You are currently browsing the monthly archive for Ιανουαρίου 2011.

Διάβαζα την Κυριακή σε κυριακάτικη εφημερίδα τις μαρτυρίες των γονιών για τα παιδιά τους που συνελήφθησαν και δικάζονται ως μέλη της Συνωμοσίας των Πυρήνων της Φωτιάς. Στην αρχή, προτού διαβάσω, σαν πολίτης αγανάκτησα: ποιοι διοχετεύουν τη δικογραφία μιας εν εξελίξει δίκης στον Τύπο; Και μάλιστα αυτό το μέρος, το καυτό ιδιωτικό, τις μαρτυρίες γονιών για τα κατηγορούμενα παιδιά τους; Εν συνεχεία, σαν γονιός, υπέκυψα στον πειρασμό, και διάβασα. Και συγκλονίστηκα.

Διότι αυτό που ένιωσα μεσ’ απ΄την παγωμένη γλώσσα της δικογραφίας, μέσα απ’ τις κακογραφίες κάποιας δικαστικής υπαλλήλου, και τις απαντήσεις στα άκαμπτα ερωτήματα κάποιου ανακριτή, αυτό που ένιωσα ήταν η σημερινή μικρομεσαία Ελλάδα, η λαχταρισμένη οικογένεια, γονείς του μόχθου και παιδιά του σχολείου, άνθρωποι καθημερινοί, με προβλήματα τυπικά, με σχολεία συνηθισμένα, σε γειτονιές σαν τις δικές μας, με παρόμοιες σιωπές, ασυνεννοησίες, χάσματα, ελλείψεις.

Ενας πατέρας διηγείται πώς το παιδί του τον βοηθούσε στην ψαλτική στην εκκλησία της Μυρτιδιώτισσας και πώς διάβαζε κλασικούς της αναρχικής φιλολογίας και συζητούσαν για τον Γκάντι. Αλλος γονιός περιγράφει τις σπουδές του παιδιού στο τσέλο, άλλος λέει ότι το παιδί, φοιτητής του ΕΜΠ, ήταν του βιβλίου· δύο νεαροί συνδέονταν φιλικά από το σχολείο τους, το συντηρητικό Αρσάκειο, όλοι οι νεαροί εργάζονταν για το χαρτζιλίκι τους. Αυτά τα παιδιά θα μπορούσαν να ήταν τα δικά μας παιδιά.

Διαβάζοντας τις μαρτυρίες ένιωθα ότι διαπράττω τυμβωρυχία, ότι εισέρχομαι παρείσακτος στην οικογενειακή ζωή των διπλανών μου. Δεν μπορώ, δεν θέλω και δεν δικαιούμαι να κρίνω προθέσεις, ιδέες, σκέψεις, ασθήματα, σχέσεις. Ωστόσο διάβασα. Με λαιμαργία σχεδόν, και με οδύνη και με μια μυική σύσπαση στο στομάχι, με αδιόρατα τικ στο πρόσωπο. Γιατί σε αυτούς τους γονείς και σε αυτά τα παιδιά αναγνώριζα κάτι από τις οικογένειες των φίλων μου, και από τη δική μου οικογένεια, οικογένειες, ας πούμε, κανονικές, συνηθισμένες, μικρομεσαίες οικονομικά, με δύο γονείς που δουλεύουν και λείπουν αρκετά απ’ το σπίτι, με παιδιά που παρακολουθούν βαριεστημένα το σχολείο, που ακούνε ροκ και χιπ-χοπ, παίζουν γκέιμς, σουλατσάρουν σε ίντερνετ καφέ, τυραννιούνται με φροντιστήρια, δίνουν πανελλήνιες, φλερτάρουν, κοιμούνται μέχρι αργά, ξενυχτάνε, ψιλοκαυγαδίζουν με τους γονείς τους, τρώνε μαζί τις Κυριακές, επισκέπτονται τους παππούδες και τους νονούς δις τους έτους κ.ο.κ.

Και ξάφνου, διαβάζω, η σχέση διακόπτεται, απότομα. Το παιδί αναχωρεί απ’ την εστία, μετακομίζει σε δικό του σπίτι, η επαφή αραιώνει ή χάνεται για μήνες, τα τηλεφωνήματα αραιώνουν, γίνονται με “απόκρυψη”. Αυτή η διακοπή με πάγωσε πιο πολύ απ΄όλα. Γιατί; Πώς; Τι θέλει να πει αυτή η διακοπή, η απόκρυψη, η απόσταση, η ρήξη;

Μπαίνω στη θέση του «διακοπέντος» γονιού: Τι έκανα στραβά; Τι κάνω λάθος; Μπορεί όλα να είναι λάθος, μπορεί και τίποτε. Είναι θυμός, είναι πλήξη, είναι αίσθηση αποκλεισμού; Τι θυμώνει τον νέο τόσο, που διακόπτει τη σχέση με το σπίτι του και ενώνει το θυμό και το χνώτο του με συνομηλίκους όμοια θυμωμένους; Θέλει να αποδείξει ότι μπορεί να κάνει κάτι μόνος του, ενάντιο ίσως στον “σάπιο” κόσμο των μεγαλύτερων, των εξουσιών, των συστημάτων που τον ντρεσάρουν και τον αποκλείουν; Ενδεχομένως. Είναι η βία ενδημική πια στους νεότερους, κατοπτρική ενός βίου αποθηριωμένου, βίου ευκαιριών ανταγωνισμού, βίου δυνητικής χλιδής και διαρκούς φενάκης, βίου με είδωλα πλουτισμού και καμία ηθική ευθύνη, βίου ατομοκεντρικού και άπιστου, χωρίς σταθερές, χωρίς αξιακές αναφορές; Κι αυτά ισχύουν.

Κάτι λείπει για να το καταλάβω ολόκληρο. Πιάνω κομματάκια μόνο, κομματάκια ενός θρυμματισμένου κόσμου, που παράγει απέραντο θυμό, βία, αυτοκαταστροφή, διακοπή σχέσεων και αποκλεισμό. Αυτοτροφοδοτούμενες παρέες οργισμένων νέων, αγέλες υπαρξιακά θυμωμένων, που επιστρέφουν στην κοινωνία τον δηλητηριώδη θυμό που τους έχει προξενήσει. Αμετουσίωτη οργή, χωρίς μετασχηματισμό της, χωρίς διέξοδο για ανακούφιση, για αυτοσυχώρεση και συχώρεση του άλλου, χωρίς συμπόνια και έλεος, σαν ένα αρχέγονο τραύμα που διαρκώς πονάει. Αυτό το τραύμα, βουβό και χαίνον, βρίσκεται στο σώμα της κοινωνίας, ακατανόητο και ου φωνητό, αυτό δεν θέλουμε όχι να το ψαύσουμε αλλά ούτε καν να ακούσουμε ότι ίσως υπάρχει. Κι ας πονάει.

Μακάρι να μας γελάει το ένστικτο, μακάρι να πέφτουμε έξω, μακάρι οι φόβοι να είναι παράλογοι, αλλά αυτά τα σημάδια του θυμού, της ρήξης του κανονικού, της “διακοπής” και της “απόκρυψης”, της υπαρξιακής οργής της αγέλης, είναι σημάδια για πέτρινα, για μολυβένια χρόνια. Που δεν θα είναι μόνο ελληνικά. Μακάρι να πέφτουμε έξω.

φωτ.: Ελισάβετ Μωράκη


Η εγκατάσταση των 250 μεταναστών εργατών στο κτίριο της Νομικής Σχολής, η απεργία πείνας, και ή άρση του πανεπιστημιακού ασύλου πυροδοτούν αλυσιδωτά φαινόμενα, τα οποία επί μακρόν ελάνθαναν και σιγόκαιγαν. Το μεταναστευτικό είναι ο καταλύτης, αλλά και το καυτό υπόστρωμα της σοβούσας κρίσης.

Η υποβοήθηση και η έμμεση καθοδήγηση των μεταναστών απεργών πείνας στη Νομική Σχολή, από μέρος του αριστερίστικου χώρου, παρά τις όποιες εναρκτήριες προθέσεις και τα ανθρωπιστικά κίνητρα, είναι οπορτουνισμός και παιχνίδι με τη φωτιά. Σε περιβάλλον βαριάς οικονομικής ύφεσης και ψυχικής αναδίπλωσης του πληθυσμού, οι μετανάστες οδηγούνται σε μετωπική σύγκρουση όχι με το κράτος και τους μηχανισμούς του, αλλά σε σύγκρουση με την ανήσυχη, έμφοβη και αναδιπλωμένη κοινωνία, η οποία, ακριβώς επειδή τελεί υπό πίεση και απειλή, μπορεί εύκολα να στραφεί εναντίον αποδιοπομπαίων τράγων. Και οι μετανάστες, οι ξένοι, οι αδύναμοι, οι άλλοι, εύκολα στοχοποιούνται ως συναυτουργοί της ύφεσης, εφόσον τα αντανακλαστικά φόβου ερεθιστούν κατάλληλα από κραυγές δημαγωγών.

Το άσυλο και η χρήση του, όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα, δεν είναι το πρωτεύον ζήτημα. Το άσυλο των Προπυλαίων του Πανεπιστημίου χρησιμοποιούν, μήνες τώρα, Ιρανοί και Αφγανοί πρόσφυγες που ζητούν πολιτικό άσυλο. Ουδείς τους ενόχλησε. Ακόμη περισσότερο, τα Προπύλαια κατελήφθησαν προ ημερών από πλήθος Μουσουλμάνων μεταναστών για την ετήσια δημόσια προσευχή τους, καθοδηγούμενη από επιφανή ιμάμη εξ Αιγύπτου. Η δημόσια προσευχή ήταν ειρηνική πράξη και είχε ζητηθεί άδεια, όπως πληροφορηθήκαμε. Από δημοσιεύματα μάθαμε επίσης ότι οι Μουσουλμάνοι της Αθήνας δεν είχαν αρκετά χρήματα για να νοικιάσουν ένα στάδιο για την προσευχή τους, κι έτσι κατέληξαν στη λύση των παναπιστημιακών Προπυλαίων· αυτό δύσκολα γίνεται πιστευτό, πιο πειστική ακούγεται η εκδοχή να επελέγησαν τα Προπύλαια ακριβώς λόγω της δεσπόζουσας θέσης τους στο ελλαδικό συμβολικό σύμπαν.

Καμία πανεπιστημιακή ή κρατική αρχή δεν διαμαρτυρήθηκε για τη δημόσια προσευχή στα Προπύλαια, στην κλασικιστική Αθηναϊκή Τριλογία, συμβολικό κέντρο του νεοελληνικού Διαφωτισμού. Η πολιτεία και η κοινωνία επέδειξαν αξιοθαύμαστη ανοχή· μάλιστα αναζωπυρώθηκε η συζήτηση για την ανέγερση μητροπολιτικού τεμένους στην περιφέρεια των Αθηνών. Η μουσουλμανική πολυεθνική παροικία των Αθηνών, κατ’ αυτό τον τρόπο, επέβαλε δυναμικά την παρουσία της και προέβαλε το αίτημά της.
Η συμβολική και πολιτική σημασία της μαζικής προσευχής στα Προπύλαια είναι ανάλογη τουλάχιστον της ομαδικής απεργίας πείνας των μεταναστών εργατών στη Νομική. Διαφέρουν οι συνδηλώσεις και το περίβλημα: οι μεν προβάλλουν ως αιχμή το δικαίωμα στη θρησκευτική ελευθερία, οι δε προβάλλουν ως αιχμή το δικαίωμα στην παραμονή και την εργασία· οι μεν επιβάλλονται δια της προσευχής, οι δε πιέζουν με τη σωματική τους παρουσία· οι μεν συνδηλώνουν το πλήθος και την οικουμενικότητά τους, οι δε μπαίνουν στο παιχνίδι ατομικά, με τα σώματά τους.

Σε κάθε περίπτωση, το μεταναστευτικό πλημμυρίζει πάνω σε μια ήδη ξέχειλη κοινωνία.

Η προαναγγελθείσα απεργία πείνας των μεταναστών, που αρχίζει σήμερα στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, με αίτημα τη νομιμοποίησή τους, υπενθυμίζει με δραματικό τρόπο τα αδιέξοδα τα οποία αντιμετωπίζει σήμερα η ελληνική κοινωνία. Η οικονομική κρίση και η συνακόλουθη ύφεση, που πλήττουν τη χώρα, επικάθονται πάνω σε ένα πρόβλημα ήδη εκρηκτικό, το μεταναστευτικό, το οποίο επιδεινώνεται σταθερά, ιδίως μετά το 2004.

Οι μετανάστες ζητούν νομιμοποίηση και άδεια εργασίας, είτε επειδή δεν έχουν είτε επειδή η άδειά τους έχει λήξει λόγω μη συμπλήρωσης των αναγκαίων ημερομισθίων. Το αίτημα για ανθρώπινη μεταχείριση των μεταναστών είναι δίκαιο, και η ελληνική κοινωνία έδειξε να το αποδέχεται και να συμμορφώνεται επί μακρόν, σε γενικές γραμμές. Ωστόσο η έλλειψη οργανωμένης αντιμετώπισης του μαζικού μεταναστευτικού κύματος εξ Ανατολών, το οποίο δεν έχει πλέον τελικό προορισμό την Ελλάδα, αλλά όλη τη Δυτική Ευρώπη, άφησε τους μετανάστες ανυπεράσπιστους στην κακομεταχείριση, και άφησε επίσης ανυπεράσπιστη την ελληνική κοινωνία. Πολύ περισσότερο, που τα τελευταία χρόνια εξέλιπαν και οι ευκαιρίες απασχόλησης, χάθηκαν ακόμη και τα «μαύρα» μεροκάματα.

Στην ολιγωρία των ελληνικών κυβερνήσεων προστίθεται η απροθυμία ή και η υποκρισία των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων να αντιμετωπίσουν δραστικά το μείζον πρόβλημα της μετανάστευσης. Η συνθήκη του Δουβλίνου-2 υποχρεώνει ουσιαστικά την Ελλάδα, ως πρώτη χώρα εισόδου, να παρακρατεί εκατοντάδες χιλιάδες μεταναστάτες, οι οποίοι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις νόμιμης παραμονής και οι οποίοι συχνά ζουν υπό άθλιες συνθήκες, χωρίς χαρτιά και χωρίς εργασία. Τι μπορεί όμως να προσφέρει η Ελλάδα των 10 εκατομμυρίων, αντικειμενικά, σε 1,5 και πλέον εκατομμύριο μετανάστες, όταν η χώρα πλήττεται από τη σφοδρότερη κρίση των τελευταίων πολλών δεκαετιών και ο ιθαγενής πληθυσμός έχει μπει σε ένα τούνελ λιτότητας από το οποίο δεν γνωρίζει πότε και πώς θα βγει; Πόσους μετανάστες μπορούν να αντέξουν οι υποδομές της χώρας, υγειονομικές, σχολικές, οικιστικές; Οταν μάλιστα εργασίες δεν υπάρχουν και όταν οι δαπάνες για τις δημόσιες υποδομές περιστέλλονται δραστικά σε κάθε τομέα;

Το μεταναστευτικό δεν έχει εύκολη λύση. Είναι πρόβλημα που παράγεται εκτός συνόρων, και εκδηλώνεται εντός. Είναι μείζων ιστορική μεταβολή, είναι μαζική και διαρκής μετακίνηση φτωχών ανθρώπων από τον Τρίτο Κόσμο προς τον Πρώτο, η οποία δεν πρόκειται να ανασχεθεί εφόσον δεν αρθούν τα αίτια της δυστυχίας και της άνισης ανάπτυξης επιτόπου, στις χώρες προέλευσης.

Εξ ου και είναι εξαιρετικά δύσκολο να λυθεί εδώ· εδώ, απλώς μεταφέρεται η πενία μακριά από την πηγή της, και λιμνάζει, σε μια πύλη εισόδου, σε έναν χώρο τράζιτ, σε μια χώρα που έχει πια τα δικά της δυσεπίλυτα προβλήματα. Ο έσχατος πένης, ο εξόριστος, ο μέτοικος, ζητάει βοήθεια από τον νεόπτωχο γηγενή, από τον έμφοβο άνθρωπο της κρίσης. Η φτώχεια προσκρούει στην απειλή φτώχειας.

Σαν βότσαλο στη λίμνη έπεσε το νέο λογότυπο της Νέας Δημοκρατίας, προκαλώντας σχόλια, ερμηνείες, ιστορικές αναδρομές… Ενα βοτσαλάκι προκαλεί τόσο κυματισμό; Μα ναι, η κοινωνία μας δίνει μεγάλη σημασία, συχνά υπερβολική, στο ντιζάιν, στην εικόνα, στη μάρκα, στο brand, τόση που συχνά το ίματζ επικαλύπτει, θαμπώνει και καταπλακώνει το περιεχόμενο. Και αλλιώς: το σημαίνον κατισχύει του σημαινομένου.

Στην περίπτωση του νέου λογότυπου της ΝΔ, ο σχολιασμός έμεινε υπερβολικά στο σημαίνον, στη φόρμα, στην αισθητική, και πολύ λιγότερο στο σημαινόμενο, στο τι σημαίνει η ίδια η αλλαγή· πολύ περισσότερο, τι νόημα φέρει ενδιάθετα η νέα φόρμα. Κατά τη γνώμη μας, το νέο λογότυπο στήθηκε μάλλον βιαστικά και άντλησε υπερβολικά από την τρέχουσα εργαλειοθήκη του ντιζάιν· είναι του συρμού. Η κατωφερής παύλα, λ.χ., στο τέλος του λεκτικού μέρους, προδίδει λαχτάρα να φανεί μοντέρνο το σύνολο, στο πνεύμα της ιντερνετικής γενιάς: είναι τα γρήγορα μα επιπόλαια αντανακλαστικά των διαφημιστών. Η ίδια η γραμματοσειρά, sans serif, της οικογενείας DIN, είναι επίσης της μόδας και γενικής χρήσεως · κι εδώ φανερώνεται αγωνία “μοντερνιάς”, και απουσία έρευνας.

Αυτή η επιπολαιότης ωστόσο έχει και κάποια θετικά. Απεφεύχθη η βαρύγδουπη μνημειακότητα, ο βροντώδης συμβολισμός, οι πελέκεις, οι δάδες, οι φοίνικες, οι σταυροί, τα αστέρια και οι λυχνίες, οι μονο-δι-κέφαλοι αετοί, τα ποικίλα υπολείμματα αυτοκρατορικών, φεουδαρχικών και φασιζόντων θυρεών.  Ο,τι δεν απέφυγε δηλαδή ο συγκεχυμένος και μεγαλοϊδεατικός θυρεός του Δήμου Αθηναίων, φιλοτεχνημένος επί δημαρχίας Αβραμόπουλου, αν θυμόμαστε καλά.

Υπό αυτή την έννοια, το νέο λεογότυπο της ΝΔ, ρευστό, ελαφρομοδάτο, επιπόλαιο, αντηχεί τον ρευστό καιρό μας, καιρό μειωμένων προσδοκιών, αναδίπλωσης, μετάβασης. Χωρίς λαμπερούς πυρσούς και μεθυσμένους ήλιους· δυο πινελιές, τρία χρώματα, ουδέτερα γράμματα sans serif, χωρίς ουρίτσες, χωρίς πατούρες, αφαιρετικό, επιπλέον στον αφρό των ημερών, το νέο έμβλημα εκφράζει την επιφυλακτικότητα ενώπιον του άγνωστου κόσμου που αναδύεται, ενώ την ίδια στιγμή φλερτάρει με μια εξιδανικευμένη, χιμαιρική νέα γενιά.

Οι εξεταστικές επιτροπές της Βουλής ολοκληρώνουν τις εργασίες τους, η μία μετά την άλλη: σκάνδαλο Βατοπεδίου, σκάνδαλο Ζίμενς. Οπως σε πολλές ανάλογες εξεταστικές πριν απ’ αυτές, τα εξετασθέντα αδικήματα έχουν παραγραφεί, ουδείς πολιτικός παραπέμπεται, ουδείς τιμωρείται. Τα αδικήματα διαπράττονται, διαπιστώνονται, οι βουλευτές φωνασκούν, τα κόμματα δημαγωγούν, παζαρεύουν, κι ύστερα όλα τελειώνουν: τα αδικήματα έχουν παραγραφεί.

Γιατί γίνεται λοιπόν τόση φασαρία; Μα διότι τα δύο κόμματα εξουσίας τέτοια πολιτική παράγουν, τόσα χρόνια: αλληλοκατηγορούνται, αλληλοπαραπέμπονται, και στο τέλος συμφωνούν στον ελάχιστο κοινό παρονομαστή, που είναι η επιβίωσή τους, χωρίς καν αμυχές. Κι έτσι επιβιώνουν πρόσωπα και μηχανισμοί, πολιτικοί και οικονομικοί παράγοντες, όλοι αλώβητοι, παράγοντας την ίδια διαφθορά και εξασφαλίζοντας διαρκή ατιμωρησία.

Είναι παλιά ιστορία η κομματική διαφθορά, η πολιτική των σκανδάλων, ο διχασμός, οι αλληλοκατηγορίες. Παλιά όσο και το ελληνικό κράτος. Και συχνά τέτοιες εμπλοκές καταλήγουν σε εθνικές καταστροφές. Στον 19ο αιώνα λ.χ. η διαμάχη και οι αλληλλοκατηγορίες των παρατάξεων Τρικούπη-Δεληγιάννη κατέληξαν με την πτώχευση και τον καταστροφικό πόλεμο του 1897. Στον Μεσοπόλεμο, η κυβέρνηση Βενιζέλου το 1928-32 βρέθηκε στη δίνη μεγάλων σκανδάλων, που μοιάζουν αρκετά με τα σημερινά: το σκάνδαλο του ψωμιού, το σκάνδαλο του κινίνου, το σκάνδαλο Καραπαναγιώτη, αφορούσαν διασπάθιση δημόσιου πλούτου και αναθέσεις έργων σε ημετέρους. Τούτος ο κύκλος σκανδάλων ξεκίνησε από μια καταστροφή και κατέληξε σε άλλη: ξεκίνησε πάνω στα ερείπια της Μικρασιατικής Καταστροφής και κατέληξε με την πτώχευση του 1932 και την κατάλυση της εύθραυστης, φθαρμένης δημοκρατίας.

Ο σύγχρονος κύκλος «δημοκρατικών» σκανδάλων ξεκινά επίσης από μια εθνική καταστροφή: την κυπριακή τραγωδία του ’74. Ενδιαμέσως, σταθμεύει στο Ειδικό Δικαστήριο του ’89 για το σκάνδαλο Κωσκοτά, και κορυφώνεται το 2010-11 με το τεράστιο σκάνδαλο Siemens, και την κατ΄ουσίαν χρεοκοπία του κράτους.

Το σκάνδαλο Siemens έχει επιπλέον βάρος: είναι διακομματικό και διαχρονικό. Μια γερμανική εταιρεία κατακτά δεσπόζουσα θέση στις στρατηγικές προμήθειες του κράτους εξαγοράζοντας κόμματα, πολιτικά πρόσωπα και κρατικούς λειτουργούς. Πολιτικό χρήμα έχει δοθεί, εξακριβωμένα. Κι όμως, η εταιρεία μένει ανέπαφη δικαστικά, οι επικεφαλής της φυγοδικούν στο εξωτερικό ανέπαφοι κι αυτοί, για δε τους πολιτικούς τα αδικήματα έχουν παραγραφεί. Το έγκλημα διεπράχθη, είναι τεράστιο, και διαπερνά τα κόμματα, διαποτίζει αλλεπάλληλες κυβερνήσεις, δεκάδες πολιτικά πρόσωπα. Η κατάληξη: “Ενοχος δεν υπάρχει, καπνός… Κατάργησαν τα μάτια τους· τυφλοί”. [1]

Το πολιτικό σύστημα είχε μια δυνατότητα αυτοκάθαρσης και ανανέωσης, σε μια ιστορική καμπή για τον ελληνισμό, στο χείλος μιας καταστροφής. Δεν θέλησε να την αξιοποιήσει. Αυτή η ταγκή γεύση της συγκάλυψης και της ατιμωρησίας, αυτή η ηθική κατάρρευση, είναι πιο τοξική και από την οικονομική ύφεση.

[1]: Γιώργος Σεφέρης, Τρία κρυφά ποιήματα.

Μιλάμε συχνά, όλο και συχνότερα, για κρίση των ΜΜΕ, αναλύουμε τις αλλαγές στις συνήθειες ενημέρωσης, τις αλλαγές στον τρόπο ζωής, την εισβολή του Διαδικτύου, και εντοπίζουμε σε αυτά τα αίτια της κρίσης. Σπανίως όμως μιλάμε για την κρίση περιεχομένου στα ΜΜΕ και σχεδόν ποτέ για την κρίση αξιοπιστίας. Είναι λοιπόν υπεράνω κριτικής τα παραδοσιακά μέσα; Φαίνεται πως όχι.

Τον τελευταίο καιρό αυξάνονται τα κρούσματα διασποράς ανυπόστατων φημών και ψευδών ειδήσεων, από μαζικά μέσα. Πρόκειται κυρίως για αδιασταύρωτες πληροφορίες, που διοχετεύονται προφορικά, από κρατικές υπηρεσίες προς δημοσιογράφους, σαν διαρροή και “εξυπηρέτηση”, και αυτές οι ανεξακρίβωτες πληροφορίες βαφτίζονται ειδήσεις και γεγονότα. Γνωστοί ρεπόρτερ, παρουσιαστές και τηλεπερσόνες αναπαράγουν άκριτα και άκοπα οτιδήποτε τους διοχετευθεί “εμπιστευτικά” χωρίς να μπουν στον κόπο να υποβάλουν σε στοιχειώδη έλεγχο την αλήθεια ή την πληρότητα της πληροφορίας ― ούτε καν ένα νωχελικό γκουγκλάρισμα στις βιβλιοθήκες του Διαδικτύου.

Πολλοί δημοσιογράφοι, ανεκπαίδευτοι επαγγελματικά, χωρίς νοητικά εργαλεία και χωρίς ηθικές αρχές, υποδουλώνονται έτσι στις πηγές τους, μετατρεπόμενοι σε “βαποράκια”, ακούσια ή εκούσια. Η τέτοια υποδούλωση όμως σημαίνει προδοσία του κοινού τους και καταστρατήγηση της θεμελιώδους αρχής της δημοσιογραφίας, που είναι η μετάδοση διασταυρωμένων ειδήσεων και η αμερόληπτη περιγραφή των γεγονότων.

Η ραθυμία, η πνευματική οκνηρία και η εξυπηρέτηση των πηγών και όχι του κοινού, γίνονται αντιληπτά πλέον από το κοινό. Και γίνονται επίσης αντιληπτά σαν απώλεια της αξιοπιστίας, σαν πτώση των κυκλοφοριών, των ακροαματικοτήτων, των πωλήσεων, της επιρροής. Σαν αργός θάνατος.
Πλήγμα στην αξιοπιστία συνιστά επίσης η πολυθεσία, η αργομισθία και το καμουφλαρισμένο πολιτικό χρήμα προς τους δημοσιογράφους, έτσι όπως αυτά καταγράφονται λ.χ. στον ρ/σ του Δήμου Αθηναίων, τον Αθήνα 9.84. Με 384 εργαζόμενους, εκ των οποίων 240 δημοσιογράφοι, με έσοδα 600 χιλιάδες και ετήσια δημοτική επιχορήγηση 15 εκατομμύρια ευρώ, ο 9,84 είναι θλιβερό παράδειγμα ρουσφετιού και διασπάθισης του δημόσιου χρήματος. Το εξοδολόγιο και η στελέχωση του 9.84 παραπέμπουν σε εγχώριο BBC, αλλά η ποιότητα και η ποικιλία του προγράμματός του ραδιοσταθμό κωμοπόλεως.

Πρωταγωνιστές σε αυτό το διηνηκές μηντιακό σκάνδαλο είναι πολιτικοί και δημοσιογράφοι. Οι μεν δήμαρχοι της εικοσαετούς “ελεύθερης ραδιοφωνίας” εξαγόραζαν εύνοια, ανοχή ή σιωπή, με τα χρήματα των φορολογουμένων· οι δε δημοσιογράφοι εισέπρατταν παχυλά επιμίσθια σχολιάζοντας τις εφημερίδες, ακκιζόμενοι με πολιτικούς και απαγγέλοντας καλαμπούρια. Κάποιοι δε εξ αυτών κατακεραύνωναν συλλήβδην τους κρατικοδίαιτους κηφήνες, τις συντεχνίες και τις ΔΕΚΟ…

Ποιος να πιστέψει αυτά τα μέσα, αυτό το θέατρο της παρακμής; Ο χειρότερος εχθρός της δημοσιογραφίας είναι κάτι τέτοιοι δημοσιογράφοι.

Η κρίση αναδεύει τα στερεότυπα. Αφρός και σώμα και πάτος ανακατεύονται βίαια, κοντά στο σημείο ζέσεως, δοκιμάζοντας βεβαιότητες, εδραίες πεποιθήσεις, κλισέ ορθοφροσύνης. Παραχωμένες ή ξεχασμένες λέξεις, εξορισμένες από το καθημερινό λεξιλόγιο του κανονικού βίου, κατά τον βρασμό της κρίσης κοχλάζουν στον αφρό, ταράζουν την μέχρι προ τινος αμέριμνη επιφάνεια. Πατρίδα, κοινότητα, κοινωνία, φιλία, αλληλεγγύη, οικογένεια, γειτονιά, συναδελφικότητα, ανάγκη, δανεικά, δουλειά, ματαίωση, φόβος…

Ενα μεσημεριανό Κυριακής, εντοπίσαμε μερικές ακόμη απρόοπτες φυσαλίδες. Καθόμασταν γύρω απ’ το συνηθισμένο φιλόξενο τραπέζι, φίλοι, συνομήλικοι, με παρόμοιες εμμονές. Ολοι είχαν συνεισφέρει το κατιτίς δικό τους. Διαπιστώσαμε ότι τα κατιτίς ήταν, επί το πλείστον, τοπικές λιχουδιές, προερχόμενα από σπίτια, κτήματα, κήπους, οικοτεχνίες, μικρές βιοτεχνίες. Ολα ξεχωριστά, διακεκριμένα, από χέρι, με ονομασία προελεύσεως, με αύρα προσώπων. Και υψηλής ποιότητας. Μπουρέκι σπιτικό από το Ηράκλειο, ελιές με ξύσματα πορτοκαλιού από τη Μάνη, κάστανα και αφρώδης οίνος Ιωαννίνων, γλυκό φραγκόσυκο και λιαστό κρασί απ’ τις Κυκλάδες, μανταρίνια Κορινθίας. Στο τραπέζι έλαμπε πολιτισμός: υλικός, αισθητηριακός και πνευματικός, παλαιός και απολύτως μοντέρνος.

Ενα αντικείμενο, μια χειρονομία μάλλον, μάς έσπρωξε να τα αντιληφθούμε αυτά σαν όλον, με δυναμική απρόσμενη. Ενας συνδαιτυμόνας κατέφθασε με την προσφορά του, ένα καλάθι. Το καλάθι περείχε εσπεριδοειδή, κίτρα, λεμόνια, μανταρίνια, τόνους του κίτρινου, το πικρό και το ωχρό, λαμπρό πορτοκαλί, πράσινο· υφές των καρπών και υφή του καλαμιού· σφαίρες, ελλλείψεις και κυλίνδρους. Το είδαμε σαν δώρο προς όλες τις αισθήσεις και σαν κέντρισμα του πνεύματος. Το καλάθι ερχόταν από την Κορινθία, συγκροτημένο από το φιλόπονο χέρι όχι ενός αγρότη, αλλά ενός αστού. Ο οποίος ωστόσο ζει τον τόπο, το νησί του, το χωριό του, το κτήμα, τον οπωρώνα, το άστυ, το πανεπιτήμιο, το όλον. Και το χέρι του συνεχίζει μια πράξη υπέρτατης κομψότητας και πραγματισμού: συνάζει τους καρπούς και τους ταιριάζει σ’ ένα καλάθι, κι ύστερα το μεταφέρει απ’ την εξοχή στην πόλη, από την Κορινθία στον Λυκαβηττό. Οι κόσμοι συναιρούνται, σαν να μην ήταν ποτέ χωρισμένοι, και το καλάθι απιθωμένο στο αστικό σαλόνι λάμπει, ακτινοβολεί, αρχαίο, μυθικό, μοντέρνο, αισθαντικό. Μάς φανερώνεται μια εκδοχή της ομορφιάς η ελληνική αρχοντιά, το Greek Chic, μια εκδοχή κομψότητας εφάμιλλη της τοσκανέζικης φινέτσας, της νοτιοϊταλικής, της σικελικής, της προβηγκιανής, της γοητείας του Χαλεπιού και της Μπαρμπαριάς, της ακατάλυτης αρχοντιάς της Μεσογείου.

Αυτή η ομορφιά έχει αλήθεια. Είναι η αλήθεια. Τολμώ να πω, είναι το κοινό και το κύριο των ρομαντικών και του Σολωμού, η sophia perennis του Πικιώνη, η sprezzatura του Καστιλιόνε και του Ραφαήλ, η ενορατική σύνθεση του Μπρωντέλ, η πυρετική διαύγεια του Καμύ. Είναι η αισθητή, η κτιστή ουσία του αρχαιότατου κόσμου που μας περιβάλλει, που τον ζούμε, κι είναι ουσία ολοζώντανη, παρούσα, δραστική, σήμερα, στον δύσκολο καιρό μας.

Κάλλος, φινέτσα, αλήθεια, ύλη, στρώματα πολιτισμού: αν τα αισθανθούμε, αν τα αντιληφθούμε, κι αν τα εντάξουμε μαλακά, αβίαστα, στον τωρινό βίο τον ψηφιοδικτυακό, τότε ίσως νιώσουμε λιγότερο αμήχανοι, λιγότεροι αβέβαιοι μες στο σκυθρωπό παρόν, λιγότεροι φοβισμένοι μπρος στο σκοτεινό μέλλον. Η λησμονημένη και ταπεινωμένη ύλη του περιβολιού, και άλλες ύλες σαν κι αυτή, φέρνοντας τον χυμό, φέρνει τη μνήμη, τον αναστοχασμό, τη συνείδηση. Το ρίζωμα και τα κλαδιά. Με τη συνείδηση έρχεται και η περηφάνια της επάρκειας: να ξέρεις ποιος είσαι, ποιες φωνές αντηχείς, φωνές κεκοιμημένων, ηρώων, αισθητών, ταπεινών βροτών, να ξέρεις πόσος είσαι, περατός και συνεχόμενος.

Είδαμε το θαύμα του καλαθιού με τα κίτρα. Μια έλλαμψη, μια εμπειρία. Κι ακούσαμε φωνές: ένα λόγιος μάς διηγήθηκε την ιστορία ενός δυσειδούς αντάρτη που τραγούδησε αγγελικά το κλέφτικο του Κατσαντώνη τις μέρες της απελευθέρωσης: «Αυτού που πας μαύρο πουλί, μαύρο μου χελιδόνι,
να χαιρετάς την κλεφτουριά κι’ αυτόν τον Κατσαντώνη», μα αυτός το άλλαζε κι έβαζε “κι’ αυτόν τον Βελουχιώτη”, καταλαβαίνετε, και το χωριό εμύριζε ψωμί φρεσκοψημένο, συμπληρώνει ο αφηγητής. Ενας άλλος λόγιος αφηγήθηκε ιστορίες της φυλακής και της εξορίας, με θηριώδεις φονιάδες και ζωοκλέφτες, ομηρικές μορφές, πρώην ήρωες πολέμων, άγριες ιστορίες ειπωμένες ανάλαφρα, σκανδαλωδώς χαριτωμένα, με το αίσθημα ιστορικού ανθρώπου, που βάζει σιμά τον πόνο και την αγαλλίαση, που ξέρει να μετράει τα μεγέθη και τους χρόνους. Θυμηθήκαμε έναν κεκοιμημένο φίλο, μαέστρο της ζωγραφικής, άρχοντα των αφηγήσεων, ακραίο αισθητή εν πτωχεία, αυθεντικό αριστοκράτη.

Κοχλάζει ο καιρός. Ας δούμε το καλάθι με τα εσπεριδοειδή.

Παραμονή Πρωτοχρονιάς συζητούσα με δύο εξαίρετους νέους, τέλος πάντων νεότερους μου, ο ένας κοντά στα 30, ο άλλος κοντά στα 40. Συζητούσαμε σαν φίλοι, πολιτισμένοι και αλληλοεκτιμώμενοι, ανταλλάσσαμε ροκιές και κοπλιμέντα, δίναμε έναν τόνο εορταστικό και φιλάλληλο σε μια χρονιά που ανέτελλε σκυθρωπή όσο να ‘ναι. Και ανακάλυπτα με ευχάριστη έκπληξη ότι, παρ’ όλη την πνευματική έλξη, δεν μοιραζόμασταν τα ίδια στερεότυπα.

Το σημαντικότερο στερεότυπο, γύρω από το οποίο βουΐζαμε σαν διψασμένες μέλισσες, ήταν η οικογένεια. Πολύ αδρά, σχεδόν απλουστευτικά: οι συνομιλητές μου υποστήριζαν ότι η ελληνική οικογένεια είναι καταπιεστική έως ευνουχιστική· εγώ υποστήριζα ότι η μεγαλύτερη καταπίεση που ασκεί η ελληνική οικογένεια είναι το παραχάιδεμα των κανακάρηδων και των πριγκιπέσων, δηλαδή μια αντίστροφη καταπίεση, μια υπερπροσφορά ευκολιών και προστασίας, που πνίγει, μπουκώνει και καθηλώνει. Αλλά ποιος φταίει περισσότερο; Η υπερπροστατευτική και υπερταϊστική Ελληνίδα μάνα, η “σου άφησα σκεπασμένο το φαΐ, αν αργήσεις” και “βάλε το κασκόλ, γύρισε χιονιάς”; Ή ο μαντράχαλος και η μουλάρα των 25-30 χρονών που σιτίζονται από το χαρτζιλίκι των συνταξιούχων γονιών περιμένοντας τη μεγάλη καριέρα και την αναγνώριση των πριγκιπικών προσόντων;

Το θέτω τόσο αδρά, για να φτάσουμε σε μερικές διαπιστώσεις. Ας πούμε, οι γονείς των σημερινών 20-40 ευθύνονται για την απόκρυψη των υλικών δυσχερειών του βίου από τους γόνους τους ― όσοι τουλάχιστον γνώρισαν ένδεια και δυσκολία. Η ανάμνηση της φτώχειας τους οδήγησε να την αποκρύψουν, και να υπερκαλύψουν τα μανάρια με πλησμονή υλικών αγαθών· να τα αναστήσουν σαν πρίγκιπες, με ιδιωτικά σχολεία, ιδιαίτερα, πολυτελή ρούχα και παιχνίδια, ταξίδια, σπουδές εξωτερικού, ακόμη και όταν αυτές οι δαπάνες στράγγιζαν το οικογενειακό βαλάντιο. Οι γονείς είχαν ξεπεράσει την ανέχεια και την ταπεινή καταγωγή, είχαν ενσωματωθεί στο Μεσαίο· οι γόνοι έπρεπε να απογειωθούν στο Ανώτερο, να εκπληρώσουν το όνειρο: κοσμοπολιτισμός, μετασπουδές, εκλέπτυνση. Μια αναδυόμενη αργόσχολη τάξη. Αλλά από πού θα αντλούσαν πόρους αυτοί οι δανδήδες;

Ακόμη και χωρίς την κρίση, και πριν απ’ αυτήν, όλη αυτή η απόκρυψη και το παραχάιδεμα, οι προβολές των γονιών πάνω στους γόνους, η υπεραναπλήρωση, είχαν ήδη οδηγήσει στον φενακισμό και απο ‘κει απευθείας στη ματαίωση. Οι βλαστοί μεγάλωναν τρυφηλοί, υπερενημερωμένοι, ποπ, ευαίσθητοι, και ανυπεράσπιστοι, σε έναν κόσμο αυξανόμενης σκληρότητας, ερημίας και ατομοκεντρισμού. Η κρίση είχε εμφανιστεί, δομική και αμείλικτη, στην εργασία και στις σχέσεις, πολύ πριν από το χρηματοπιστωτικό και εθνικό κραχ. Υπό μία έννοια, η ενδημική αμεριμνησία των πριγκιπικών γόνων και των υπερδανεισμένων οικογενειών τους προοικονομούσε την κατάληξη ενός λαού που ζούσε με δανεικά από το μέλλον, διαρρηγνύοντας τους δεσμούς με το παρελθόν, παραχώνοντας τη μισητή σβουνιά της καταγωγής.

Η οικογένεια πέθανε. Χμμ… Ποια οικογένεια ακριβώς; Η ελληνική, η υπερπροστατευτική… Αυτή που εικονογραφεί γκροτέσκα η ταινία “Κυνόδοντας”. Μα περιγράφει την ελληνική οικογένεια, τη μικροαστική και λαϊκή, τη μεσαία, το σετ ψυχοπαθών που βιαιοπραγούν γύρω από μια πισίνα, σε μια περίκλειστη έπαυλη; Πιστεύω ότι αυτή και άλλες ποπ απεικονίσεις οικογένειας στην πρόσφατη κινηματογραφική παραγωγή αντηχούν μια θεμελιώδη αδυναμία των δημιουργών τους· αδυναμία να αφουγκραστούν το πραγματικό, αδυναμία να αφουγκραστούν το κύριο: την υπερχειλίζουσα πολυσθενή σχέση του μέσα με το έξω, του ενός με τους πολλούς, του ανθρώπου με το πετσί του, με το πρόσωπό του. Αδυναμία να αφουγκραστούν την αγάπη σαν κατόρθωμα, και σαν θεμελιώδη προϋπόθεση του Εγώ κινούμενου προς τον Αλλο. (Κάτι που το είδε και το υποστασίωσε συγκινητικά η έκκεντρη “Στρέλα”.) Ο φερ’ ειπείν Κυνόδοντας, και κάθε Κυνόδοντας, αντλεί την αλήθεια της αφήγησης του από κατασκευές, από άλλες αφηγήσεις, αντλεί από φόρμες και καταλήγει σε φόρμα, κενή περιεχομένου· είναι ένα simulacrum, ομοίωμα που έχει λησμονήσει πια το μακρινό του πρωτότυπο· καθότι δεν μετουσιώνει καμιά πραγματικότητα, απλώς κάνει κόπι-πέιστ τις αναφορές του. Κατά τούτο, μοιάζει με τη διάχυτη στάση των μορφωμένων νέων που μεμψιμοιρούν για την ευνουχιστική οικογένεια, και εννοούν όχι τη δική τους, αλλά την οικογένεια που έχουν δει στις ταινίες του Χάνεκε και του Δόγματος. Ωσάν η ζωή να αντλείται από την τέχνη…

Υλικές προϋποθέσεις, κοινωνικοψυχολογικοί όροι, αισθητικά και φαντασιωσικά συμφραζόμενα. Και η ειρωνεία: η γενιά η πιο ποτισμένη, εκουσίως και ακουσίως, από τον ατομικισμό αποφεύγει την ατομική ευθύνη, την ενηλικίωση λ.χ., και κλαυθμηρίζει για τη βαριά φτερούγα της καταγωγικής οικογένειας. Μα ακριβώς αυτή η ειρωνεία είναι η πιο τρυφερή αντίφαση που τυλίγει τούτη τη γενιά, των αγαπημένων φίλων και των παιδιών μας.

[ εικόνα: Δημήτρης Πικιώνης (Μουσείο Μπενάκη, κτίριο Πειραιώς, έως 13 Μαρτίου 2011) ]

Βίαιες, παρότι αναγκαίες εν μέρει, πράξεις είναι ο μετασχηματισμός της εργασίας, η μείωση μισθών και συντάξεων, η αύξηση φόρων, η αύξηση τιμολογίων σε αγαθά και υπηρεσίες. Η αντίδραση της κοινωνίας σε αυτές τις πράξεις, που δυσχεραίνουν τον βίο, δεν είναι δυναμική ή εστιασμένη. Παρότι η δυσαρέσκεια, η απογοήτευση, ο φόβος καταγράφονται δημοσκοπικά, η αντίδραση δεν κατεγράφη εκλογικά με την ίδια σαφήνεια, ενώ οι απεργίες και οι διαδηλώσεις παραμένουν αποσπασματικές και ατελέσφορες, με την εξαίρεση των γενικών απεργιών της 5ης Μαίου και της 15ης Δεκεμβρίου.

Η κοινωνία αντιδρά με αναδίπλωση και ενδοσκόπηση ενώπιον του φαντάσματος της ανεργίας και της φτώχειας. Μόνο; Οχι, αντιδρά και με μεμονωμένα βίαια ξεσπάσματα, σε πεδία φαινομενικά άσχετα με την κρίση. Η γενικευμένη άρνηση πληρωμής διοδίων στις εθνικές οδούς είναι μια τέτοια αντίδραση, σε μια υπόθεση όπου κατασκευαστικές εταιρείες, τράπεζες και Δημόσιο μετακυλίουν τις ευθύνες τους. Η σθεναρή αντίδραση των κατοίκων της Κερατέας κατά της εγκατάστασης ΧΥΤΑ στην περιοχή τους, είναι μια άλλη πράξη εναντίωσης σε ένα σχέδιο που υποβαθμίζει βίαια τις περιουσίες και τις ζωές τους, χωρίς επαρκείς μελέτες και εγγυήσεις.

Και οι δύο πράξεις ανυπακοής, ασύνδετες μεταξύ τους, δείχνουν πολίτες που αρνούνται καθολικά την επέμβαση του κράτους ή των συμβαλλομένων με αυτό, αμφισβητώντας ευθέως τη νομιμότητα των κρατικών πράξεων, είτε εμπράκτως είτε με δικαστικές προσφυγές. Στο πλαίσιο αυτό, της απονομιμοποίησης του κράτους, μπορούμε να εντάξουμε και τα σποραδικά βίαια ξεσπάσματα οπαδών, που ολοένα πυκνώνουν, αλλά και τη βίαιη αντίδραση των αθίγγανων του Μενιδίου στο θανατηφόρο ατύχημα που προκάλεσε μοτοσυκλετιστής αστυφύλακας.

Καθώς η απαισιοδοξία και ο φόβος για το μέλλον φουντώνουν, ομάδες πολιτών που απειλούνται με υποβάθμιση ή αποκλεισμό, αντιμετωπίζουν το κράτος όχι ως εγγυητή νομιμότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης, αλλά ως φορέα αδικίας και παραγωγό διάψευσης. Εφόσον αυτά τα, σποραδικά τώρα, φαινόμενα ανυπακοής γενικευτούν, αποσύνθεση, αυτοδικία και διχασμός απειλούν το κοινωνικό σώμα.

«Πρέπει να καταλάβεις ότι η διαφορά ανάμεσα σε εσένα και εμένα είναι ένα τίποτα, μια “στραβή”. Πριν από λίγα χρόνια είχα σπίτι και όλα τα σχετικά. Ετσι ήρθαν τα πράγματα, ούτε που το κατάλαβα, μάγκα μου». Το ρεπορτάζ της πρωτοχρονιάτικης «Κ» για τους νεοαστέγους έρχεται από μιαν άλλη χώρα. Τη χώρα του Ντίκενς; Τη χώρα των Αθλίων των Αθηνών; Την κοινωνία του ενός τρίτου; Τη χώρα όπου γινόμαστε, τη χώρα όπου ήδη είμαστε;

Εως πριν από μερικά χρόνια, οι άστεγοι ήταν μια μειονότητα σαλών, ανθρώπων που δραπέτευαν από την κοινωνία και τα δεσμά της, που έσπαγαν τους δεσμούς με την κανονικότητα, που τους είχε βρει μια τεράστια ατυχία. Ηταν μια ελάχιστη εξαίρεση. Ηταν σαν τα αδέσποτα στο αστικό δίκτυο: δεν πείραζαν κανέναν, δεν τους πείραζε κανένας και κανείς δεν τους έβλεπε: ήταν λίγοι, τόσο λίγοι που δεν απειλούσαν τη βιτρίνα της κανονικότητας, της αιωνίας προόδου, της διαρκώς αυξανόμενης ευημερίας. Ηταν λίγοι και ήταν σαλοί.

Σήμερα, οι άστεγοι είναι πολλοί και δεν είναι σαλοί. Είναι θύματα ατυχίας και πάλι: αλλά όχι μιας ατυχίας τεράστιας, δεν αφίστανται πολύ από την κανονικότητα των τυχερών. Οχι. Η ατυχία που μετατρέπει σήμερα έναν κανονικό, έναν στεγασμένο, σε άστεγο, σε κλοσάρ και ρακοσυλλέκτη, σε αδέσποτο του δρόμου, αυτή η ατυχία είναι πια πολλή μικρή, ελάχιστη: «η διαφορά είναι ένα τίποτα, μια “στραβή”».

Βρισκόμαστε ενώπιον ιστορικού ρήγματος. Φτώχεια υπήρχε πάντα. Μαζική πτώχευση και ταχεία καταστροφή μικρομεσαίων στρωμάτων, δεν υπήρχε. Κι είναι γενετικά άλλο να γεννιέσαι φτωχός, να μεγαλώνεις με μειωμένες προσδοκίες, αλλά να μπορείς να ελπίζεις ότι θα βελτιώσεις τη θέση σου, να μπορείς να λογαριάζεις ότι σε μια ατυχία θα υπάρχει ένα δίχτυ ασφαλείας, για να μην καταστραφείς, το δίχτυ της διευρυμένης οικογένειας ή της κοινότητας, το δίχτυ του κράτους–πρόνοιας, το δίχτυ της κοινωνικής αλληλεγγύης. Και είναι άλλο να ζεις σε μια σχετική ευημερία, να μην ξέρεις τι ακριβώς σημαίνει απόλυτη ένδεια, και αίφνης, με μια “στραβή”, να τα χάνεις όλα, να χάνεις και τα ολίγα που σε κρατάνε εντός της κανονικότητας, υπό μία στέγη, και να βρίσκεσαι στην ουρά του συσσίτιου, στις λίστες απορίας, στον δρόμο, ντροπιασμένος κάτω από το χαλί…

«Οταν φανεί το πρόβλημα, στην πραγματική του διάσταση, η κοινωνία θα σοκαριστεί. Κάθε εβδομάδα καταφεύγουν στις δομές μας τουλάχιστον δύο περιπτώσεις ατόμων που έχασαν τα σπίτια τους λόγω της κρίσης… Αν βαθύνει η κρίση και συνεχίσουν να χάνονται τόσες θέσεις εργασίας, το ζήτημα θα αποκτήσει εκρηκτικές διαστάσεις», περιγράφει μια νοσηλεύτρια που υποδέχεται καθημερινά νεοαστέγους, τώρα και αποφοίτους πανεπιστημίων και πρώην εμπόρους.

Πίσω από τους αριθμούς των ανέργων ή των πτωχευμένων νοικοκυριών που δίνει η Στατιστική Αρχή, βρίσκονται ανθρώπινα πρόσωπα, δράματα, καταστροφές. Στα πρόσωπα των ηττημένων νεοαστέγων βρίσκεται χαραγμένο το μέλλον, σαν σκοτεινό ενδεχόμενο ημών των κανονικών. Το ελάχιστο που μπορούμε να κάνουμε είναι το μέγιστο: δίκτυα αλληλεγγύης. Είναι ένα κάποιο ανάχωμα μπρος στην κοινωνική αποσάθρωση, στην κοινωνία της «στραβής».

Κάλαντα στον radiobubble, φιλοξενούμενος του Βυτίου, συντροφιά με τον Sraosha.

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

  • Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, με αυτοδύναμη κυβέρνηση ηλικίας δέκα μηνών, πιθανόν να οδηγήσει τη χώρα σε διπλές εκλογές. Κ… twitter.com/i/web/status/1… 3 weeks ago
  • Κατάσταση εξαίρεσης και ΜΙΖΑΣ, διαρκής και καθολική. https://t.co/t6DkoIXnqW 1 month ago
  • Ο Πολιτισμός είναι οι Εργαζόμενοί του youtu.be/lfbRs8vltH4 via @YouTube 1 month ago
  • Με αυτή την προνεωτερική Δεξιά της αναλγησίας και της μισανθρωπίας, των φύλαρχων, των ελλαδέμπορων και των μακονομά… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Σαβουρο-σάιτ και fake news στο account της Γεν. Γραμματείας Επικοινωνίας - Ανεπαρκείς εξηγήσεις από τον Γεν. Γραμμα… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Παράλληλο κόστος θα έχει ο Κ. Μητσοτάκης και από τη βίαιη απογύμνωση του εκτενούς και βαθέος κυκλώματος διανομής πο… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.009.909 hits
Αρέσει σε %d bloggers: