Η δεύτερη Κυριακή των εκλογών επεξέτεινε την εικόνα της πρώτης: η αποχή, ηχηρή και επιθετική, άγγιξε ιστορικά υψηλά. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ορθώς επέκρινε τον απέχοντα πολίτη του καναπέ, αλλά δεν περιέγραψε όλη την εικόνα: οι απέχοντες δεν είναι όλοι πολίτες του καναπέ. Η αποχή είναι μια από τις πολλές ενδείξεις για την βαριά κόπωση, σχεδόν νοσηρή, του αντιπροσωπευτικού πολιτικού συστήματος, το οποίο δίνει περιορισμένες ευκαιρίες ουσιαστικής συμμετοχής στα κοινά. Πολλοί πολίτες αισθάνονται χωρίς φωνή, χωρίς πρόσβαση στα κέντρα λήψης αποφάσεων, εκτός και εάν υποδυθούν τους πελάτες. Δεν έχει τόση σημασία ότι υπάρχουν οι τυπικές δυνατότητες συμμετοχής, σημασία έχει τι αισθάνονται οι πολίτες: αισθάνονται υποβαθμισμένοι σε παθητικούς τηλεθεατές άγονων κοκκορομαχιών, ή σε ταπεινούς ιδιοτελείς πελάτες. Αυτή είναι η πραγματικότητα, και εξ αυτής της πραγματικότητας πηγάζει το ισοπεδωτικό “όλοι ίδιοι είναι”.

Γι’ αυτή τη νοσηρή κατάσταση κυρίως υπεύθυνο είναι το πολιτικό σύστημα, με βαθιές ιστορικές ρίζες στο νεοελληνικό κράτος από ιδρύσεώς του, το οποίο επιθυμεί πολίτες πελάτες, εξαρτημένους και δουλόφρονες, πελάτες κινούμενους πάντα επικινδύνως στα διεσταλμένα κατά το δοκούν όρια της νομιμότητας, πελάτες εξαρτώμενους οικονομικά και πολιτικά. Γι’ αυτό το σύστημα, στο οποίο απευθύνθηκαν η ηχηρή, επιθετική αποχή, τα λευκά και τα άκυρα, δεν μίλησε ο Πρόεδρος, εύστοχος κατά τα άλλα.

Είναι ασφαλώς αδύνατον να διακρίνεις αποχρώσεις βουλήσεως στο λευκό ή στην αποχή, αλλά θα ήταν σφάλμα με οδυνηρές επιπτώσεις να θεωρήσουμε ότι όλοι οι απέχοντες είναι παθητικοί και αδιάφοροι κατά τη δημόσια συμπεριφορά τους. Αδιάφοροι και εχθρικοί προς το σύστημα που τους στερεί άλλους τρόπους συμμετοχής, πλην της κομματικά χρωματισμένης ψήφου, ναι, είναι. Αλλά μπορούμε να εικάσουμε βάσιμα ότι αρκετοί από τους απέχοντες των εκλογών δρουν στον δημόσιο χώρο με πολιτικούς όρους: μετέχουν σε συλλόγους, σε ΜΚΟ, σε συνεταιρισμούς, σε social media, δημιουργούν ή αφομοιώνουν έργα τέχνης με κοινωνικό ή πολιτικό περιεχόμενο, συζητούν πολιτικά, διαβάζουν κ.λπ. Το πολιτικό δεν ταυτίζεται με την πολιτική, ιδίως με την τρέχουσα πολιτική νοοτροπία και πρακτική του συστήματος, που έφερε τη χώρα στο σημερινό οδυνηρό αδιέξοδο.

Μια ένδειξη της μαζικά αντικομματικής ή και αντισυστημικής συμπεριφοράς είναι η υπερψήφιση των ανεξάρτητων συνδυασμών, γνήσιων ή οιονεί ανεξαρτήτων· περίπου στους μισούς δήμους εξελέγησαν άρχοντες που αυτοπροσδιορίστηκαν ανεξάρτητοι ή, έστω, χωρίς αμιγές κομματικό χρώμα.

Μια άλλη ένδειξη, διαρκής τα τελευταία χρόνια, είναι η στάση της νεολαίας, πρωταθλήτριας καθώς φαίνεται στην αποχή. Μέγα μέρος της νεολαίας εχθρεύεται ή και περιφρονεί την τρέχουσα πολιτική διαχείριση, ωστόσο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί απολιτίκ. Το αντίθετο. Απλώς, το πολιτικό για τους ανήσυχους πολιτικά και στριμωγμένους κοινωνικοοικονομικά νέους, είναι ριζικά διαφορετικό, άλλου γένους, από ό,τι εννοούν και απ’ ό,τι εκπέμπουν οι κουρασμένοι εκπρόσωποι του φθαρμένου συστήματος που κορδώνονται στις τηλεοράσεις.

Advertisements