Ενα, δύο, τρία. Η Tahrir του Καΐρου ως πλατεία Ελευθερίας, η Αθήνα ως Αγιος Παντελεήμονας, η Ζαννιά ως αφήγημα βίου.

Ενα. Η χρονιά άρχισε με αγώνες ελευθερίας εκεί που δεν τους περίμεναν οι πολλοί: από τις χώρες του Μαγκρέμπ και της Μέσης Ανατολής. Ο αυτοεμπρησμός ενός απεγνωσμένου φτωχού οικογενειάρχη στην Τυνησία ήταν η σπίθα που πυρπόλησε τα διψασμένα στάχια, κλείνοντας έναν ιστορικό κύκλο: τα απομεινάρια του αραβικού εθνικισμού είχαν από καιρό ενταφιαστεί σε καθεστώτα αυταρχισμού και οικογενειοκρατίας, οι ανισότητες αυξάνονταν, η φτώχεια απλωνόταν, τα κοσμικά κράτη ενός ορισμένου αραβικού σοσιαλισμού είχαν γίνει συνώνυμα με τη διαφθορά και την τυραννία. Τυνησία, Αίγυπτος, Υεμένη, Ιορδανία· απομένουν Μαρόκο, Αλγερία, Συρία…

Οι νέοι και μορφωμένοι ξεσηκώνονται εναντίον καθεστώτων που δεν τους υπόσχονται κανένα μέλλον, πλην της μετανάστευσης, της δουλοπρέπειας, της εξαθλίωσης ή της υποταγής στη σαρία του ακραίου ισλαμισμού. Τα μεσαία στρώματα που ξεπρόβαλαν μετά τους αντιαποικιοκρατικούς αγώνες και την άνοδο των εθνικών κρατών, που έβγαλαν τα τσαντόρ και πήγαν στα πανεπιστήμια, διαψεύστηκαν, εξαθλιώθηκαν, και τώρα ζητούν πίσω τις χώρες τους, τις ζωές τους, την αξιοπρέπειά τους. Η αγωνία των Αράβων της Μεσογείου να υπάρξουν με ελευθερία και αξιοπρέπεια έχει αναλογίες με την αγωνία της μεσαίας τάξης στα PIGS της ευρωζώνης: εκεί, η μεσαία τάξη αγωνιά να αναδυθεί, εδώ, η μεσαία τάξη αγωνιά να μην αφανιστεί.

Δύο. Ο Μανώλης γεννήθηκε πριν από 29 χρόνια στην πλατεία Παπαδιαμάντη, μεγάλωσε στα Πατήσια, τέλειωσε τα σχολεία της γειτονιάς του, τώρα ζει στον Αγιο Παντελεήμονα. Είναι μουσικός, τραγουδάει και παίζει χιπ-χοπ, drum’n’bass, reggae, μόνος τους και με μπάντες άλλων. Οι γονείς του ήρθαν στην Ελλάδα από τη Νιγηρία πριν από 35 χρόνια· ο ίδιος μιλάει ελάχιστα νιγηριανά, δεν έχει επισκεφθεί ποτέ τη Νιγηρία, αλλά έχει νιγηριανό διαβατήριο, και ζει στη χώρα του, τη χώρα μας, με άδεια μακράς παραμονής: μακρότατης πράγματι, 29 χρόνια μάκρος… Ο Μανώλης ήταν τυχερός, μεγάλωσε τα χρόνια που το μεταναστευτικό δεν ήταν πρόβλημα, και ο Αγιος Παντελεήμονας δεν ήταν πολύμορφο γκέτο. Χαμογελάει ο Μανώλης: «Είμαι Αφρικανός Αθηναίος… Και μου αρέσει η θλιμμένη μουσική που συγκινεί τους Ελληνες, τα ηπειρώτικα, τα θρακιώτικα, ο νταλκάς…» Σαν τον Μανώλη υπάρχουν μερικές χιλιάδες άνθρωποι, της παιδείας της ελληνικής και του ελληνικού νταλκά κοινωνοί, που δεν ζήτησαν άσυλο πολιτικό ή οικονομικό, που βλάστησαν σε αυτό τον τόπο, φυσικά, αβίαστα, που πλουτίζουν δημογραφικά και πολιτισμικά τον λαό·  κι όμως αυτοί μένουν εκτός πολιτικού βίου, χωρίς νομιμοποίηση, ανένταχτοι, μετέωροι, “λαθραίοι”.

Τρία. Ρούφηξα ένα βιβλίο, μια μαρτυρία. Η Ζαννιά Κότσικα, γεννημένη το 1912 στην ορεινή Αρκαδία, συναντιέται με την ερευνήτρια ιστορικό Μαρία Σαμπατακάκη το 1998, και αφηγείται τη ζωή της στο μαγνητόφωνο, έξι μήνες πριν πεθάνει (εκδ. Τόπος). Η Ζαννιά δεν πήγε σχολείο, αλλά το κείμενό της, λαξευμένο σε πέτρα, διδάσκει ύφος με το βάρος και την πυκνότητά του, με τη σοφία του. Συνεχίζει, με τον τρόπο του, την παράδοση των μεγάλων γυμνών κειμένων, την «Ιστορία ενός αιχμαλώτου» του Στρατή Δούκα, το «Συναξάρι του Ανδρέα Κορδοπάτη» του Θ. Βαλτινού. Και είναι ένα κείμενο παρηγορητικό και ενθαρρυντικό σε αυτή την ιστορική συγκυρία, καθώς περιγράφει τη ζωή σαν περιπέτεια, σαν διαρκή δοκιμασία και σαν διαρκή ελπίδα. Είναι η ζωή των παππούδων και των γονιών μας, που πέρασαν από προσφυγιές, πολέμους, κατοχή, εμφύλιο, λιμούς, πενία, μίσος, και στάθηκαν όρθιοι. Και φιλόσοφοι:

«Εβρήκε ο άντρας μου πέρα, στην Ιερά Οδό. Εφτιασε τα συμβόλαια κι αγόρασε ένα οικοπεδάκι. Είχε δυο δωμάτια, ένα κουζινάκι. Τα σουλουπώσαμε. Εκάτσαμε μέσα. Δίχως πόρτες, δίχως παράθυρα. Ηρθε κι η μάνα μου μαζί. Να με βοηθήσει. […] Καθότανε κι η μάνα μου παρέκει. Στο ντιβανάκι της. Είχε και το μύλο της. Γκρούγκου, γκρούγκου. Αλεθε. Εκαμε τον καφέ της. Δεν εμιλάγαμε. Τα μάτια μου ήσαν θολά. Μ’ ήβλεπε που ήμουνα πια να σκάσω. “Ολα για τους ανθρώπους είναι, θυγατέρα. Και τα ψηλά και τα χαμηλά. Θα σιάξουν τα πράματα”. “Πότε μάνα; Πότε; Θαρρείς ίσαμε τώρα έχω καλά περάσει στη ζωή μου εγώ;” “Αλλο δεν έχει, θυγατέρα. Εφτούνα που ζεις είναι η ζωή σου. Αμέ τι νόμισες;” “Εμόχθησα, εδούλεψα, εκουράστηκα. Πάλι στον γκρεμό θα κρέμομαι; Κουράστηκα”. “Τράβα να ξαπλώσεις λιγάκι, θα τις εσυγυρίσω ‘γω τις μπάμιες, έχει για όλους ο Θεός”.»

φωτ.: Γιάννης Μπεχράκης/Reuters
Advertisements