εκ δόλου ή εξ αμελείας), μπορεί και να μείνει ατιμώρητος, εφόσον έτσι κρίνει το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο.

Προφανώς, υπάρχουν πολλοί αμελείς που δεν υποβάλλουν δήλωση. Πολλοί εξ αυτών είναι και δικαστικοί. Με την τροποποίηση ανοίγει ο δρόμος να μην τιμωρηθούν οι αμελείς, ούτε καν με πρόστιμο. Εστω. Αλλά τι γίνεται αν κριθεί ατιμώρητος κάποιος με ανακριβή ή ελλιπή δήλωση, όπου πιθανόν υπάρχει απόκρυψη και δόλος; Με ποια πραγματικά δεδομένα θα εκτιμήσει «ελεύθερα όλες τις περιστάσεις» ο δικαστής; Θα έχει στοιχεία από ενδελεχείς διασταυρώσεις λογαριασμών, τίτλων ακινήτων, χρεογράφων; Μάλλον όχι. Αρα δεν θα μπορεί εξ αντικειμένου να κρίνει «όλες τις περιστάσεις».

Η μικροσκοπική τροποποίηση ανοίγει μια κερκόπορτα, απ’ όπου μπορούν να διαφύγουν μεγάλα ψάρια, όχι απλώς αμελείς υπάλληλοι. Κι αν ξεφύγει ατιμώρητο το μεγάλο ψάρι από αυτή την ποινική κρίση, τότε ξεφεύγει και από κάθε διοικητική κρίση, αποφεύγει πρόστιμα, δημεύσεις κ.λπ. Μήπως έτσι «φωτογραφίζονται» κάποια μεγάλα ψάρια, ήδη περικυκλωμένα;

Δεν θέλουμε να πιστέψουμε ότι υπό την παρούσα πολιτική και ηθική αναταραχή, πέρασε στη Βουλή τέτοια νομοθετική αστοχία, με την υπογραφή πέντε υπουργών. Σε έναν ταλαίπωρο νόμο, που είχε ήδη ξανατροποποιηθεί, μόλις τον περασμένο Μάιο (Νόμος 3849/2010)… Ισως κάτι να μας διαφεύγει από τη νομική και πολιτική ουσία.

EDIT: Διεκρινίσεις και προεκτάσεις εξαιρετικού ενδιαφέροντος από τον Έρμιππο στο μπλογκ του.

 

WASTED_Youth_Poster

Στην ταινία Wasted Youth όλα συμβαίνουν καλοκαίρι. Ο 16χρονος Χάρης περιπλανιέται στην Αθήνα του καύσωνα πάνω στο σκέιτμπορντ, με τα ακουστικά του iPod στ’ αυτιά, και τη γεύση της αθανασίας στα χείλη. Βόρεια προάστια, συνοικίες, γειτονιές, πλατεία Συντάγματος, Φιλοπάππου, Μοναστηράκι, Γκάζι, Ζούμπερι… Οι φίλοι του είναι παιδιά από μικρομεσαίες οικογένειες, μετανάστες, έφηβοι που δουλεύουν, πηγαίνουν σχολείο χαλαρά, μοιράζονται ένα σουβλάκι και μια μπίρα, μοιράζονται τις εμπειρίες του φλερτ, μοιράζονται τον πελώριο χρόνο. Καθώς παρακολουθείς το παιχνίδι, το χασομέρι, τις επαφές τους, τίποτε δεν σου βάζει στο νου ότι αυτός ο χρόνος μπορεί να διαρραγεί. Οταν το κορίτσι λέει στον Χάρη να μη βιάζεται να προχωρήσει ερωτικά, γιατί “έχουν όλο τον χρόνο”, ο Χάρης απαντά χιλιαστικά: “Ποιο χρόνο; Το 2012 θα καταστραφούν όλα!”

Η “Σπαταλημένη νιότη” των Αργύρη Παπαδημητρόπουλου και Γιαν Φόγκελ τυπικά είναι μια μυθοπλασία βασισμένη στον φόνο του Αλέξη Γρηγορόπουλου. Βαθύτερα όμως είναι ένα δραματοποιημένο ντοκυμαντέρ με πρωταγωνιστές τους έφηβους, τις μικρομεσαίες τους οικογένειες και την μητροπολτική Αθήνα. Είναι ένα υβρίδιο ηθογραφίας και road movie, στην οποία συναντιούνται οι μεγάλες πικρές αφηγήσεις για τη νεολαία, η ιχνογράφηση της σύγχρονης οικογένειας, ο νεορεαλισμός ― το Αmerican Graffiti του Τζ. Λούκας, τα σύγχρονα βραζιλιάνικα με την άγρια μητροπολιτική νεολαία, η ανθρωπολογία των ragazzi di vita του Παζολίνι. Η μοναξιά και η στέγνια αντάμα με την τρυφερότητα, την αθωότητα, τη δύσκολη αναζήτηση της αγάπης.

Είναι ντοκυμαντέρ και αυτοσχεδιασμός: η ταινία δείχνει σχεδόν τις ραφές της, δεν προσποιείται την μεγάλη παραγωγή, δεν εκπαιδεύει ηθοποιούς, η δραματουργία της είναι σχεδόν προσχηματική. Αυτή η τυπικά ρομαντική αφέλεια, αυτή η φρεσκάδα και η απλότητα, η ειλικρίνεια, συνιστούν τη γοητεία της.

Το Wasted Youth είναι μια ροκ ταινία που μιλάει για την Ελλάδα σήμερα, και φιλμάρει την Αθήνα σαν Λος Αντζελες της Μεσογείου, γυμνή, ακομπλάριστη· δείχνει την Αθήνα αυτή που είναι και λίγοι την καταλαβαίνουν: μια υπερμοντέρνα μητρόπολη, γεμάτη λιωμένα αισθήματα, γεμάτη αγάπη και ένταση, αλλά χωρίς στόχο, με σπασμένη τη ραχοκοκκαλιά, μια μάνα που φοράει κηδεμόνα.

Η σκηνή που επισκέπτεται ο Χάρης τη μάνα του στο νοσοκομείο κελαρύζοντας “γειά σου, μαμά” και αγκαλιάζονται και χαϊδεύονται καθώς της φοράει τον κηδεμόνα για τη σπονδυλική στήλη, είναι συνταρακτική κορύφωση τρυφερότητας μάνας-γιου και υπόκωφη αλληγορία για την ανάπηρη αγάπη που δεν μπορεί πια να μας στηρίξει ολοκληρωτικά. Ο Χάρης στηρίζει τη μάνα του και την περπατάει, την κοιτάει με λατρεία, ερωτικά, η μάνα του ανησυχεί, τον λέει συνεχώς “μωρό μου”. Υστερα τρώει ένα ζελέ στο νεκρικό κυλικείο, μόνος, εν σιωπή: Ο χρόνος πάλι αραιώνει, διαστέλλεται, στα μέτρα της απέραντης εφηβείας. Εχει προηγηθεί η αγκαλιά, το χαστούκι και ο καβγάς με τον πατέρα: η σχέση με τον πατέρα είναι σπασμένη.

Η πάσχουσα ραχοκοκκαλιά της μάνας, λοιπόν. Η θραυσμένη πυρηνική οικογένεια: Βουβοί τρώνε, βουβοί κοιμούνται στα διαμερίσματα. Ο οικογενειάρχης Βασίλης καπνίζει μανιασμένα με θέα τον ακάλυπτο· είναι ολόκληρος μια τεντωμένη χορδή που πορεύεται προς την έκρηξη αναπόδραστα. Η πολυεθνική παρέα των εφήβων, Ελληνες, Ουκρανοί, Αλβανοί, Αιγύπτιοι, Αρτούροι, Αμπντάλα και Ερμάλ, Χάρηδες και Σπόροι, μια φυλή φίλων, υποκατάστατο οικογένειας, όπου όλοι αποκαλούνται μυητικά “ρε φίλε”, “ρε μαλ..κα” και μοιράζονται όνειρα και φαντασιώσεις.

Το Wasted Youth, όπως και η Χώρα Προέλευσης του Σύλλα Τζουμέρκα, και τα άλλα πρόσφατα κινηματογραφικά έργα καλλιτεχνών ίδιας γενιάς και παρόμοιας ευαισθησίας, βυθίζονται στην ελληνική ζωή και φωτογραφίζουν φόβους, αισθήματα, σχέσεις, ελλείψεις, αγωνίες, ό,τι οδήγησε στον απωθημένο Δεκέμβρη του ’08 και στην παρούσα πολιτισμική-κοινωνική κρίση.

Καμία δημαγωγία, κανένα εύκολο συμπέρασμα, καμία διδακτικότητα ή ηθικολογία, ακόμη και σε ένα τόσο καυτό, φορτισμένο θέμα όπως ο χαμός ενός παιδιού. Το Wasted Youth δεν δικαιολογεί, δεν ερμηνεύει, δεν κοινωνιολογεί, δεν φιλολογεί, μόνο δείχνει: την πόλη λιωμένη στο φως του καταμεσήμερου, τη φαντασμαγορία της αστικής νύχτας, πρόσωπα και σώματα σε κοντινά.  Και αφουγκράζεται: τον ήχο του σκέιτμπορντ, μια κιθάρα indie, ένα κουρελάκι ραπ, ένα σκούτερ που αγκομαχάει, λόγια που τα παίρνει η σκόνη. Λεπτομέρειες, θραύσματα, φευγαλέες στιγμές, χωρίς κεντρικό νόημα. Ολα ειπωμένα παρατακτικά και επάλληλα, χωρίς μπρος-πίσω, σχεδόν αυτοσχέδια, με μια λάμπουσα εικονοποιϊα που αφηγείται χωρίς λόγια.

Το Wasted Youth, περισσότερο από μια καλή ταινία, είναι μια αυθεντική μαρτυρία για την εποχή μας, και μια προκαταβολή για τη σπουδαία τέχνη που πρέπει να περιμένουμε από τη γενιά των σημερινών τριαντάρηδων.

Εκατόν ενενήντα χρόνια από την εθνεγερσία, πού βρίσκεται η Ελλάδα; Μεγάλη και αναπτυγμένη είναι, τόσο που δεν θα μπορούσαν να τη φανταστούν οι παππούδες μας ή οι πατεράδες μας. Αλλά χρεοκοπημένη, ασπόνδυλη, χωρίς πνοή. Και με Ελληνες αμήχανους, σαστισμένους, διχασμένους, φοβισμένους και εξαγριωμένους μαζί. Σαν να ‘χει χαθεί το μακρυγιαννικό “εμείς”, το εξόχως πολιτικό και δυναμικό, και να ‘χουν απομείνει μύρια “εγώ” τρομαγμένα, μόνα κι αδύναμα. Σαν να ‘χει χαθεί οριστικά ο αντάρτης, ο κλέφτης, ο ελεύθερος καρμπονάρος, ο μαχητής της δημοκρατίας, και να ‘χει επιπλεύσει μοναχά ο ραγιάς, ο προσκυνημένος, ο συμβιβασμένος και άπληστος, ο πλεονέκτης.

Ωστε αν επιζεί ένα διάζευγμα με νόημα για τους Ελληνες, με όλα τα βάρη του αναχρονισμού, από τον καιρό της Επανάστασης ώς σήμερα, αυτό δεν είναι το “φουστανέλα ή φράκο”, αλλά το “αγωνιστής ή ραγιάς”. Δεν έχει νόημα ο επιπόλαιος, ανιστόρητος χωρισμός σε δυτικόφρονες και ανατολικόφρονες, διότι είμαστε πολλών φωνών τραγούδια και διαρκώς περισσότερων. Αντιθέτως, στην ιστορική καμπή που βρισκόμαστε επείγει να αναστοχαστούμε τους εαυτούς μας ως μαχητές: Μπορούμε να αγωνιστούμε πάλι για ελευθερία και προκοπή; Η ελευθερία δεν κερδίζεται άπαξ· είναι διαρκώς ζητούμενη και πάντα ακριβή.

Δύο αιώνες μετά την εθνεγερσία, η ελευθερία της ίδιας πατρίδας απειλείται και πάλι, με άλλους τρόπους, υπό άλλους όρους, σε άλλο κόσμο. Οι υπερήφανοι πολεμιστές, οι ευημερούντες της ειρήνης, οι προκομμένοι των γραμμάτων και του εμπορίου, απειλούνται από την υποδούλωση της ανέχειας, να ξεπέσουν στον ραγιά που περιγράφει ο Οδυσσέας Ανδρούτσος: «το ταχιά βρίσκεται φτωχός, σα διακονιάρης στη στράτα». Ομως τώρα ο εχθρός δεν είναι ένας Τούρκος, ένας Αγαρηνός· οι εχθροί είναι πολλοί και βρίσκονται μέσα μας: απληστία, αφροσύνη, αχαλίνωτος ατομισμός, εμφύλιος. Αυτά μάς απειλούν. Με τα λόγια του Κοραή: «Προδότης της πατρίδος λογίζεται, όχι μόνον όστις παραδίδει εις τας χείρας των τυράννων τους αδελφούς του […] αλλά και όστις δεν φεύγει τας πλεονεξίας, εκ των οποίων γεννάται η τυραννία.»

Τη διαρροή του αντιδραστήρα του Τσερνομπίλ την είχα πια ξεχάσει το 1999, όταν ταξίδεψα στο Ισραήλ. Είχα ξεχάσει τον πανικό, τον φόβο για τα λαχανικά και το γάλα, τη θεαματική αύξηση των διαταραχών του θυρεοειδούς. Το Τσερνομπίλ ήταν παρελθόν. Το ξαναθυμήθηκα στην Καπερναούμ. Καθώς ο μοναχός Ειρήναρχος μάς έδειχνε τον ελληνορθόδοξο ναό των Αγίων Αποστόλων και την αγιογράφησή του, καμωμένη από Φλωρινιώτες μαστόρους, το βλέμμα έπεσε σε φωτογραφίες παιδιών, βέρες και φτωχικά ρολόγια, που κρέμονταν στο τέμπλο. Τι είναι; Τάματα για παιδιά από την Ουκρανία, για παιδιά χτυπημένα από τη λευχαιμία του Τσερνομπίλ. Τάματα και δάκρυα από σκοτεινές ομάδες γυναικών μαντιλοφορεμένων, με οδηγό έναν στάρετς. Χιλιάδες πρόσωπα, χιλιάδες τάματα, θυμητάρια ψυχών, που κλάφτηκαν βουβά. Ετσι ξαναθυμήθηκα το Τσερνομπίλ του υπαρκτού σοσιαλισμού. Κι έτσι το αντικρίζω έκτοτε στο πράσινο τοπίο του Στάλκερ: μια εικόνα του κόσμου μετά την καταστροφή, μια Αποκάλυψη, από τον χρωστήρα του Ταρκόφσκι.

Πώς θα θυμηθούμε την πυρηνική καταστροφή της Φουκουσίμα, που συγκλονίζει όχι μόνο τη λαβωμένη Ιαπωνία, αλλά ολόκληρη την υφήλιο; Υποθέτω σε κάποιο μελλοντικό tablet αφής, made in Japan, θα βλέπουμε πρόσωπα και βίντεο νεκρών σε ένα μακάβριο slide show. Και αναπόφευκτα θα συσχετίζουμε τη Φουκουσίμα με τη Χιροσίμα, όταν το Enola Gay έστειλε την κόλαση από τον ουρανό.

Η Χιροσίμα προϋποθέτει τη Φουκουσίμα, παρότι φαίνονται διαφορετικά συμβάντα. Και στα δύο κοινό στοιχείο είναι η ανθρώπινη Υβρις.

Στη Χιροσίμα, η Υβρις του νικητή, του αλαζόνα, που αφανίζει αμάχους και ήδη ηττημένους, για να δείξει ακόμη πιο τρομερή την πλανητική του κατίσχυση. Η Υβρις του ανθρώπου που βρήκε επιτέλους το όπλο ολοκληρωτικής καταστροφής και το εφαρμόζει για πειραματική επαλήθευση. Στη Φουκουσίμα, η Υβρις του άφρονος, ο οποίος υπέστη το πυρηνικό ολοκαύτωμα και κατόπιν, επιλήσμων του ολέθρου, δοκιμάζει την πυρηνική ενέργεια πιστεύοντας ακράδαντα ότι τη δαμάζει, ότι η επιστημονική γνώση μπορεί να αντιμετωπίσει τις φυσικές δυνάμεις.

Το πυρηνικό ατύχημα στη Φουκουσίμα δείχνει ότι ακόμη και η πιο τεχνολογικά προοδευμένη χώρα, ο πιο πειθαρχημένος και εκπαιδευμένος λαός, δεν μπορούν να προβλέψουν τα πάντα, δεν μπορούν να προβλέψουν τη σφοδρότητα των φυσικών φαινομένων, και κυρίως δεν μπορούν να προβλέψουν το ανθρώπινο σφάλμα. Στη Φουκουσίμα συνέβησαν όλα μαζί, παραβιάζοντας κάθε μέτρο πρόληψης: ο σεισμός ήταν πρωτοφανούς εντάσεως, το τσουνάμι απρόβλεπτο, τα συστήματα ασφαλείας ανεπαρκή ή λανθασμένα. Μα γιατί οι Ιάπωνες χτίζουν πυρηνικά εργοστάσια στην πιο σεισμογενή περιοχή του πλανήτη; Διότι δεν διαθέτουν επάρκεια ενεργειακών πόρων, δεν έχουν άνθρακα, πετρέλαιο, αέριο. Και διότι οι ενεργειακές ανάγκες της ασύλληπτα παραγωγικής Ιαπωνίας είναι τεράστιες. Πώς αλλιώς θα κατακλύσουν τον κόσμο με τα θαυμαστά Toyota, Sony, Seiko, Panasonic, Toshiba, Nintendo; Και διότι το οικονομικό–κοινωνικό μοντέλο που επικρατεί καθολικά στον 21ο αιώνα απαιτεί διαρκή ανάπτυξη, διαρκώς μεγαλύτερη ανάλωση πρώτων υλών και ενέργειας, διαρκώς μεγαλύτερη παραγωγή, διαρκώς μεγαλύτερη κατανάλωση.

Ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο και τη ζωή μας είναι η διαρκής συσσώρευση και μεγέθυνση, η καθυπόταξη της φύσης, η εκμετάλλευση των πηγών έως εξαντλήσεως, η απόρριψη των αντικειμένων μιας χρήσεως, η παραγωγή σκουπιδιών, και ξανά παραγωγή. Αυτός ο δαιμονικός κύκλος παραγωγής–κατανάλωσης–απόρριψης απαιτεί ολοένα περισσότερη ενέργεια. Ωστε το πρόβλημα δεν είναι αν η πυρηνική ενέργεια είναι επικίνδυνη ή καθαρή, αλλά αν ο ανθρώπινος πολιτισμός μπορεί αενάως να κινείται με αυτή την προσήλωση στην αιώνια συσσώρευση, την αμετακίνητη πίστη στην αιώνια πρόοδο, χωρίς καν ενδοιασμούς για τη μη γραμμική και προβλέψιμη συμπεριφορά των ανθρώπινων κοινωνιών, για τη χαοτική δυναμική των φυσικών φαινομένων.

Η νεωτερικότητα σφραγίζεται από την πίστη στις αστείρευτες δυνάμεις της επιστήμης και την αγαθή φύση του ανθρώπου, που τότε αναδύεται πιο ολοκληρωμένα και ως άτομο και ως πολίτης. Μαζί όμως με την αισιοδοξία του καθολικού σχεδίου του Διαφωτισμού, μαζί με τις ανακαλύψεις των φυσικών επιστημών, μαζί με τον θρησκευόμενο Δαρβίνο και τον ντετερμινιστή Μαρξ, ήδη από τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, η λογοτεχνία ζωγραφίζει τα όρια και τους κινδύνους: ο Φρανκενστάιν της Μαίρης Σέλεϊ σκιάζει τον ορίζοντα αισιοδοξίας, συνοψίζει τη ρομαντική σύλληψη του κόσμου, την αντιβιομηχανική και αντισυσσωρευτική, προϋποθέτοντας τις μεγάλες ρωγμές του Φρόιντ και του Νίτσε. Σε αυτές τις ρωγμές στεκόμαστε πάλι σήμερα· στις ρωγμές του σεισμού, της Υβρεως, της μη προβλεψιμότητας, των αδιεξόδων ενός αυτάρεσκου επιστημονισμού, της διαρκούς συσσώρευσης.

Από την πρώτη στιγμή των εξεγέρσεων στις αραβικές χώρες της Μεσογείου ευλόγως υποθέσαμε ότι η αναταραχή θα επηρέαζε τη θέση της Ελλάδας στο υπό διαμόρφωσιν νέο γεωπολιτικό περιβάλλον. Η απόφαση του ΟΗΕ για ζώνη απαγόρευσης πτήσεων στη Λιβύη άσκησε πίεση στον Καντάφι για κατάπαυση του πυρός και αφήνει ανοιχτό τον δρόμο για επέμβαση των δυτικών χωρών.

Για την εφαρμογή του No Fly Zone αλλά και σε οποιαδήποτε μελλοντική εξέλιξη, ο ρόλος της Ελλάδας είναι αποφασιστικός, όπως έχει φανεί ήδη από τις μεγάλες επιχειρήσεις διάσωσης ξένων πολιτών από την εμπόλεμη Λιβύη. Η γεωγραφική εγγύτης της Κρήτης με τα παράλια της Βορείου Αφρικής, αλλά και η ύπαρξη εκτεταμένων στρατιωτικών εγκαταστάσεων και υποδομών υποστήριξης καθιστούν τη Μεγαλόνησο στρατηγικό σημείο ανεκτίμητης αξίας για τις ΗΠΑ και την Ευρώπη, προκειμένου να διατηρήσουν υπό έλεγχο τα ενεργειακά αποθέματα της Λιβύης. Πολύ περισσότερο που ο παγκόσμιος ενεργειακός σχεδιασμός επιστρέφει και πάλι προς τους υδρογονάνθρακες, μετά την πυρηνική τραγωδία της Φουκουσίμα. Και σε κάθε περίπτωση, το ταραγμένο αραβικό τόξο, από τον Ατλαντικό έως τον Περσικό, έχει αξία πολλαπλάσια και πιο σύνθετη από την αξία των υδρογονανθράκων.

Αρα η Ελλάδα, υπό προϋποθέσεις, φαίνεται να αναβαθμίζεται γεωπολιτικά σε μια Μεσόγειο που παίζει και πάλι καίριο ρόλο στη διεθνή σκακιέρα. Το ερώτημα: Πώς θα μπορέσει να αξιοποιήσει καλύτερα τα στρατηγικά της πλεονεκτήματα έτσι ώστε να ανακουφιστεί από τη διαρκή απειλή χρεοκοπίας; Οπως έχει φανεί τον τελευταίο χρόνο, πολλά οικονομικά προβλήματα, αν όχι όλα, δέχονται πολιτικές λύσεις. Και η δυναμική των γεγονότων είναι τέτοια που προσφέρει απρόσμενα διαπραγματευτικά ατού στην πολιτικά εξουθενωμένη μέχρι τώρα Ελλάδα, συνθλιμμένη μεταξύ Βερολίνου και Αγκυρας. Η χώρα ενδεχομένως έχει μια ιστορική ευκαιρία να αναστρέψει το δυσμενές κλίμα. Δεν είναι καθόλου εύκολο, αλλά τουλάχιστον είναι μια κάποια ευκαιρία.

Ο τρομερός σεισμός των 8,9R από τα βάθη του Ειρηνικού Ωκεανού και το συνακόλουθο τσουνάμι έπληξαν την πιο προηγμένη ίσως τεχνολογικά χώρα του κόσμου, με τα πιο προηγμένα αντισεισμικά συστήματα και έναν εξαιρετικά πειθαρχημένο και εκπαιδευμένο λαό.

Το φυσικό φαινόμενο ήταν αναμενόμενο· το ιαπωνικό αρχιπέλαγος είναι από τις πιο σεισμογενείς ζώνες του πλανήτη. Η σφοδρότητα ίσως να ήταν απροσδόκητη. Αλλά τι σημαίνει απροσδόκητη; Μάλλον απευκταία ήταν. Μα έχουμε συνηθίσει, στον κοινό νου, να βαφτίζουμε απροσδόκητα τα απευκταία. Και να συγκλονιζόμαστε από την αδυναμία της τεχνολογίας και της επιστήμης να προστατέψουν το ανθρωπογενές περιβάλλον, τα έργα του πολιτισμού, όταν εκδηλωθούν οι φυσικές δυνάμεις. Τότε βγαίνουμε από την αυτάρεσκη πίστη μας στον παντοδύναμο επιστημονισμό, συγκλονισμένοι, και καταφεύγουμε στον κακοκρυμμένο αταβισμό: Η Φύση εκδικείται! Η Φύση ευθύς προσωποποιείται, αποκτά βούληση και ηθικούς χαρακτήρες, σαν άνθρωπος· και στη συγκεκριμένη περίπτωση, της καταστροφής, ενεργεί σαν “κακός” άνθρωπος, ή σαν μοχθηρός θεός, εξ ου και “θεομηνία”. Μεμιάς, ο αγέρωχος επιστημονικός άνθρωπος, ο βέβαιος, ο διαρκώς εν προόδω, ο τεχνοεξοπλισμένος, επιστρέφει στη σκοτεινή κοιτίδα του προνεωτερικού εαυτού, αντιμέτωπος με την Κακή Μητέρα Φύση, τον οργισμένο Ουρανό, τον φουσκωμένο Ωκεανό, τον Εγκέλαδο, τον Αδη.

Ετσι τα βλέπουμε εμείς, και τα χάσκοντα μήντια τα δικά μας. Ο ιαπωνικός λαός ίσως τα βλέπει διαφορετικά. Η πειθαρχία και η στωικότητα που επιδεικνύει, σε αυτή και σε άλλες μεγάλες καταστροφές, φανερώνουν έναν πολιτισμό που ενσωματώνει τη βαθιά αποδοχή της φυσικής τάξης μαζί με μια ισχυρότατη ροπή να προσαρμόσει το δυσμενές φυσικό περιβάλλον. Η παράδοση του ζεν, αφενός· ο ιαπωνικός κήπος, αφετέρου. Το ζεν διδάσκει την πλεύση κατά τον ρου του ποταμού, την ανακάλυψη της αλήθειας, και όχι την εφεύρεσή της· βάζει τη σοφία πάνω από τη γνώση. Στον ιαπωνικό κήπο, απο την άλλη, εκφράζεται μαζί με το ιδανικό του ζεν, η ακατάβλητη βούληση του ιαπωνικού λαού να σχεδιάσει, να φορμάρει, να παραγάγει: Το μπονσάι καθοδηγείται επίμονα προς μια ιδανική κατάσταση ηρεμίας, γαλήνια φόρμα, προς τον ιδανικό κήπο, κατασκευασμένο σαν να είναι φυσικός, αχειροποίητος. Η Ιαπωνία συμβιώνει με τη φύση, αλλά και προσπαθεί διαρκώς να την φορμάρει κατά το μέτρο των αναγκών και των δοξασιών της.

Ετσι και το ιαπωνικό αρχιπέλαγος: πάνω στα ρήγματα του Ειρηνικού, αποκομμένο, χωρίς πρώτες ύλες, χωρίς ενεργειακούς πόρους, τόπος σκληρός αλλά και σπάνιος. Πάνω σε αυτά τα νησιά οικοδομήθηκε ένας πολιτισμός ακρίβειας, κομψότητας, τελειότητας, στυλιζαρίσματος, απολυτότητας· από σκληρούς πολεμιστές, σαμουράι που συνθέτουν χαϊκού, τεχνολόγους που υπερβαίνουν το πρωτότυπο, τεχνοκράτες που αυτοκτονούν για λόγους τιμής. Ενας κόσμος στο όριο: μεταξύ σπάνεως και αφθονίας, βίας και κομψότητας, κυριαρχίας και αφανισμού, παράδοσης και μοντερνισμού. Αυτός ο κόσμος επλήγη, αυτός ο κόσμος θα συνεχιστεί.

Το περίφημο μέιλ του “τραπεζικού στελέχους” που προειδοποιεί για πτώχευση την 25η Μαρτίου και επιστροφή στη δραχμή, σπείρει καχυποψία σε ένα κοινωνικό σώμα ήδη καχύποπτο και καταπτοημένο. Διαδικτυακά αναλφάβητοι και νεοφώτιστοι, διαψασμένοι για μια “εξήγηση” των μυστηρίων του σύμπαντος, επαναπροωθούν μαζικά το μέιλ και αναπαράγουν την ανόητη φήμη και τον πανικό. Βεβαιως το μέιλ της Αποκαλύψεως σπέρνεται σε ένα έδαφος έτοιμο να το δεχτεί και να το καρπίσει: σύμφωνα με το Βαρόμετρο της Public Issue η ανασφάλεια των Ελλήνων και η απαισιοδοξία τους για το μέλλον καταγράφονται σε ιστορικά υψηλά. Εννέα στους δέκα Εληνες αισθάνονται ανασφαλείς, οκτώ στους δέκα πιστεύουν ότι βαδίζουμε σε λάθος κατύθυνση, επτά στους δέκα είναι πεισμένοι ότι θα βρεθούν σε ακόμη χειρότερη κατάσταση.

Είναι διάχυτη η αίσθηση ότι η χώρα βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση. Βουλιάζει. Και η αδράνεια έχει καταλάβει τα πάντα, μουδιάζει τα μέλη, μουδιάζει τα μυαλά: είναι φανερή λ.χ. στη δημόσια διοίκηση, όπου οι υπηρεσίες μένουν παγωμένες και αδρανείς, είτε επειδή λείπουν οι οδηγίες από την πολιτική ηγεσία, είτε επειδή λείπουν οι στοιχειώδεις πόροι, είτε επειδή ο φόβος του ελέγχου αναστέλλει στοιχειώδεις λειτουργίες. Η αδράνεια είναι φανερή και στην κυβέρνηση: η αρχική ορμή για την εφαρμογή των προβλέψεων του Μνημονίου ξεθύμανε πολύ σύντομα· ακόμη και για την εφαρμογή του δοτού μάνιουαλ απαιτείται ενεργητικότητα και στοχοπροσήλωση, κυρίως πίστη. Κι αυτά τα στοιχεία λείπουν.

Το πολιτικό προσωπικό παραπαίει εν πανικώ διότι, συνηθισμένο χρόνια τώρα στην παρασιτική αυτοαναπαραγωγή του, δεν μπορεί να αντιδράσει, να επιχειρήσει τη φυγή προς τα εμπρός. Βλέπει μπροστά την καταστροφή του: στις επόμενες εκλογικές αναμετρήσεις θα σαρωθεί. Και παρότι διαισθάνονται πια τον αφανισμό τους, ουδείς αποτολμά μια στοιχειώδη υπέρβαση. Γιατί; Διότι πρωτίστως δεν μπορούν, δεν γνωρίζουν το πώς. Και δεν έχουν την βούληση να ρισκάρουν το παραμικρό. Είναι τελειωμένοι. Είναι αυτοί που οδήγησαν τη χώρα σε αυτό το αδιέξοδο. Πώς είναι δυνατόν να τη σώσουν; Είναι οι άεργοι και ανεπάγγελτοι, οι πλουτίσαντες, οι νεποτιστές και διαπλεκόμενοι, μια αργόσχολη τάξη που επιβίωνε ανταλλάσσοντας εξαχρείωση με τους πολίτες-πελάτες. Πώς να αλλάξουν; Δεν αλλάζουν. Βρίσκονται ωστόσο στο τιμόνι του παραπαίοντος σκάφους, παγωμένοι και σταστισμένοι, και προσπαθούν ακόμη και τούτη την υστάτη ώρα, να το κυβερνήσουν σύμφωνα με τα δικά τους συμφέροντα και τις δικές τους χαμηλές δυνατότητες, εντελώς αυτονομημένοι από την κοινωνία, αποσπασμένοι από την πραγματικότητα. Δηλαδή, εκτός ιστορίας, άμοιροι της ιστορικής ευθύνης. Μοιραίοι.

Ζούμε δεινή κρίση ηγεμονίας, αλλά και δεινή κρίση ταυτότητας. Οι έως τώρα ηγεμονεύουσες ελίτ δεν θα υπάρχουν τα αμέσως επόμενα χρόνια, υπό την παρούσα μορφή. Πολλά μέρη τους θα εξαφανιστούν από το προσκήνιο, λίγα θα επιπλεύσουν· άλλα πρόσωπα, άλλοι σχηματισμοί θα εμφανιστούν για να εκφράσουν την κοινωνία όπως θα διαμορφώνεται μέσα από τις ωδίνες του νέου.

Η αγωνία της συλλογικής έκφρασης εμφανίζεται ήδη διάχυτη, με ποικίλα φανερώματα: κινήσεις πολιτών, ομάδες εθελοντών, περιοδικά, συλλογικά μπλογκ, στέκια. Οι νεότερες γενιές ιδίως, με ταπεινωμένο βίαια τον ορίζοντα προσδοκιών, κινούνται αργά μα σταθερά από το ατομοκεντρικό σύμπαν του ’90 και του ’00, το σύμπαν που τους διαμόρφωσε πνευματικά αλλά και τους φενάκισε, προς έναν κόσμο πιο συλλογικό.

Στις ηλικίες 20-40 βρίσκονται πολύτιμα κοιτάσματα ανθρώπινου δυναμικού, δυστυχώς λανθάνοντα και υπνώττοντα. Η ισχύσασα τάξις πραγμάτων απέκλειε συστηματικά τις νέες δυνάμεις από τα κέντρα σκέψεως και αποφάσεων, παρεκτός και αν ανήκαν σε πατριές και οικογένειες. Μετά την κορύφωση της κοινωνικής κινητικότητας, που παρατηρήθηκε τη δεκαετία του ’80 και σε μέρος του ’90, οι διαταξικές μετακινήσεις περιορίστηκαν δραστικά. Αυτή η κοινωνική δυσκινησία επηρέασε αρνητικά την πολιτική σκηνή και τη δημόσια διοίκηση, όπου επικράτησαν φαμίλιες και ανεπαρκείς πελάτες, αλλά επηρέασε αρνητικά ακόμη και την επιχειρηματική τάξη: η ρηχή εγχώρια αγορά κατελήφθη από εισαγόμενες νεοφιλελεύθερες ιδεοληψίες, χωρίς μελέτη των εν τω βάθει ελληνικών και μεσογειακών χαρακτήρων της οικονομίας (μικροϊδιοκτησία, πολυσθένεια, μικρές επιχειρήσεις). Το αποτέλεσμα το βλέπουμε: καρτέλ, κλεπτοκρατία, κρατικοδίαιτοι ιδιώτες, καταστροφή των μικρομεσαίων στρωμάτων.


Μεγάλο μέρος των νεότερων γενεών, που εισέρχονται τώρα στον παραγωγικό βίο με ζοφερές προοπτικές, διαθέτουν υψηλή τυπική μόρφωση και κυρίως ένα κοσμοπολίτικο πνεύμα, που δεν διέθεταν οι προηγούμενες γενιές. Είναι οι γενιές της παγκοσμιοποίησης και του Δικτύου. Και είναι ό,τι πολυτιμότερο διαθέτει τούτη η υπογεννητική, δημογραφικά γερασμένη χώρα, με το ανύπαρκτο ηθικό και τη σαρωτική απαισιοδοξία. Αλλά είναι αποκλεισμένοι, υποτιμημένοι, συμπιεσμένοι. Το σύστημα δεν τους υπολογίζει για μια εθνική αναγέννηση, ακριβώς διότι το σύστημα δεν ενδιαφέρεται για καμιά αναγέννηση, πλην της επιβίωσής του. Και δεν τους απευθύνεται· τους αγνοεί, τους θυσιάζει. Οι μεσαίας τάξης γονείς, αφού δαπάνησαν αισθήματα και χρήμα για τα βλαστάρια τους, βλέπουν τώρα, ανίσχυροι, έντρομοι, να μην μπορούν να υπερασπιστούν ούτε τα παιδιά τους ούτε τους εαυτούς τους ούτε, πολύ περισσότερο, τη μισερή κοινωνία που έφτιαξαν και ανέχθηκαν. Βρισκόμαστε ενώπιον ενός δραματικού παράδοξου: η ίδια η Ελλάδα θυσιάζει τα παιδιά της για τις αμαρτίες μιας άχρηστης και ανιστόρητης ελίτ.

Πώς θα κινητοποιηθούν αυτοί οι νέοι, και οι ωριμότεροι, με τις δυνάμεις τους και τις εμπειρίες τους; Εδώ εντοπίζεται η τραγική έλλειψη ηγεσίας, που θα ενέπνεε και θα συνήγειρε, αλλά και η έλλειψη ενός πεδίου αυτοαναγνώρισης, ενός ελαχίστου αισθήματος συνανήκειν. Οι ελλείψεις αυτές αλληλοτροφοδοτούνται, σχηματίζουν έναν βρόχο, μια λούπα. Αυτή η λούπα θα διαρραγεί το επόμενο διάστημα, αναπόφευκτα. Μέσα από τον πόνο της ρήξης, τον κουρνιαχτό των ερειπίων, θα αναδυθεί μια νέα Ελλάδα, με αυτογνωσία, κοινωνική κινητικότητα, πίστη και στόχο. Ενα στόχο κυρίως, τον δυσκολότερο: να επιβιώσει ελεύθερη.

-Σίντυ: Δεν υπάρχει κάτι που θα ήθελες να κάνεις;
-Ντιν: Σαν τι;
-Σίντυ: Είσαι καλός σε πολλά, θα μπορούσες να κάνεις κάτι…
-Ντιν: Σαν τι; Να είμαι άντρας σου, να είμαι πατέρας της Φράνκι; Τι; Πώς με φαντάζεσαι;
-Σίντυ: Δεν ξέρω… Είσαι καλός σε τόσα πράγματα… Εχεις μεγάλη ικανότητα…
-Ντιν: Σε τι;
-Σίντυ: Ζωγραφίζεις, τραγουδάς, χορεύεις…
-Ντιν: Ποτέ δεν ήθελα να είμαι σύζυγος ή πατέρας ενός παιδιού… Αλλά τώρα είναι το μόνο που θέλω να κάνω. Δεν θέλω τίποτε άλλο. Αυτό θέλω.
-Σίντυ: Θα ήθελα να ‘χεις μια δουλειά, που δεν θα ξεκινά από τις οκτώ το πρωί για να πιεις.
-Ντιν: Οχι, έχω μια δουλειά που μου επιτρέπει να πίνω από τις οκτώ το πρωί… Είναι πολυτέλεια. Ξυπνάω, πίνω μια μπίρα, πάω στη δουλειά, βάφω ένα σπίτι, τους αρέσει η δουλειά μου, γυρνάω σπίτι και είμαι μαζί σας. Αυτό είναι όνειρο!
-Σίντυ Και δεν νιώθεις ποτέ απογοητευμένος;
-Ντιν: Γιατί να νιώσω έτσι;
-Σίντυ: Που έχεις τόσες δυνατότητες και…
-Ντιν: Και λοιπόν; Κάνω αυτό που θέλω. Γιατί πρέπει δηλαδή να βγάζω λεφτά απ΄τις δυνατότητές μου;
-Σίντυ: Μα δεν σου λείπει;
-Ντιν: Μα τι εννοείς με τις δυνατότητες; Τι σημαίνει δυνατότητες; Δυνατότητες για τι; Να τις κάνω τι;

Ο Ντιν και η Σίντυ, το ζευγάρι της ταινίας “Blue Valentine”, είναι σχεδόν τελειωμένοι, στα τριάντα τους. O Nτιν, με αρχή φαλάκρας, φανελάκι και τατουάζ, είναι ένας νεοπρολετάριος με αισθητική indie και συμπεριφορά Μάρλον Μπράντο στο Λιμάνι της Αγωνίας και στο Λεωφορείον ο Πόθος. Ενας άντρας που τον στοιχειώνει η οικογένεια που δεν είχε. Και κουβαλάει την έλλειψη φιλοδοξίας, στα μάτια της συντρόφου του τουλάχιστον. Η Σίντυ είναι η νεοπρολετάρια που πήγε στο κολέγιο και έχει φιλοδοξίες, πιστεύει ακόμη στο όνειρο της ανόδου, της καριέρας. Ο έρωτας τους ένωσε και τους λαμπάδιασε για μια στιγμή, υπέροχα, μελοδραματικά, cool, χίππικα, σαν διαφήμιση της Apple. Αλλά τώρα, μερικά χρόνια αργότερα, ο έρωτας έχει σβήσει, και η αγάπη δεν πρόλαβε να τους δέσει· η ζωή, η ανάγκη, τα στερεότυπα, οι αποκλίνοντες χαρακτήρες, διαλύουν το εύθραυστο υποστύλωμα του νεανικού έρωτα των παιδιών της εργατικής τάξης. Μόνοι τους, ο καθείς με τους δαίμονές τους, με τον έρωτα σβησμένο, με την αγάπη λιγοστή, βλέπουν στον άλλο ένα εμπόδιο.

Και οι δύο διψούν για αυτοπραγμάτωση. Και οι δύο ζουν μόνοι μεταξύ ενός πλήθους μόνων. Η Σίντυ βλέπει την αυτοπραγμάτωση μέσα από την πρόοδο, την προκοπή, την άνοδο, την εκμετάλλευση των δυνατοτήτων· είχε ξεκινήσει σπουδές, πλησίασε το επόμενο σκαλί, προσπαθεί να το ξαναφτάσει· ο γκρίζος προλεταριακός βίος την καταθλίβει. Προσπαθεί να επανεκκινήσει, πριν να είναι αργά, οδηγημένη από ένστικτο επιβιωτή.

O Ντιν βλέπει την αυτοπραγμάτωση μέσα από την αποδοχή μιας κατάστασης, την οποία δεν την επέλεξε καν: να είναι πατέρας ενός παιδιού που δεν του ανήκει, να κάνει δουλειές του ποδαριού, να χουζουρεύει σπίτι, να παίζει διαρκώς με το παιδί, σαν παιδί. Ο λαμπερός νέος με το γιουκαλίλι που φλερτάρει τη νύφη ερμηνεύοντας συνταρακτικά το ποπ στάνταρ “You Only Hurt the Ones You Love” (Πληγώνεις μόνο όσους αγαπάς), είναι ένας φθαρμένος γόης, που παίζει, μεθάει και θυμώνει. Η αποδοχή συνορεύει με την παραίτηση.

Βλέποντας την ταινία του Derek Gianfrance δεν έβλεπα μόνο τον πικρό ρεαλισμό μιας σχέσης. Εβλεπα τη βαθιά ψυχή της Αμερικής, της εργατικής της τάξης, με τα μικρά όνειρα, την αμεσότητα των αισθημάτων, την απλότητα των σχέσεων, την αδυναμία του ξεμοναχιασμένου ατόμου, το βάρος του American Dream. Ο αμόρφωτος Ντιν, με τα ακατέργαστα ταλέντα, θέτει το θεμελιώδες ερώτημα: Κάνω αυτό που θέλω· γιατί πρέπει να βγάζω λεφτά απ’ τις δυνατότητές μου; Το ερώτημά του είναι μια σπαρακτική αμφισβήτηση του American Dream, του Δυτικού Ονείρου, του υλιστικού μοντέλου ζωής, του πνιγηρού ντετερμινισμού της διαρκούς προόδου. Γιατί να μην είμαι απλώς αυτό που είμαι; Γιατί να είμαι κάτι παραπάνω, κάτι άλλο;

Τελειώνοντας την κασαβετική αυτή ταινία, με ανθρώπους τρυφερούς και τσαλακωμένους, αντιλήφθηκα ότι στο δράμα τους δεν έβλεπα μόνο εικόνες από την βαθιά Αμερική, αλλά κάτι πιο κοντινό: έβλεπα εικόνες της Ελλάδας σήμερα. Οι indies Ελληνες 20-30ρηδες που μπουσουλάνε στο άνυδρο παρόν έρχονται διαρκώς αντιμέτωποι με τέτοια ερωτήματα, μαχαίρια: Τι ζωή αξίζει να παλέψω; Να αποδεχτώ αυτό που είμαι ή να ματώσω για κάτι παραπάνω; Και τι είναι το παραπάνω; Τι είναι οι δυνατότητες;

Η σοβούσα ανθρωπιστική κρίση στις αραβικές χώρες παράγει ήδη αυξημένες μεταναστευτικές ροές. Πλήθη φοβισμένων ανθρωπων από την εμπόλεμη Λιβύη προωθούνται προς τις όμορες Τυνησία και Αίγυπτο, ήδη ταλαιπωρημένες, ενώ οι πρώτοι φυγάδες διασχίζουν τη Μεσόγειο προς τα ευρωπαϊκά παράλια. Σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο η Ευρώπη οφείλει επειγόντως να αναθεωρήσει τη συμφωνία Δουβλίνο ΙΙ για την κίνηση μεταναστών στα σύνορά της· να προσαρμοστεί, ώστε να μην καταλήξει η Νότια Ευρώπη χωματερή για πλήθη απελπισμένων.

Σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο, που έχει αρχίσει να διαμορφώνεται από τη δεκαετία του ’90, πρέπει να εξετάσουμε και την υπόθεση των 300 μεταναστών που διεξάγουν απεργία πείνας για 39η ημέρα. Είναι μια υπόθεση δύσκολη, που εξαρχής αντιμετωπίστηκε με διστακτικότητα και τακτικισμό, μεταθέτοντας την ουσία του προβλήματος στη χωρική του εκδήλωση, και μεταθέτοντας τον χρόνο εκδήλωσης του προβλήματος για αργότερα. Αμέσως μετά, ο αδιάλλακτος μαξιμαλισμός του “νομιμοποίηση για όλους” συγκρούστηκε με την ακαμψία του “νομιμοποίηση για κανέναν”. Παρήχθη πολιτικό γεγονός με την εκβιαστική χρήση ανθρώπινων σωμάτων. Και δεν έμεινε περιθώριο για προσέγγιση, για συνάντηση.

Τώρα, με δεκάδες απεργούς πείνας στα νοσοκομεία και με ορατό το ενδεχόμενο της απώλειας μιας ζωής, η δυναμική έχει αλλάξει. Η κυβέρνηση καλείται πλέον να διαχειριστεί μια ανθρωπιστική και πολιτική κρίση: Αντέχει το κόστος της απώλειας ζωής; Το αντέχει η κοινωνία, η ήδη φοβισμένη και σαστισμένη; Υπάρχει ο κίνδυνος να διχαστεί η κοινωνία, να ενοχοποιηθεί ο ελληνικός λαός, να στιγματιστεί από τη δυσμενή διεθνή δημοσιότητα, να επικρατήσει μια ακραία ατζέντα δημαγωγών. Από την άλλη, η πολιτεία δεν μπορεί να εκβιάζεται, να ωθείται να παραβιάζει τους νόμους της, το Σύνταγμα και την αξιοπιστία της.

Υπάρχουν ενδείξεις ότι η απεργία πείνας μπορεί να οδηγηθεί σε μια λύση αμοιβαία αποδεκτή, που θα διασώζει τις ανθρώπινες ζωές, το κύρος της πολιτείας και των θεσμών, και την αξιοπρέπεια όλων. Πώς; Εφαρμόζοντας τον νόμο… Η Ελληνική Ενωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, από την Τρίτη 1 Μαρτίου, έχει καταθέσει ενδελεχή ανάλυση και λεπτομερείς προτάσεις, που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως βάση διαλόγου και σύνθεσης. Στην παλαιότερη οργάνωση του είδους της, με μέλη προσωπικότητες όπως οι Αλεξ. Σβώλος, Φ. Βεγλερής, Αριστ. Μάνεσης, δρουν σήμερα στελέχη, όπως ο πρόεδρος της Δ. Χριστόπουλος και ο καθηγητής Ν. Αλιβιζάτος, που γνωρίζουν εκ των έσω το ισχύον δίκαιο ιθαγένειας και τα περιθώρια ερμηνείας του, έτσι ώστε να δοθεί μια ad hoc λύση, που δεν θα δημιουργεί προηγούμενο για βιομηχανία απεργιών και εκβιασμού της πολιτείας.

Οι απεργοί πείνας δήλωσαν χθες ότι ζητούν διάλογο. Με μετριοπάθεια, με πολιτική ευελιξία και, προπάντων, με ευφυή αξιοποίηση του νομοθετικού αποθέματος, η κρίση μπορεί να αποφευχθεί. Η μη λύση κοστίζει πολύ ακριβότερα.

Η Αθήνα συμμάχησε με τη φύση χθες το απόγευμα για να αποχαιρετίσει τον καλλιτέχνη. Ολα βρέθηκαν εν αρμονία στο Πρώτο Νεκροταφείο, όπως ταίριαζε σ’ έναν κορυφαίο της γενιάς του, όπως ταίριαζε στον ταλαντούχο ζωγράφο, στον αισθητή και μποέμ, στον μαιτρ του αχειροποίητου, τον Νίκο Αλεξίου. Ολα αιωρούνταν στη διαύγεια.

Ο αιθέρας: ψυχρός τεφρός ο ουρανός, και κρύο ξηρό. Το χρώμα: κάτω από τον ψυχρό ουρανό έλαμπαν διαυγείς οι τόνοι του πράσινου, του πεύκου, του κυπαρισσιού, του φοίνικα, τα υπόλευκα ρόδα, η πολυχρωμία των λουλουδιών. Ο ήχος: κελαϊδίσματα πουλιών, απόηχοι από την νεκρώσιμη ακολουθία, σπαράγματα του Ιωάννη Δαμασκηνού: «Πάντα σκιάς ασθενέστερα, πάντα ονείρων απατηλότερα… Ως άνθος μαραίνεται, και ως όναρ παρέρχεται… Ου παραμένει ο πλούτος, ου συνοδεύει η δόξα…» Το ανθρωπογενές περιβάλλον: Σκουροντυμένοι, σιωπηλοί, ζωγράφοι συνομήλικοι πενηντάρηδες, και μεγαλύτεροι και νεότεροι, ηθοποιοί, συγγραφείς, εκδότες, θεατράνθρωποι, καλλιτέχνες ας πούμε όλοι, εδώ όμως χωρίς την αυταρέσκειά τους, χωρίς ναρκισσισμό· χλωμές, με ξέβαφες ρίζες οι γυναίκες, αξύριστοι, βλοσυροί οι άνδρες, με σκοτεινά παλτά, ψιθύριζαν διστακτικά και αγκαλιάζονταν όλοι αυθορμήτως και φιλιόντουσαν παρηγορητικά: κι είχε άφθαστη αλήθεια τούτη η ταπείνωση ενώπιον του τετελεσμένου, η γονυκλισία ενώπιον του πεπρωμένου.

Ραγισματιά μία: το παγωμένο πρόσωπο κατά τον ύστατο ασπασμό. Ραγισματιά δεύτερη: το μύρωμα και τα άνθη στο σώμα. «Και ίδω εν τοις τάφοις κειμένην την κατ΄εικόνα θεού, πλασθείσαν ημίν ωραιότητα, άμορφον,  άδοξον, μη έχουσα είδος. Ω του θαύματος!»

Ο μεταστάς ενορχήστρωνε φως, χρώματα, ήχους, κείμενα και ανθρώπους, σαν να έστηνε το τελευταίο του μεγάλο έργο, σαν να επαναλάμβανε το μεγαλειώδες έργο του στην Μπιενάλε Βενετίας, προ τετραετίας, υπό τον προφητικό τίτλο: The End. Mια μονολόγιστος προσευχή τότε, με την άυλη απόδοση του μωσαϊκού δαπέδου της Μονής Ιβήρων· ένα συμφωνικό ποίημα χθες, ένας μακρύς αποχαιρετισμός, μια βαθιά υπόκλιση στο φινάλε. Με κοινό παρονομαστή το κάλλος.

Η εκδημία του πενηντάχρονου ζωγράφου σήμαινε χθες, με τον τρόπο της, το τέλος μιας εποχής· με τον τρόπο της: τον τρόπο του βίου του Νίκου Αλεξίου, βίο καλλιτέχνη και πλάνητα, μοναχικού και σπινθηροφόρου, ενός ρομαντικού της γενιάς της μεταπολίτευσης· και τον απότομο, βίαιο, απροσδόκητο τερματισμό αυτού του βίου ― όλα τελείωσαν μέσα σε έξι μήνες. Ετσι βίαια, απροσδόκητα, πικρά, τερματίζονται τώρα τα ωραιότερα πράγματα της περασμένης 30ετίας, τα κομψά και ανωφελή, τα υπερβατικά, οι γενναιόδωρες σπατάλες της νιότης, η εμπειρία και η γνώση της ωριμότητας. Μα το κάλλος της εκδημίας, που εποίησε ο καλλιτέχνης, έτσι όπως το νιώσαμε χθες, η αξιοπρέπεια και η γενναιότης της αναχώρησής του, είναι ήδη κληρονομιά παρηγορητική και ελπιδοφόρα. Και σημαίνει πολλά για τα μελλούμενά μας.

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

  • Χρονική υστέρηση ή κενό επικοινωνίας ή … twitter.com/USAmbPyatt/sta… 2 weeks ago
  • Όσο ο Κυριάκος Μητσοτάκης αναβάλλει να ψηφίσει τα μνημόνια εφαρμογής της Συμφωνίας Πρεσπών η Τουρκία αγκαλιάζει Β.… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Στο αυτόφωρο ο δήμαρχος Μυκόνου, επειδή τα ξημερώματα ο Δήμος απομάκρυνε αυθαίρετες επεμβάσεις στην παραλία Καλό Λι… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Η Δεξιά είναι απενοχοποιημένη και αδίστακτη. Η Αριστερά, ας κρατήσει αυτό το χρήσιμο δίδαγμα, όταν θα γκρεμίζει τις… twitter.com/i/web/status/1… 2 months ago
  • O Xρυσοχοΐδης εφαρμόζει το πόρισμα. https://t.co/iVG6oHqxCo 6 months ago
  • Απετράπη η νυκτερινή αστυνομική εισβολή στο ΑΠΘ. Προς το παρόν. Ασπίδα φοιτητών και καθηγητών. #Χρυσοχοιδη_παραιτησου 6 months ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.019.123 hits
Αρέσει σε %d bloggers: