Από πολύ νωρίς είχε επισημανθεί ότι η οικονομική κρίση ήταν πολιτική. Οι μεγάλοι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί, που παρασκεύασαν σύνθετα προϊόντα, τα λεγόμενα τοξικά, και έστησαν φούσκες, δεν έδρασαν κρυφά. Εδρασαν, και δρουν, με την ανοχή των κρατών και των κυβερνήσεών τους, και πάντως χωρίς αυστηρή και έγκαιρη επόπτευση των δραστηριοτήτων τους. Το πολιτικό αποτέλεσμα αυτής της συνένοχης συμβίωσης ήταν μια πρωτοφανής μεταφορά εξουσίας: από τα πολιτικά κέντρα, τα οποία αντλούν νομιμοποίηση από τους λαούς μέσω των θεσμών αντιπροσώπευσης, προς τα οικονομικά κέντρα, τα οποία δεν χρειάζονται καμία νομιμοποίηση, και δεν την έχουν.

Εν συνεχεία, όταν ξέσπασε η κρίση, τα κράτη έσπευσαν να διασώσουν τα αμαρτωλά ιδρύματα, με κρατικό χρήμα, για να διασώσουν το τραπεζικό σύστημα και τις δομές της οικονομίας. Με τη μερική εξαίρεση των ΗΠΑ, όμως, τα δυτικά κράτη δεν έσπευσαν με την ίδια προθυμία να προστατεύσουν τους λαούς τους από τις οδυνηρές συνέπειες της κρίσης, αφενός. Αφετέρου, οι πολλές προτάσεις για ριζική αναθεώρηση των κανόνων στην κυκλοφορία κεφαλαίων και για αυστηρότερη επόπτευση, δεν υιοθετήθηκαν από τις κυβερνήσεις. Ατολμία, αδυναμία, ιδιοτέλεια; Το γεγονός είναι ότι οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί εξακολουθούν να κινούνται με την ίδια άνεση, στα όρια της ασυδοσίας, και να συσσωρεύουν κέρδη, ενώ το ευρώ δοκιμάζεται, οι χώρες της ευρωζώνης επιβάλλουν μέτρα λιτότητας στους πολίτες τους, και μερικά άφρονα ή αδύναμα ευρωκράτη, όπως η Ελλάδα, η Ιρλανδία και η Πορτογαλία κλυδωνίζονται από σφοδρή κρίση δανεισμού, ευρισκόμενες ή πορευόμενες εκτός αγορών.

Αυτα είναι λίγο-πολύ γνωστά. Η πολιτική νομισματικής σταθερότητας, έναντι παντός τιμήματος, και η διατήρηση του ελλείμματος προϋπολογισμού κάτω από 3%, έναντι παντός τιμήματος επίσης, ήταν η βάση για τη συγκρότηση της ευρωζώνης. Σοβαροί αναλυτές επεσήμαναν ήδη από τότε ότι αυτή η σιδερένια πειθαρχία, στις αρχές μιας πολύ συγκεκριμένης και περιοριστικής οικονομικής πολιτικής, απηχούσε τις ιδέες μιας συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου, της άνθησης του νεοφιλελευθερισμού, αφενός· και αφετέρου τις εμμονές που κατατρύχουν τους Γερμανούς από τον καιρό ήδη της νομισματικής αστάθειας και του πληθωρισμού της κατεστραμμένης Γερμανίας μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και την ταπεινωτική Συνθήκη των Βερσαλιών. Μάλιστα αυτή η τραυματική μνήμη έχει οδηγήσει τους Γεμανύς να περιλάβουν στο Σύνταγμά τον έλεγχο του ελλείμματος.

Η μεγάλη οικονομική κρίση του 2009, που ακόμη συνεχίζεται, βρήκε το ευρώ αθωράκιστο στις κερδοσκοπικές επιθέσεις και κατέδειξε ακόμη περισσότερο πόσο ευάλωτες ήταν οι χώρες της ευρωζώνης με τις δραματικά ασύμμετρες οικονομίες. Η απάντηση θα έπρεπε να είναι πρωτίστως πολιτική, και τέτοια ήταν σε μεγάλο βαθμό: ο Μηχανισμός Στήριξης απηχεί τη βούληση να διασωθούν τα πληττόμενα μέλη. Αλλά με ποιους όρους; Και ποια θα ήταν εφεξής η νομισματική πολιτική; Ιδια με την προ κρίσεως; Και με ποια πολιτική και με ποια μακροοικονομικά εργαλεία θα ξεπεραστεί η κρίση και θα ξαναμπούν οι οικονομίες και οι κοινωνίες σε τροχιά ανάπτυξης;
Σε αυτά τα ιστορικά ερωτήματα, η Ευρώπη δεν απαντά ως Ευρώπη. Απαντά ως Γερμανία, και δευτερευόντως ως γαλλογερμανικό διευθυντήριο. Και η Γερμανία απαντά ως μύωψ ηγεμών, βασανισμένη από ιστορικά τραύματα, που θέτει υπεράνω όλων το συμφέρον των βιομηχανιών και των τραπεζών της, ιδίως της Deutsche Bank, του ισχυρότερου διεθνούς παίκτη και κατασκευαστή “τοξικών’ μαζί με τις Goldman Sachs και JP Morgan. Και η απάντηση που δίνει η Γερμανία στους οιονεί εταίρους είναι μία: Σιδηρά Πειθαρχία. Ζητάει από τις χώρες της ευρωζώνης να αναθεωρήσουν τα Συντάγματά τους και να κατοχυρώσουν συνταγματικά το “πάγωμα” του ελλείμματος στο 3%, αν επιθυμούν να επωφεληθούν του Μηχανισμού Στήριξης.

Η γερμανική απαίτηση, μαζί με άλλα μείζονα θέματα της εσωτερικής ζωής των κρατών-μελών της Ε.Ε., ετέθησαν στην πρόσφατη Εκτακτη Σύνοδο Κορυφής των Ευρωπαίων ηγετών, την προπερασμένη Παρασκευή στις Βρυξέλλες, αλλά αποφάσεις δεν ελήφθησαν. Οι ηγέτες συμφώνησαν να καλέσουν νέα Σύνοδο, για 24-25 Μαρτίου, στην οποία θα συμμετάσχουν μόνο οι 17 χώρες της ευρωζώνης προκειμένου να συζητήσουν τις γαλλογερμανικές προτάσεις για έξοδο από την κρίση, που αφορούν κάθε πτυχή του κοινωνικού βίου. Βλέπουμε δηλαδή, πρώτον, την ανάδυση μιας δεύτερης κοινότητας μέσα στην Ε.Ε., την ευρωζώνη· δεύτερον, μια ρυμούλκηση της ευρωζώνης από Γάλλους και Γερμανούς, με συνοπτικές διαδικασίες· τρίτον, την υποκατάσταση όλων των θεσμικών οργάνων και των παγιωμένων διαδικασιών της Ε.Ε. από την Σύνοδο των 17, δηλαδή το Βερολίνο και το Παρίσι…

Είναι πασίδηλο ότι η οικονομική ασυμμετρία εντός της Ε.Ε., την οποία κατέδειξε σφοδρή η κρίση, και την οποία οι Γαλλογερμανοί αποσιωπούσαν ή συγκάλυπταν από πολιτική ιδιοτέλεια, τώρα γίνεται και πολιτική ασυμμετρία, ωμά και απροκάλυπτα. Η απαίτηση της Γερμανίας για συνταγματικές αναθεωρήσεις σε όλη την ευρωζώνη είναι πρωτοφανής, ιστορικής σημασίας: ζητάει από όλες τις εθνικές κυβερνήσεις του απώτερου μέλλοντος να πολιτευθούν βάσει των ιστορικά περιορισμένων δοξασιών και εμμονών του παρόντος ― οι οποίες άλλωστε έχουν αποδειχθεί αλυσιτελείς. Και ζητάει να φορμάρεται η ανταγωνιστικότητα των άλλων σύμφωνα με τα δικά της κριτήρια ανταγωνιστικότητας. Οποία ασυμμετρία…

Μαζί με την συνταγματική προτεκτορατοποίηση που προτείνει η Γερμανία, έρχεται και η κατάλυση της δημοκρατικής ευρωπαϊκής συνομοσπονδίας. Το Ευρωκοινοβούλιο, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, οι μηχανισμοί εξισορρόπησης, οι διαβουλεύσεις και οι επεξεργασίες εντός των κοινοτικών οργάνων, καταντούν διακοσμητικά, θα μείνουν ως συμπαθή απολιθώματα με συμβολική αξία. Η οικονομία κατισχύει της πολιτικής, βοηθούμενη από τον διψαλέο ηγεμονισμό και τις ιστορικές νευρώσεις της γερμανικής ηγεσίας.

Advertisements