Στις αλλεπάλληλες και πιο οδυνηρές κάθε φορά επικαιροποιήσεις του Μνημονίου, στις απεργίες που παραλύουν τη ζωή της ήδη παγωμένης πρωτεύουσας, στην ανασφάλεια και την αβεβαιότητα, αυτές τις μέρες προστέθηκαν δύο αντιδράσεις, μείζονος σημασίας, καθεμία με το δικό της χαρακτήρα.

Πρώτη, η όλο και συχνότερη εμφάνιση μιας ορισμένης οχλοκρατίας. Ο προπηλακισμός και ο ξυλοδαρμός του βουλευτή Κ. Χατζηδάκη παρήχθη από «ανώνυμους» πολίτες, που διαδήλωναν μπροστά από τη Βουλή. Δεν ήσαν οργανωμένοι, τίποτε δεν ήταν προσχεδιασμένο, δεν υποκινήθηκαν από κανέναν· το πλήθος μετετράπη σε όχλο άμα τη εμφανίσει του βουλευτή. Ο πολιτικός μετετράπη σε αποδιοπομπαίο τράγο και συγκέντρωσε όλη τη συσσωρευμένη οργή, την ανημπόρια, την απόγνωση αλλά και τη μνησικακία των πολιτών, των ίδιων που πιθανόν να έχουν ψηφίσει τους πολιτικούς που τώρα προπηλακίζουν, ή να έχουν χρησιμοποιήσει το πελατειακό δίκτυο προς ίδιον όφελος. Ωστόσο, τώρα, το σοκ της διάψευσης και του κλονισμού των εδραιωμένων ηθών, είναι σφοδρό, η αδυναμία έλλογης αντίδρασης έντονη, ο αποκλεισμός από τις αποφάσεις ολοσχερής, τόσο που η αντίδραση προκύπτει πλέον εκρηκτική, απρόβλεπτη.

Η άλλη μείζων αντίδραση προήλθε από την Εκκλησία της Ελλάδος. Στο κείμενο «Η Εκκλησία απέναντι στην κρίση» (PDF εδώ), που διανεμήθηκε στους ενοριακούς ναούς της επικράτειας, η Ιερά Σύνοδος περιγράφει την κρίση με πολιτικούς και πνευματικούς όρους και ασυνήθιστα δριμεία γλώσσα. “Η χώρα μας φαίνεται να μην είναι πλέον ελεύθερη αλλά να διοικείται από τους δανειστές της…” Η εναρκτήρια διαπίστωση δίνει τον τόνο της παρέμβασης: είναι παρέμβαση δυναμική, αποφασιστική, με ανάληψη πολιτικής ευθύνης.

Το κείμενο είναι περίληψη από πολυσέλιδη εισήγηση, εξαιρετικού πολιτικού ενδιαφέροντος, του μητροπολίτη Σιατίστης Παύλου στην Ιερά Σύνοδο, και ενεκρίθη στις αρχές Οκτωβρίου. Είναι προφανές ότι η Εκκλησία έχει λάβει σαφή μηνύματα από το πυκνό ενοριακό δίκτυο, για την υλική και πνευματική ένδεια των λαϊκών και μικρομεσαίων στρωμάτων, που ζητούν αρωγή από τις ενορίες. Αυτός φαίνεται να είναι ο κύριος λόγος για την παρέμβαση: οι τεκτονικές αλλαγές που αρχίζουν να συμβαίνουν στην κοινωνία, και εξ αυτού η διάθεση να λάβει θέση η Εκκλησία στα νέα συμφραζόμενα. Υπέρ του δοκιμαζόμενου λαού, φυσικά, και μάλιστα με ισχυρή θεολογική θεμελίωση: “Εκκλησία είμαστε όλοι μας και αυτή είναι η δύναμη μας και η δύναμή της” και “Η Εκκλησία του Χριστού έχει λόγο για τη σημερινή κρίσιμη κατάσταση, διότι δεν έπαψε να αποτελεί σάρκα του κόσμου, μέρος της Ιστορίας. Δεν μπορεί να ανέχεται κανενός είδους αδικία, αλλά οφείλει να δείχνει ετοιμότητα για μαρτυρία και μαρτύριο…”

Πέρα από όποιες επιμέρους ενστάσεις, η παρέμβαση της Εκκλησίας φέρει υψηλό πολιτικό συμβολισμό. Για πρώτη φορά, όσο θυμόμαστε, ο λόγος της είναι απερίφραστα υπέρ του λαού και υπέρ της Πολιτείας, αλλά εναντίον της εξουσίας και εναντίον του πολιτικού προσωπικού· και η παρέμβαση δεν υποκρύπτει κάποια προφανή ιδιοτέλεια, απεναντίας περιέχει ρίσκο σύγκρουσης. Ζούμε ιστορικές στιγμές.

Advertisements