You are currently browsing the monthly archive for Νοέμβριος 2010.

Στους Διαλόγους των Αθηνών, που οργάνωσε το Ιδρυμα Ωνάση, κατά την έναρξή του ετέθησαν ενδιαφέροντα ερωτήματα για το πώς η αρχαιοελληνική κληρονομιά μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην ανάγνωση του παρόντος. Η τραγωδία, η ιστοριογραφία, η ρητορική, η φιλοσοφία, η δημοκρατική πράξις προσφέρουν πλούσιο οπλοστάσιο εννοιών και στοχασμού, εντοπιζόμενα όλα στον πυρήνα του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Ιδίως στην εποχή της βαθιάς και διαρκούς κρίσης που διανύουμε, έννοιες όπως Υβρις, Νέμεσις, Κάθαρσις, Λόγος, Μέτρο, Μέτοικος, Ικέτης, Ξένος, Μήτις κ.λπ., πυρηνικές όχι μόνο στην τραγωδία, αλλά και στο έπος και στη ρητορική και στη φιλοσοφία, μάς βοηθούν να ξαναδούμε τον καιρό μας, τις αντινομίες των κοινωνιών, τις ανεπάρκειες των πολιτικών συστημάτων, το ηθικό έλλειμμα, τις ιδεοληψίες που παραμερίζουν βίαια τον αναστοχασμό.

Οι ομιλητές, και ιδίως ο κινηματογραφούμενος σπουδαίος Γερμανός δημιουργός του θεάτρου, ο Πέτερ Στάιν, επεσήμαναν ότι η τραγωδία, ως αναστοχασμός της ανθρώπινης κατάστασης, μάς βοηθά να αντέξουμε την ανθρώπινη μοίρα, σαν γενναίοι, σαν ήρωες, και επιπλέον μας βοηθά να δούμε τον κόσμο πολιτικά: εγγεγραμμένο στη μακρά διάρκεια αλλά και στο ενοχλητικό, κάποτε αμείλικτο, παρόν.

Αστείρευτη δεξαμενή σοφίας λοιπόν, και διαρκές όφελος, η αρχαίων ονομάτων επίσκεψις. Τι γίνεται όμως με τα νεότερα ονόματα, τα σημερινά; Τι γίνεται με τη σύγχρονη Ελλάδα; Τι μάθημα έχει να προσφέρει στη συγγενή της Ευρώπη, στον κόσμο, η Ελληνική Δημοκρατία του 2010, ευρισκόμενη σε βαθιά οικονομική κρίση, μα και σε κρίση αυτοαναγνώρισης, κρίση ταυτότητας και προσανατολισμού;

Η κρίση της, το πάθημά της, είναι το μάθημα που μπορεί να προσφέρει. Το ‘χει ξαναπροσφέρει αυτό το μάθημα στην Ευρώπη· σε όλη τη νεότερη ιστορία, από τον Αγώνα του ’21 έως τη Μικρασιατική Καταστροφή, τον Πόλεμο του ’40 και την Κατοχή, έως τη μοντέρνα δικτατορία του 1967, η Ελλάδα προσφέρει στους λαούς και τα έθνη της Ευρώπης το μαρτύριό της, τον αγώνα της, την ντροπή, την ήττα της και την καταστροφή της, σαν παράδειγμα, προς μίμηση ή προς αποφυγή.

Πρόσφερε ένα μάθημα ηρωισμού. Το Μεσολόγγι ίδρυσε τη νεότερη Ελλάδα στα μάτια του Σολωμού και στα μάτια του Μπάιρον, και ταυτόχρονα έδωσε υπόσταση στη ρομαντική σύλληψη της ελευθερίας, του έθνους, της μάχης με την τυραννία, υποστασίωσε την είσοδο στη νεωτερικότητα, με τρόπο δραματικό, τον τρόπο κατά τον οποίο ζωγράφιζαν το νεωτερικό πολιτικό ο Γκόγια και ο Ντελακρουά, οι μεγάλοι ρομαντικοί.

Στην ώριμη μετανεωρικότητα, τύχη χαλεπή φέρνει πάλι την Ελλάδα ως δυνάμει παράδειγμα. Το πάθημά της οφείλεται εν πολλοίς στην ίδια, δηλαδή στους ανθρώπους της, αλλά και στην ευρωπαϊκή, διεθνή παθογένεια. Την αφροσύνη, την απληστία, την Υβρη δεν την διέπραξαν μόνοι οι Ελληνες, αυτονομημένοι και ανέπαφοι από την ξέφρενη κυκλοφορία κεφαλαίων και τον ραγδαίο μετασχηματισμό του καταμερισμού εργασίας, από τη λήξη του διπολικού κόσμου και την αναδιανομή σφαιρών επιρροής και αγορών. Η ασήμαντη οικονομικά Ελλάδα, μονοψήφιο πολλοστημόριο του ΑΕΠ της ευρωζώνης, δια του τρόπου καταρρεύσεως και της τιμωρίας της, λειτουργεί και πάλι ως παράδειγμα. Προς ονειδισμό και αποφυγή. Από τέτοια διαδικασία ενοχοποίησης, χλεύης και αυτολοιδορίας πέρασαν οι Ελληνες προτού τεθούν υπό επιτήρηση και υποθηκεύσουν την εθνική τους κυριαρχία.

Εξι μήνες αργότερα, την τύχη της Ελλάδος φαίνεται να ακολουθούν και άλλες χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας, οι μικρές Ιρλανδία, Πορτογαλία, ενώ πιέζεται η μεγάλη Ισπανία, ακόμη και το Βέλγιο, έδρα της κλονιζόμενης ευρωπαϊκής ομοσπονδίας. Ιδού λοιπόν, το ελληνικό μάθημα: οι αδύναμοι φορείς του ισχυρού νομίσματος, αδύναμοι τροφοδότες πλέον των βορείων πλεονασμάτων, μετατρέπονται σε παρίες. Η ευρωπαϊκή ιδέα, μια πρωτοφανής ιστορικά ένωση ελευθέρων κρατών, φτιαγμένη για να αποτρέψει πολέμους σαν του 20ού αιώνα, υπονομεύεται από την απληστία, τις ιδεοληψίες, την κατίσχυση του χρήματος επί της πολιτικής, των υπερεθνικών τραπεζών επί των εθνικών κυβερνήσεων.

Το στερεότυπο της ατίθασης, πονηρής, “ανατολικής” Ελλάδος, που δολίως και χαριστικά εισήλθε στο ευρωπαϊκό κλαμπ, ήταν πρώτης τάξεως παράδειγμα προς αποφυγή. Τόσο ισχυρό στερεότυπο που το πίστεψαν και οι ίδιοι οι Ελληνες, και όχι μόνο το πίστεψαν αλλά επαναπαύθηκαν στο οριενταλιστικό στερεότυπο και έκαναν τα πάντα για να το ενισχύσουν, κατατρώγοντας τον δημόσιο χώρο, τους εθνικούς πόρους, το συλλογικό φρόνημα. Επισπεύδοντας τη χρεοκοπία και την υποδούλωση.

Δι’ ελέου και φόβου περαίνουσα, την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν… Ιδού το εκκρεμές: από μάθημα ηρωισμού για τη ρομαντική Ευρώπη του 19ου αι., μάθημα εξευτελισμού και υποταγής για την μεταμοντέρνα Ευρώπη του χρήματος στον 21ου αιώνα. Η Ελλάδα πάλι διδάσκει τα παθήματά της. Εως την κάθαρση.

Οι ζυμώσεις στα κόμματα και η κινητικότητα πολιτευτών, εντονότατες τις τελευταίες ημέρες, συμπίπτουν με την εγκατάσταση κομισαρίου του ΔΝΤ στο υπουργείο Οικονομικών και εμπειρογνωμόνων σε κάθε υπυργείο. Η διακυβέρνηση της χώρας τελεί, ως γνωστόν, υπό επιτροπεία. Το πολιτικό σύστημα εντούτοις, εντός και εκτός κυβέρνησης, ενεργεί σαν να το αγνοεί: ουσιαστικά, ενεργεί με σκοπό την επιβίωσή του στα απομεινάρια εξουσίας, αποφεύγοντας να δει την ελεύθερη πτώση της χώρας.

Χαρακτηριστικές είναι οι κινήσεις στον συντηρητικό χώρο, με αφορμή την ίδρυση κεντροδεξιού κόμματος από την κ. Ντόρα Μπακογιάνη. Το νέο κόμμα φυσικό είναι να αντλεί δυνάμεις από τους όμορους χώρους· στη συγκεκριμένη άντληση όμως, και παρά τις διακηρύξεις περί φιλελευθερισμού και κεντρώου χώρου, όμορη δεξαμενή είναι μόνο η, τυπικά δεξιότερη, Νέα Δημοκρατία και ο, ακόμη δεξιότερα, ΛΑΟΣ. Βουλευτές της ΝΔ διαρρέουν προς τα όμορα, ενώ ενδιαφέρον έχει το διαφαινόμενο φλερτ του κ. Μάκη Βορίδη, βουλευτή του ΛΑΟΣ, με το νεοϊδρυθέν κόμμα.

Ο κ. Βορίδης, εξ απαλών ονύχων ακροδεξιός, μαζί με την αυτοπεριγραφόμενη ως κεντρώα κ. Μπακογιάννη; Ακούγεται παράδοξο; Δεν είναι. Η κατάσταση εκτάκτου ανάγκης που διανύουμε φέρνει βαθείς μετασχηματισμούς και ανακατατάξεις· οι ιδεολογικές διακηρύξεις και το pedigree ελάχιστη αξία θα έχουν μερικούς μήνες αργότερα, τη στιγμή της κρίσεως· δεξιά, κέντρο, αριστερά, φιλελεύθεροι θα ηχούν σαν αστεία ενώπιον των βίαιων καιροσκοπικών αναδιευθετήσεων. Μόνο κινούν για τα πολιτικά πρόσωπα θα είναι η νομή της εξουσίας, και η δι΄αυτής επιβίωση.

Καθώς παραμένει πιθανός ο κλονισμός της κυβέρνησης Παπανδρέου κατά την εκπνοή της τρίτης μνημονιακής φάσης και την περαιτέρω βύθιση της χώρας στην ύφεση, το παλαιό πολιτικό προσωπικό αναζητεί νέες θέσεις για την αναπαραγωγή του, δηλώνει την ετοιμότητά του για συμμετοχή σε σχήματα και σενάρια της επόμενης μέρας. Μια κυβέρνηση προθύμων για εθνική σωτηρία θα χωρούσε όλους όσοι τώρα υπερβαίνουν εν σπουδή τα παλαιά όρια.

Η κρίση δανεισμού στις χώρες της ευρωζώνης ξεκίνησε από την Ελλάδα και σαν επιδημία απλώνεται σε όλη την περιφέρεια: σήμερα Ιρλανδία, αύριο Πορτογαλία, μεθαύριο Ισπανία, αργότερα κανείς δεν ξέρει ― ήδη πιέζονται τα ομόλογα του Βελγίου, ενώ άγνωστη στο ευρύ κοινό παραμένει η κατάσταση του χρέους της ευρισκομένης σε σφοδρή κυβερνητική κρίση Ιταλίας. Πόσο θα αντέξουν ο ευρωπαϊκός μηχανισμός στήριξης, τα αποθέματα, το σκληρό ευρώ;

Ενα πρώτο συμπέρασμα είναι άρα ότι η κρίση δεν αφορά μόνο την Ελλάδα, και ότι τα αίτια της κρίσης της και του χρεοστασίου της δεν προκύπτουν μόνο από ελληνικές ιδιομορφίες και παθογένειες. Η κρίση πλήττει κράτη με μεγάλες ή μικρές οικονομίες, που ακολουθούν κάθε λογής μοντέλο ανάπτυξης, και σίγουρα στη ζώνη του ευρώ τα ελλείμματα του Νότου είναι πλεονάσματα του Βορρά. Σε λιγότερο από ένα χρόνο, το ελληνικό πρόβλημα αποδεικνύεται ότι εν πολλοίς είναι ευρωπαϊκό πρόβλημα.

Στην αρχή της κρίσης πολλοί ισχυρίζονταν, εντός και εκτός Ελλάδος, ότι η κύρια αιτία ήταν η κακή κατάσταση των δημόσιων οικονομικών, η υπερτροφία και η ενδημική διαφθορά του δημόσιου τομέα· αργότερα προστέθηκαν η χαμηλή παραγωγικότητα και ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, η δύσκαμπτη εργατική νομοθεσία, τα κλειστά επαγγέλματα και τα λοιπά ― μπορούμε να συνεχίσουμε επί πολύ. Οι ίδιοι αναλυτές επικαλέσθηκαν σποράδην ακόμη και το κακό γονίδιο του Ελληνα: την ανυπακοή, την απειθαρχία, την ανομία, την εγγενή ροπή για ανταρσία και βία… Σταδιακά, ομάδες του πληθυσμού εστρέφοντο εναντίον άλλων ομάδων, θεωρώντας τες υπαίτιες του κακού: ανά διαστήματα, κακοί ήσαν όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι, οι φορτηγατζήδες, οι φαρμακοποιοί, οι συμβολαιογράφοι, οι ΔΕΗτζήδες, οι γιατροί κ.ο.κ.

Μεγεθυμένες αυτές οι αιτιάσεις από την πλειονότητα του πολιτικού συστήματος, από «ουδέτερους» τεχνοκράτες και από μέγα μέρος των μήντια, εσωτερικεύθηκαν από τους πολίτες, με διπλή ζημιά: αφενός έχασαν την αυτοεκτίμηση και την αυτοπεποίθησή τους, μειώθηκε η ενεργητικότητα η τόσο αναγκαία για υπέρβαση της κρίσης· αφετέρου, όλοι εστράφησαν εναντίον όλων. Πολύ περισσότερο, οι πολίτες καλούνται να πληρώσουν με το αίμα τους μια κρίση που δεν είναι δική τους, ή τουλάχιστον μόνο δική τους, χωρίς να βλέπουν εν εξελίξει ούτε δίκαιη κατανομή βαρών ούτε πειστικό σχέδιο ανάκαμψης. Αντ’ αυτών βλέπουν να επελαύνουν η ύφεση και η ανεργία, παγώνοντας αγορά, νοικοκυριά και ψυχές. Την ίδια στιγμή η κυβέρνηση προωθεί περαίωση και ατιμωρησία, ο αντιπρόεδρος κραυγάζει «μαζί τα φάγαμε», ο πρωθυπουργός βγάζει πιστόλια και απειλεί «με την πατρίδα του μνημονίου ή εναντίον της», κόμματα ιδρύονται, πολιτευτές μετεγγράφονται σαν ποδοσφαιριστές, εξεταστικές διαδέχονται η μία την άλλη χωρίς κανένα αποτέλεσμα, το πολιτικό σύστημα άδει ενώ η χώρα βουλιάζει.

Είναι προφανές ότι τέτοια αντιμετώπιση του κοινωνικού σώματος, με τρυκ εξαπάτησης, επικοινωνιακούς εκβιασμούς και προπαγάνδα, δεν μπορεί να διαρκέσει για πολύ. Το πολύ, έως την τέταρτη δόση… Αλλωστε, είπαμε: η κρίση δεν είναι ελληνική. Ούτε η πολιτική-κοινωνική.

Οδυσσέας Τσάκαλος, Δερβίσικο, 2010 (demo)

To Mνημόνιο Στήριξης που προσυπέγραψε η ελληνική κυβέρνηση τον περασμένο Μάιο έδωσε την αφορμή να εκδηλωθεί ένας διχασμός των πολιτικών δυνάμεων και του ίδιου του λαού, που διαπερνά έκτοτε τον δημόσιο βίο με άλλοτε άλλες κορυφώσεις. Τελευταία κορύφωση υπήρξαν οι πρόσφατες αυτοδιοικητικές εκλογές, κατά τις οποίες η αποδοχή ή η απόρριψη του μνημονίου ετέθη ως δραματικό δίλημμα: υπέρ ή κατά της πατρίδος, με πρώτο κηρύξαντα τον ίδιο τον πρωθυπουργό.

Ο λαός άλλοτε υπέκυψε στο δίλημμα, με πολωτική εκδήλωση ψήφου, και άλλοτε το υπερέβη, είτε δια της αποχής και της λευκής ψήφου, είτε δια της εκλογής ανεξάρτητων ή πολυσυλλεκτικών αρχόντων. Ο διχασμός όμως παραμένει, κυρίως σαν διχογνωμία, σαν διχοστασία, αλλά και σαν βασανιστικό ερώτημα αναχρονισμού: Μπορούσε να γίνει αλλιώς; Τι άλλο μπορούσε να γίνει;

Οι απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα δεν έχουν ουσιαστικό όφελος, από τη στιγμή που το ιστορικό ενδεχόμενο έχει μεταπέσει σε ιστορικό γεγονός. Πριν από την υπογραφή του Μνημονίου Στήριξης και των επαχθών όρων του, το περίφημο εξάμηνο μετά τις εκλογές του 2009, ο δανεισμός υπό τους όρους της τρόικας ήταν ένα ενδεχόμενο ανάμεσα σε μερικά άλλα. Αυτά τα “άλλα” δεν τα μάθαμε ποτέ, δεν μπήκαν στον επίσημο δημόσιο λόγο από την κυβέρνηση, άρα δεν είχαν την δυνατότητα να γίνουν γεγονός, παρέμειναν ενδεχόμενα, μάλιστα άδηλα και άρρητα. Ως ιστορικό γεγονός έμεινε το Μνημόνιο· βάσει αυτού τώρα ορίζεται ο δημόσιος λόγος, η υλικότητά του ορίζει και τον διχασμό που αναδύθηκε.

Κάτω βέβαια από τον διχασμό που φέρνει το Μνημόνιο βρίσκονται βαθιές ρίζες, που φτάνουν μέχρι τους χρόνους ιδρύσεως του νεοελληνικού κράτους, ίσως και πιο βαθιά ακόμη, στους χρόνους της κατάκτησης όταν ανεδύετο η εθνική συνείδηση. Ιδίως τότε, στα χρόνια της ανάδυσης και στα χρόνια της ίδρυσης, παρατηρείται αδρά μια διττή στάση των υποκειμένων που αυτοαναγνωρίζονται ως Ελληνες: αφενός, όσοι επιθυμούν να υπάρξουν ως Ελληνες αλλά ενσωματωμένοι στο επικυρίαρχο σύστημα της οθωμανικής αυτοκρατορίας (ή προσαρτημένοι σε άλλους επικυρίαρχους, αργότερα), αφετέρου, όσοι επιθυμούν να υπάρξουν απελευθερωμένοι και ανεξάρτητοι από το επικυρίαρχο σύστημα, όσοι διαπνέονται από πνεύμα αντίστασης και εναντίωσης.

Η διχοστασία αυτή, των ενσωματωμένων και των ανεξάρτητων, διαπερνά το έθνος από αναδύσεως και το κράτος από συστάσεως. Οχι μόνο όμως ως διχοστασία, σαφής και διακριτή κάθε φορά· συχνά, τα όπλα και η ρητορική του ενός γίνονται όπλα και ρητορική του άλλου, εκτρεπόμενα από την αρχική τους χρήση· συχνά επίσης οι διισταμένες τάσεις συγχωνεύονται σε μια τρίτη, προς μια κατάσταση ισορροπίας, ή και αποσύρονται οι εντάσεις εν όψει κινδύνων που απειλούν την ίδια την ύπαρξη του εθνικού συνόλου.

Οι τέτοιες διχοστασίες έφτασαν στα όρια του εμφυλίου αμέσως μετά τον ξεσηκωμό του 1821, και με ανάλογη αδελφοκτόνο σφοδρότητα εκδηλώθηκαν και το 1916-22 και το 1944-49. Κοινό χαρακτηριστικό σε όλες τις περιπτώσεις, η ανάμιξη του ξένου παράγοντα, ο οποίος επεμβαίνει διαιρετικά και εξουσιαστικά, είτε ως αυτόκλητος σωτήρας είτε προσκεκλημένος από τη μια ή την άλλη μερίδα. Η ανάμιξη του ξένου παράγοντα υπογραμμίζει όχι μόνο τις ποικίλες σχέσεις εξάρτησης που καλλιεργούν εγχώριες ελίτ, αλλά και τη σταθερά ιμπεριαλιστική διάθεση των υπερόριων ισχυρών φίλων προς τον αδύναμο γεωπολιτικό κρίκο. Επιπλέον, υπογραμμίζουν τη σχεδόν μόνιμη πνευματική καχεξία των υποτελών ελίτ και την αδυναμία τους να αρθρώσουν ένα επαρκώς αυτοτελές κοσμοείδωλο, διακριτή ταυτότητα, ιθαγενή σκέψη, αν όχι πρωτότυπη, τουλάχιστον αυτόνομη, γνήσια και λυσιτελή για το κοινό συμφέρον, για το κοινό καλό.

Εχουμε δει πώς περίπου εμφανίζεται η διχοστασία διηνεκώς, αλλά και πώς αποσύρονται ενίοτε οι εντάσεις αν εμφανιστούν κίνδυνοι που απειλούν την ίδια την ύπαρξη του εθνικού συνόλου. Αυτό συνέβη, φερ’ ειπείν, το 1940. Τηρουμένων των αναλογιών, σε παρόμοιο κίνδυνο βρίσκεται σήμερα η χώρα, ενώπιον του εσωτερικού και του εξωτερικού εχθρού, ενώπιον του φαύλου εαυτού και ενώπιον της διεθνούς κρίσης και των δανειστών. Μπροστά σε αυτόν ακριβώς τον πολυπρόσωπο κίνδυνο, κίνδυνο πτώχευσης, κίνδυνο απώλειας εθνικής κυριαρχίας, κίνδυνο κοινωνικής έκρηξης, κίνδυνο μαρασμού ενός λαού με χαμένη αυτοπεποίθηση και αυτοεκτίμηση, με κερματισμένη και θαμπή την ταυτότητα, με θρυμματισμένη την αίσθηση του συνανήκειν, σε αυτή ακριβώς την κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, μόνη διέξοδος είναι η υπέρβαση της διχοστασίας. Η υπέρβαση του διλήμματος: Με ή χωρίς Μνημόνιο; Είπαμε, το ιστορικό γεγονός είναι το Μνημόνιο, όλα τα άλλα παρέμειναν ενδεχόμενα· άρα, οφείλουμε να πράξουμε βάσει του γεγονότος, επί του γεγονότος και πέραν αυτού· να μείνει πίσω αυτό και να δημιουργήσουμε άλλα γεγονότα, όχι να μηρυκάζουμε ενδεχόμενα. Από δω και πέρα.

Η υπέρβαση του διλήμματος προϋποθέτει θέληση για συμφιλίωση. Συμφιλίωση των αντιπάλων και των οιονεί εχθρών, δηλαδή αμοιβαία αλληλοαναγνώριση και υπέρβαση του ατομικού· και συμφιλίωση με την πραγματικότητα, δηλαδή αναγνώριση της πραγματικότητας, των υλικών της όρων, των υπαρκτών δυσχερειών και των αντινομιών της. Ορισμένως, προϋποτίθεται η θέληση· να επενεργήσει δυναμικά η θέληση πάνω σε μια πραγματικότητα που τώρα ορίζεται ερήμην των υποκειμένων και της θέλησης τους, ή και εναντίον τους.

Με τέτοια σύλληψη της δυσβάστακτης πραγματικότητας και τέτοια εκδήλωση θέλησης, με μετατόπιση από το ατομικό προς το καθολικό, και από τον φατριασμό προς το κοινό καλό, είναι δυνατόν να αποτραπούν τα χειρότερα για την κοινωνία, το λαό, τη χώρα, την πατρίδα. Αιρόμενοι υπεράνω των διλημμάτων και του διχασμού, μετατοπιζόμενοι δραστικά από την εργαλειακή χρήση και κατανάλωση του κοινωνικού, προς τη συλλογικότητα, τη δοτικότητα, την ηθική θεμελίωση του κοινού βίου. Η κρίση φέρνει ευκαιρίες ― ιδού μια κοινοτοπία που μένει να υποστασιωθεί: Ευκαιρίες ερείπωσης ή ευκαιρίες αναγέννησης;

Την ειρηνική προσευχή των Μουσουλμάνων της Αθήνας σε δημόσιους χώρους, στις αρχές της εβδομάδος, διαδέχτηκαν αμέσως μετά βιαιοπραγίες κατά Μουσουλμάνων, συμπλοκές ημεδαπών και αλλοδαπών, ενδομουσουλμανικές συρράξεις και διαδηλώσεις.

Στην περιοχή Αχαρνών συνεχίζονται οι επιθέσεις εναντίον των αυτοσχέδιων τζαμιών και εναντίον των προσερχόμενων σε αυτά για προσευχή. Αναλόγως ανησυχητικό είναι αυτό που συνέβη στην Πλατεία Κοτζιά, όταν Αιγύπτιος παράνομος μικροπωλητής, ελεγχόμενος από άνδρες της δημοτικής αστυνομίας, κατήγγειλε με φωνές ότι του προσβάλλουν σύμβολα του Ισλάμ. Ακολούθησε αυθόρμητη συγκέντρωση τριακοσίων περίπου Μουσουλμάνων από τις παρακείμενες οδούς, εξαγριωμένων για την προσβολή του Κορανίου. Η οποία προσβολή ουδέποτε συνέβη, αφού τα κατασχεθέντα αντικείμενα δεν ήσαν ιερά, όπως εξακριβώθηκε από ομοθρήσκους του μικροπωλητή.

Και στα δύο περιστατικά κοινός παρονομαστής είναι η διαφαινόμενη αδυναμία της πολιτείας να τηρήσει τους νόμους και να προστατεύσει τα πολιτικά και ανθρώπινα δικαιώματα αλλοδαπών και ημεδαπών. Και στα δύο είδη περιστατικών, η διαφανείσα αδυναμία ή ολιγωρία έγινε αντιληπτή ως απουσία έννομης τάξης, ως απουσία του κράτους δικαίου, ως κενό νόμου, και αμέσως το κενό καλύφθηκε από όχλο που αυτοδικεί.

Η διακριτική απόσυρση του κράτους και η ταυτόχρονη ανάδυση της αυτοδικίας, η όλο και συχνότερη, είναι ένα από τα πιο δυσοίωνα σημάδια αυτής της δυσχερέστατης ιστορικής περιόδου, κατά την οποία δοκιμάζονται πολλαπλά η πολιτική κοινωνία και το δημοκρατικό κράτος.

Στις γκρίζες συνοικίες της αναγκαστικής συμβίωσης, οι φτωχοί ημεδαποί ζουν υποβαθμισμένα μαζί με χιλιάδες πενόμενους και εξαθλιωμένους αλλοδαπούς, λαθρομετανάστες ως επί το πλείστον. Η εντεινόμενη ύφεση συνδαυλίζει την καχυποψία και τη δυσανεξία, όλοι απειλούν να πάρουν την υπόθεση στα χέρια τους. Η αυτοδικία και η βία απειλούν να γίνουν κοινότοπο μέρος της καθημερινότητας, όπως ακριβώς συνέβη με τις ένοπλες ληστείες μετά φόνου. Αυτή η απειλή εναντίον του ηθικού και νομικού θεμελίου της κοινωνίας, είναι ίσως πιο τρομακτική και από την απειλή της οικονομικής χρεοκοπίας.

Η προχθεσινή μεγάλη πορεία δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων υπό βροχή θέτει εκ νέου το ερώτημα; Γιατί γιορτάζεται το Πολυτεχνείο, τριάντα τρία χρόνια μετά τη νεανική εξέγερση κατά της δικτατορίας;

Ακόμη και η λέξη γιορτή είναι προβληματική, για να περιγράψει την κατ’ έτος τελετουργική πορεία, τους λόγους, τις αψιμαχίες, τις σχετικές πανηγυρικές αναφορές στα σχολεία. Δεν είναι γιορτή· είναι τελετουργική ανάκληση ενός δραματικού συμβάντος, ενός ιστορικού συμβάντος, το οποίο εισφέρει τεράστιο συμβολικό βάρος στην πρόσφατη ιστορία, αφενός, διότι έδωσε στον ελληνικό λαό μια συλλογική αντιστασιακή ταυτότητα, ένα αντίβαρο για τα έξι προηγηθέντα χρόνια προσαρμογής και υποταγής στο πολιτικό kitsch των συνταγματαρχών.

Αφετέρου, το Πολυτεχνείο, περισσότερο από κάθε πρόσφατο ιστορικό συμβάν, ήταν μια έκρηξη προκληθείσα τυχαίως, μια έκρηξη που δεν καθοδηγήθηκε από κανέναν πολιτικό οργανισμό, μια έκρηξη που η επίσημη Αριστερά επiχείρησε να την αποτρέψει ή να την ελέγξει ως μη ώριμη, ήταν μια δραματική πράξη αντίστασης και αποκοτιάς, μια πράξη υπέρβασης.

Οι νέοι που κλείστηκαν στο Πολυτεχνείο και οι νέοι απέξω, οι νέοι που επυροβολούντο και έμεναν όρθιοι τραγουδώντας, αφελείς, παράτολμοι, σαλοί, υλοποίησαν ένα πυρακτωμένο υπόδειγμα αντιστασιακού ήθους, συνέχισαν μια μακρά παράδοση παράτολμων ηρωικών πράξεων, υπερβάσεων, ενσάρκωσαν το αντιστασιακό πνεύμα των Νεοελλήνων στην ύστερη νεωτερικότητα, όπως εκδηλώθηκε σε προηγούμενες ιστορικές στιγμές από άλλους παράτολμους, από τον ξεσηκωμό του ’21 ώς τον πόλεμο του ’40 και την Αντίσταση. Ετσι, αυτά τα τρελόπαιδα απέσυραν το πέπλο συνενοχής απ’ όλο το υπάκουο κοινωνικό σώμα.

Από αυτή τη σκοπιά, το Πολυτεχνείο είναι μια διαρκής υπενθύμιση της παράφορης νιότης, η οποία μπαίνει μπροστά χωρίς υπολογισμούς, χωρίς ιδιοτέλεια, άλλη από το άφημά της στο πάθος, στο θυμικό, στη διακινδύνευση, στην υπέρβαση. Μια ανάλογη υπέρβαση ζητεί απεγνωσμένα, μα βουβά ακόμη, ο ελληνικός λαός σήμερα· υπέρβαση του χθαμαλού εαυτού, του μαλθακού και κακομαθημένου, του υποταγμένου και υπερχρεωμένου. Ενα ξέσπασμα ζητείται, όχι τόσο δραματικό όσο του ’73, διότι ο εχθρός δεν είναι ο ίδιος, τώρα είναι πιο εσωτερικευμένος, λιγότερο προφανής, πάντως ξέσπασμα με ένταση και βάθος, με θάρρος και πίστη, που θα δράσει σαν καταλύτης και θα αποσύρει από τα μάτια μας το πέπλο της αναξιότητας, της αυτοϋποτίμησης, της ηττοπάθειας.

Οι απόκοτοι νέοι του ’73 πρόσφεραν στους γονείς τους μια νέα αφετηρία κι ένα ηθικό παράδειγμα· παρά τις θυσίες, παρά τις διώξεις, παρά την εθνική τραγωδία του ’74, το συμβάν Πολυτεχνείο τροφοδότησε με τη ζωτικότητά του τη νεογέννητη δημοκρατία ένα χρόνο αργότερα. Πολλές από τις προσδοκίες διαψεύσθηκαν, οι ματαιώσεις, η δημοκοπία, οι στρεβλώσεις δεν έλειψαν, ακόμη και από τους ίδιους τους πρωταγωνιστές του συμβάντος. Ωστόσο, το υπερβατικό σήμα, το συμβολικό φορτίο, η ηθική εκτίναξη, τροφοδότησαν και τροφοδοτούν ακόμη την πολιτική κοινωνία της μεταπολίτευσης. Τώρα χρειαζόμαστε μια νέα ώθηση φρονήματος, μια νέα υπέρβαση, με νέους τρόπους σε νέα συμφραζόμενα, για βαθιές, αρχαίες ανάγκες.

Η δεύτερη Κυριακή των εκλογών επεξέτεινε την εικόνα της πρώτης: η αποχή, ηχηρή και επιθετική, άγγιξε ιστορικά υψηλά. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ορθώς επέκρινε τον απέχοντα πολίτη του καναπέ, αλλά δεν περιέγραψε όλη την εικόνα: οι απέχοντες δεν είναι όλοι πολίτες του καναπέ. Η αποχή είναι μια από τις πολλές ενδείξεις για την βαριά κόπωση, σχεδόν νοσηρή, του αντιπροσωπευτικού πολιτικού συστήματος, το οποίο δίνει περιορισμένες ευκαιρίες ουσιαστικής συμμετοχής στα κοινά. Πολλοί πολίτες αισθάνονται χωρίς φωνή, χωρίς πρόσβαση στα κέντρα λήψης αποφάσεων, εκτός και εάν υποδυθούν τους πελάτες. Δεν έχει τόση σημασία ότι υπάρχουν οι τυπικές δυνατότητες συμμετοχής, σημασία έχει τι αισθάνονται οι πολίτες: αισθάνονται υποβαθμισμένοι σε παθητικούς τηλεθεατές άγονων κοκκορομαχιών, ή σε ταπεινούς ιδιοτελείς πελάτες. Αυτή είναι η πραγματικότητα, και εξ αυτής της πραγματικότητας πηγάζει το ισοπεδωτικό “όλοι ίδιοι είναι”.
Διάβασε παρακάτω

Δεν σχεδιάζω τη ζωή μου, τη ζω! Αυτό απάντησε ο 19χρονος στον πατέρα του όταν ρωτήθηκε πώς σχεδιάζει τις σπουδές του τα προσεχή χρόνια. Αναυδος ο πατέρας, ελαφρώς ζαλισμένος, αποσύρθηκε για περαιτέρω επεξεργασία της συνταρακτικής ατάκας, εκ του Λωτρεαμόν και του dada καταγόμενη. Η επεξεργασία ξεκίνησε με ανάκληση του ξεχασμένου 19άρη που υπήρξε και ο ίδιος. Υπήρξε; Μα ναι, ασφαλώς, και μάλιστα με θράσος ατάκας εφάμιλλο του νυν 19χρονου, με βαριά περιφρόνηση για το σχεδιασμό και το πρόγραμμα, με απόλυτη προσήλωση στο χάζι, τη σχόλη, τη σπατάλη, την κραιπάλη, τον έρωτα, τη ζωή εντέλει. Λούφαξε. Τι να διδάξει; Τι να κανοναρχήσει;

Ξανασκέφτηκε. Οι σημερινοί πατεράδες των μετέφηβων είκοσι-κάτι υπήρξαν ανάλογοι σε εποχές πολύ πιο εύκολες, σε εποχές αισιοδοξίας και ανοιχτού ορίζοντα: δεκαετία ’70, δεκαετία ’80, μεταπολίτευση, αλλαγή, μεταχρονισμένα Γούντστοκ και Μάηδες, πανκ, μετα-αριστερά, τέτοια. Και προ πάντων ευμάρεια: το σύνδρομο της Κατοχής ξεχάστηκε ακριβώς απ΄αυτή τη γενιά, των baby boomers της μεταπολίτευσης.

Η υλική προϋπόθεση της ευμάρειας και η επικρατούσα δόξα της αιώνιας προόδου, μαζί με το άνοιγμα ολόκληρης της κοινωνίας στα πελάγη του καταναλωτισμού και της αισθητικής, μαζί με την αυξανόμενη πλησμονή πληροφορίας και πολιτιστικών αγαθών, αυτά διαμόρφωσαν τη γενιά των σημερινών 50 παρά κάτι, 50 και κάτι, αυτών που σήμερα παράγουν πλούτο (έως τώρα τουλάχιστον…), διαμορφώνουν την κοινή γνώμη, λαμβάνουν τις αποφάσεις.

Οι 20 παρά κάτι, 20 και κάτι, σκάνε μύτη σε ένα περιβάλλον ριζικά διαφορετικό από το περιβάλλον αισιοδοξίας, αυξανόμενης ευμάρειας και πνευματικής ελευθεριότητας που υποδέχτηκε τους γονείς τους, μια γενιά νωρίτερα. Η ευμάρεια, ναι, υπάρχει, αλλά χωρίς δυναμική πια: δεν είναι υπόσχεση, δεν συνιστά προσδοκία, δεν εξελίσσεται· είναι απλώς ένα στατικό κεκτημένο της προτέρας γενιάς, το οποίο τώρα απειλείται εκ θεμελίων και η ύφεση το κατατρώει. Στο πνευματικό κλίμα: του ’75-’90 η νεολαία ήταν ιερή αγελάδα, αμφισβητούσε τους πάντες και δεν την αμφισβητούσε κανείς, η φοιτητική ιδιότητα ήταν περίπου εύσημο προόδου. Η δίψα για δημοκρατία και ένας λαϊκισμός ιστορικά εξηγήσιμος φούσκωναν τα πανιά της θρασείας νεότητος.

Πώς αντιμετωπίζεται η νεολαία σήμερα με πνευματικούς όρους; Τουλάχιστον η πολιτικά και αισθητικά ανήσυχη νεολαία, αυτή που δίνει τον ζωηρό τόνο της τελευταίας δεκαπενταετίας, η νεολαία των καταλήψεων, των διαδηλώσεων, της αυτοδιαχείρισης, του νεορομαντισμού, ενίοτε και του μηδενισμού. Πώς αντιμετωπίζεται; Πολύ αδρά: σαν αντικοινωνικό στοιχείο. Μυθολογημένος “προοδευτικός” στη μακρά μεταπολίτευση· κουκουλοφόρος σήμερα, στον βίαιο θάνατο της μεταπολίτευσης.

Η υπογεννητική και γερασμένη Ελλάδα του 2010, δημογραφικά φθίνουσα, κυριευμένη από το ήθος της απληστίας και του καταναλωτισμού, ακόμη και τούτη τη στιγμή της βίαιης πτώσης, εσωστρεφής και φοβική πια, απέναντι στους νέους, τα παιδιά της, φέρεται ταυτοχρόνως εχθρικά και υπερπροστατευτικά. Τα παραχάιδεψε, τα έκλεισε σε ένα κουκούλι, χρυσωμένο, γεμάτο ανέσεις και γκάτζετ, τα έκανε να πιστέψουν όλα ότι είναι πριγκιπόπουλα, ότι τα ψυγεία και τις πιστωτικές τις γεμίζει το τζίνι και όχι η εργασία ή ο δανεισμός. Κι ήταν πολύ λιγότερα τα παιδιά αυτής της γενιάς· σπανίζουν πια ακόμη και οι δίτεκνες οικογένειες στη μεσαία τάξη, μοναχοπαίδια είναι τα περισσότερα, κι όλα μεγάλωσαν σαν μοναδικά.

Αυτό όμως το κουκούλι είναι και φυλακή· περιέχει καταναγκασμό, δυσβάστακτα φορτία προσδοκιών, προβολές γονεϊκής ματαιοδοξίας, συμπυκνωμένο το μετακατοχικό σύνδρομο της απληστίας και του υλισμού: τα παιδιά, αυτά τα μοναδικά, τα οιονεί πριγκιπόπουλα, των ιδιωτικών σχολείων και των φροντιστηρίων, του πλέιστέισον και του iPhone, έμαθαν να ζουν σαν τους γονείς τους: υπεράνω των δυνατοτήτων τους, με δανεικά από το μέλλον, χωρίς γείωση στο παρόν. Ιδού το ηθικό και πνευματικό κλίμα που τους παρέχουμε για να ωριμάσουν. Και να το τρομακτικό αντίτιμο που τους ζητάμε έναντι του χρυσωμένου κουκουλιού-φυλακής: Δεν έχουν το δικαίωμα να αποτύχουν, δεν έχουν το περιθώριο να δοκιμάσουν τα δικά τους ατελή φτερά και να πέσουν.

Αυτό το κουκούλι-φυλακή απορρίπτουν τώρα· από αυτή τη χρεοκοπημένη, σαστισμένη και έμφοβη κοινωνία των γονιών τους αποστρέφουν το βλέμμα. Αυτή την ξιπασμένη χώρα που φαλίρισε ηθικά και πνευματικά θα αναγκαστούν να εγκαταλείψουν. Οχι με μίσος, όχι με λυγμό· σιωπηλά, από ανάγκη.

Ο 19χρονος πράγματι ζει τη ζωή του, τη ρουφάει με τα χείλη κολλημένα στη βρύση. Αλλά τη σχεδιάζει κιόλας, υπόγεια, κι ας μη το λέει: ριζικά άλλη απ’ των γονιών του.

Στη δημοκρατία υπάρχουν αδιέξοδα. Και στενωποί. Και κλεισούρες επικίνδυνες. Δεν είναι αιώνια και δεν είναι οριστικά, αλλά μπορεί να διαρκέσουν πολύ και να σκορπίσουν σύγχυση και πόνο όσο διαρκούν. Από τέτοια στενά περνάει αυτό τον καιρό η ελληνική κοινωνία και η δημοκρατία μαζί της: από τα στενά πολλαπλών δοκιμασιών και βασάνων.
Διάβασε παρακάτω

Οταν οι πολίτες απέχουν μαζικά από τις κάλπες, η πολιτική συνεχίζεται με άλλους όρους στο Facebook: εκεί κλείνονται τα ραντεβού. Και οι συναντήσεις πολιτικών δεν λαμβάνουν χώρα σε γραφεία, κατ’ οίκον δείπνα, αστικά εστιατόρια ή, έστω, στο καφενείο της Βουλής, αλλά σε καφέ της οδού Σκουφά και στο Γκάζι. Μάλιστα, αυτό είναι εκσυγχρονισμός. Αλλωστε και τα προεκλογικά γεύματα των κομμάτων σε γειτονιές της μόδας και της διασκέδασης ετελέσθηκαν, όχι στις ρυπαρές συνοικίες του Αγίου Παντελεήμονα ή της Πλατείας Αττικής. Οι εύτακτοι και οι ορθοφρονούντες αποφεύγουν τις καυτές ζώνες.
Διάβασε παρακάτω

Απομακρυνόμενος από την Αθήνα μαθαίνεις περισσότερα: για την πόλη που ζεις, για τις πόλεις που επισκέπτεσαι, για τους ανθρώπους που κρατούν όρθια ακόμη τη χώρα. Ιδίως αυτές τις θερμές στιγμές, εκλογών και πολιτικών ανακατατάξεων, υπόγειων κοινωνικών μετασχηματισμών και αναδιατάξεων του φαντασιακού.
Διάβασε παρακάτω

Εβλεπα την ταινία του Σταύρου Καπλανίδη “Play it again Χρήστο”, ένα πρωτότυπο υπαρξιακό ντοκυμαντέρ για τον Χρήστο Βακαλόπουλο, μια ταινία γεμάτη λόγια φίλων, μνήμη, αισθήσεις, γεμάτη από την αύρα ενός ανθρώπου, την αύρα μιας εποχής. Δεν άλλαξα στάση στην πολυθρόνα, καθόμουνα άκρη, και κρεμόμουνα από το στόμα των ανθρώπων που μιλούσαν, από φωτογραφίες του ’70 και του ’80, από θραύσματα μουσικά, απ΄την Αθήνα και την Πάτμο, απ΄τη ζωή που έγνεφε γελαστικά, μελαγχολικά, φευγαλέα. Εμεινα στην ίδια στάση ώς τα γράμματα τέλους.

Γιατί στην ταινία δεν έβλεπα μόνο τον Χρήστο Βακαλόπουλο, τον κριτικό, τον γραφιά, τον κινηματογραφιστή, τον αισθητή των καφενείων, τον στοχαστή των αθηναϊκών οδών· τα έβλεπα όλα αυτά, αλλά έβλεπα και ολόκληρη την εποχή, έβλεπα τους ανθρώπους της γενιάς μου, τις αγωνίες, τις αναζητήσεις, τις γενναιοδωρίες, τα λάθη, τις απώλειες, βουβά μποφόρ και ένδοξα ναυάγια. Οπως και το βιβλίο-κατόρθωμα του Κώστα Λιβιεράτου για τον Βακαλόπουλο, η «Ονειρική Υφή της Πραγματικότητας», η ταινία του Καπλανίδη, σε άλλη κλίμακα, με άλλη γλώσσα, καταγράφει αφτιασίδωτα αλλά έμμορφα έναν άνθρωπο και την καιρό του, το ήθος και το χούι, τις μυστικές δονήσεις, τις ενοράσεις, τις διαψεύσεις, τις ήττες. Γι΄αυτό, τολμώ να αποκαλέσω αυτή την την ταινία, υπαρξιακό δοκίμιο και δραματικό τεκμήριο. Διότι ανασυστήνοντας το ίχνος του Βακαλόπουλου, δεν ανασυστήνει μόνο το γήινο ίχνος, το πνευματικό ίχνος, αλλά και τον μυστικό ίσκιο του, τον παπαδιαμαντικό διακαμό του.

Νά πώς: ο κινηματογραφιστής Νίκος Φατούρος αφηγείται τον φίλο του καθισμένος κατάχαμα, με το πανωκόρμι γυμνό, στην πλάτη του παίζουν σκηνές από ταινίες, η Αθήνα τρυπώνει από την μπαλκονόπορτα· κομπιάζει, γυρνάει σαν πρίγκηπας και λέει στην κάμερα: “Δώσε ένα τσιγάρο, κύριε Καπλανίδη…” Υστερα τραγουδάει ένα λαϊκό, in memoriam, βραχνά, σπασμένα, παράφωνα. Είναι δράμα, κι είναι τεκμήριο· είναι βραχνή αλήθεια.

Νά πώς: ο μάνατζερ Γιάννης Εξαρχος κομπιάζει, παύει, σαν να βουρκώνει· η ταινία βουβαίνεται και ακολουθεί τη σιωπή, διαδοχικά πέφτουν καρέ με όλους τους αφηγητές-φίλους σιωπηλούς, η σιωπή πήζει, σταλάζει βαριά. Είναι υπαρξιακό δράμα.

Νά πώς: Στην ταινία μυθολογείται η Κυψέλη, ένα αρχέτυπο στο συμβολικό σύμπαν του Β., ένας παν-τόπος, απ’ όπου γνωρίζει τους Kinks και τον Γκοντάρ και τα λαϊκά, και απ’ εκεί κατακτά τον κόσμο. Αυτή η μεταφορά συμπυκνώνει τον πιο βαθύ πνευματικό πυρήνα της γενιάς του ’70-’80, τη γλυκεία υπερβολή και τη διάψευση, όπως τόσο διαυγώς τα περιέγραψε ο ίδιος ο Β. στη “Γραμμή του ορίζοντος”, το 1991:

«Παλιά υπήρχαν τρία μέρη στον κόσμο· η Κυψέλη, η Ελλάδα και ο πλανήτης Γη. Τώρα βγαίνουν και λένε ότι ο κόσμος είναι ένας, όμως λένε ψέματα κι αυτό φαίνεται στα μάτια τους. Αυτοί τα έχουν μπερδέψει ενώ υπήρχαν τρία μέρη και το σπουδαιότερο πράγμα στον κόσμο ήταν να είσαι η ωραιότερη στην Κυψέλη όπως συνέβαινε στην Ερση. Αν ήσουνα η ωραιότερη στην Ελλάδα, κινδύνευες να σε κάνουν μις Υφήλιο και να σε παντρέψουν μ’ ένα χοντρό με πολλά λεφτά από τον πλανήτη Γη. Ηταν πιο δύσκολο να είσαι η ωραιότερη στην Κυψέλη γιατί εκεί σε έβλεπαν κάθε μέρα στο δρόμο, δεν σε ψήφιζαν βαμμένη, με μουσική από πίσω, ούτε σε γνώριζαν από τα περιοδικά, σε είχαν αγαπήσει χωρίς φωτογένεια. Σε έβλεπαν γελαστή, βιαστική, τσακωμένη με τη μάνα σου, ιδρωμένη, σκονισμένη. Ηταν πολύ πιο δύσκολο να είσαι η ωραιότερη στην Κυψέλη γιατί υπήρχε μόνιμη επιτροπή που ψήφιζε όλο το χρόνο εκτός από το βράδυ της Ανάστασης που κάτι τους έπιανε και τις έβγαζαν όλες πρώτες, […] με αποτέλεσμα να νομίζουν όλοι ότι έχουν φωτογένεια και μάλιστα να αισθάνονται ότι εκπέμπουν λάμψεις. […]

»Αργότερα όμως που όλοι οι άνθρωποι έγιναν φωτογραφίες και ο πλανήτης Γη πήρε την ονομασία τηλεόραση η Κυψέλη εξαφανίσθηκε από προσώπου γης και η Ερση πήγε να μείνει στα βόρεια προάστια και το καλοκαίρι αγόρασαν σπίτι με τον άντρα της τον δημοσιογράφο στη Σαντορίνη και μαύριζαν. […]
»Ηταν πολύ δύσκολο να είσαι κάτι στην Κυψέλη, σε ήξεραν απ΄έξω κι ανακατωτά, σε αγαπούσαν επειδή ήσουνα αδύναμη, σε γούσταραν και χωρίς φωτογένεια. Τώρα αυτό είναι αδύνατον γιατί ο κόσμος είναι ένας, κατάφερε να γίνει ένα χάρη στη φωτογένεια. Παλιά υπήρχαν τρία μέρη στον κόσμο, μία συνοικία, μία χώρα κι ένας παλνήτης. Πήγαιναν στην Ανάσταση, είχαν όλοι φωτογένεια, έβγαζαν κάτι λάμψεις, φίλαγαν σταυρωτά ο ένας τον άλλο μέσα στα πυροτεχνήματα. Μετά αποκαλύφθηκε η αλήθεια και τα ψέματα απέκτησαν φωτογένεια σε διάφορα θέρετρα».

Οι συνομήλικοι του Βακαλόπουλου, γεμάτοι φωτογένεια από τα περασμένα χρόνια, συνεχίζουμε την ιχνηλασία μες στη σκοτεινιά του 2010. Χωρίς φωτογένεια.

Οι αυριανές αυτοδιοικητικές εκλογές λαμβάνουν χώρα σε μια ιστορική στιγμή για την Ελλάδα, σε ένα μεταίχμιο. Ο παλιός κόσμος ψυχορραγεί από καιρό, και θα συνεχίσει για πολύ ακόμη. Ταυτοχρόνως, ο νέος κόσμος δεν ξεπροβάλλει, κανείς δεν μπορεί να διακρίνει το πρόσωπό του. Ολοι αισθάνονται όμως ότι η νέα Ελλάδα θα είναι πολύ διαφορετική· οι αλλαγές θα είναι βαθιές, και θα συντελεστούν γρήγορα, πολύ πιο γρήγορα και δραματικά απ’ όσο μπορούμε να σκεφτούμε τώρα, γιατί τώρα σκεφτόμαστε ακόμη με παλιά δεδομένα, παλιούς όρους.
Διάβασε παρακάτω


O προχθεσινός Μαραθώνιος ήταν γιορτή για την Αθήνα, ήταν μια νότα αισιοδοξίας για τη χειμαζόμενη Ελλάδα. Ακόμη και ο καιρός συμμάχησε και η λιακάδα μαλάκωσε το πρώιμο ψύχος.

Ωστόσο τα συμβολικά φορτία που απετέθησαν στα μήντια, έντυπα και ηλεκτρονικά, αφορούσαν ελάχιστα το αμιγώς αθλητικό μέρος , και πολύ περισσότερο τη συμμετοχή του πρωθυπουργού στον δρόμο 10 χιλιομέτρων. Στις ειδήσεις και τις αναλύσεις πρωταγωνιστής δεν ήταν ο νικητής Ρέιμοντ Μπετ του 2:12’:38”, αλλά ο πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου με μαύρο κολάν να μιλάει για τον νέο Μαραθώνα, τη σύγκρουση Ανατολής-Δύσης και το μήνυμα αγάπης, σύμφυρμα “300” του Φρανκ Μίλερ, Χάντιγκτον και Γούντστοκ. Αλλοι πρωταγωνιστές, ο υπουργός Εξωτερικών, δρομέας στα 10 χλμ., και ο υπουργός Πολιτισμού και Τουρισμού, με κοστούμι, που ανήγγειλε πασιχαρής το δικό του “Νενικήκαμεν”: τα ξενοδοχεία της Αθήνας χτύπησαν πληρότητα 90%.

Ολοι οι Ελληνες χαίρονται ασφαλώς που ο πρωθυπουργός τους είναι ακμαίος και γυμνασμένος, όλοι έχουν ανάγκη μια στιγμή γιορτής και αισιοδοξίας εν μέσω ζόφου και αβεβαιότητος, αλλά αυτή η υπερβολική πολιτική χρήση του επετειακού Μαραθώνιου, στα όρια της προπαγάνδας, ενοχλεί. Ο τέτοιος επικοινωνιασμός έρχεται μάλιστα ελάχιστες ημέρες μετά τη δίωρη διακαναλική συνέντευξη σοβιετικού στυλ και την απειλή εθνικών εκλογών, ελάχιστα εικοσιτετράωρα πριν από τις κρίσιμες αυτοδιοικητικές εκλογές, την ώρα που κορυφαίοι κυβερνητικοί μιλούν ανοιχτά πια για αναδιάρθρωση του χρέους, και κατ΄ ιδίαν μιλούν για νέα μέτρα λιτότητας.

Οι συμβολισμοί είναι χρήσιμοι στον δημόσιο βίο· εμπνέουν και συνεγείρουν τον λαό, εφόσον χρησιμοποιούνται με μέτρο. Δυστυχώς, το όριο ανάμεσα στη λειτουργική χρήση των συμβολισμών και στο πολιτικό kitsch είναι δυσδιάκριτο. Αυτό το όριο όλο και συχνότερα το παραβιάζει η παρούσα κυβέρνηση, επιδεικνύοντας ιδιότυπη εμμονή, πείσμα, ενίοτε ξεροκεφαλιά, στη χρήση αδρά οπτικοποιημένων συμβολισμών και περφόρμανς, για να προπαγανδίσει εξαιρετικά κρίσιμες επιλογές της σε ιστορικές στιγμές. Η αποδοχή του Μνημονίου, λ.χ., αναγγέλθηκε σκηνοθετημένα από τις εσχατιές του Καστελόριζου, με τηλεοπτική αισθητική ΕΟΤ δεκαετίας ’70, εκπέμποντας εντέλει ό,τι ήθελε να αποφύγει: μιζέρια και φόβο.

Η προχθεσινή γιορτή, επέτειος μιας περίφημης νίκης της αθηναϊκής δημοκρατίας, δεν χρειαζόταν ούτε την ολοκληρωτική αισθητική της Λένι Ρίφενσταλ ούτε την αφόρητα επιφανειακή ποπ του Τζεφ Κουνς, για να αναδείξει το δικό της πολύσημο νόημα. Κι όμως αυτό έγινε εν πολλοίς: η γιορτή του δήμου, των πολλών, η γιορτή των πολλών και πολυδύναμων σημαινομένων, έγινε αφορμή για προβολή του ενός ― ένα πρόσωπο, ένα μήνυμα, ένα σήμα. Η εικόνα του χάι-τεκ πρωθυπουργού, με το μαύρο κολάν, εικόνα πεσσεύοντος ηγεμόνος, εικόνα πείσμονος πρίγκηπος, στέλνει αντινομικά μηνύματα: κουράγιο και μαχητικότητα, αλλά και ελαφρότητα και επιπολαιότητα και μια ορισμένη απόσταση από τη δυσάρεστη πραγματικότητα.

Ναι, τη γιορτή του Μαραθώνιου την είχαμε ανάγκη. Η πραγματικότητα όμως παραμένει στενόχωρη, και οι αδροί συμβολισμοί εκτός από φαιδρότητα μπορεί να φέρουν και μελαγχολία.

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

  • Χρονική υστέρηση ή κενό επικοινωνίας ή … twitter.com/USAmbPyatt/sta… 2 weeks ago
  • Όσο ο Κυριάκος Μητσοτάκης αναβάλλει να ψηφίσει τα μνημόνια εφαρμογής της Συμφωνίας Πρεσπών η Τουρκία αγκαλιάζει Β.… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Στο αυτόφωρο ο δήμαρχος Μυκόνου, επειδή τα ξημερώματα ο Δήμος απομάκρυνε αυθαίρετες επεμβάσεις στην παραλία Καλό Λι… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Η Δεξιά είναι απενοχοποιημένη και αδίστακτη. Η Αριστερά, ας κρατήσει αυτό το χρήσιμο δίδαγμα, όταν θα γκρεμίζει τις… twitter.com/i/web/status/1… 2 months ago
  • O Xρυσοχοΐδης εφαρμόζει το πόρισμα. https://t.co/iVG6oHqxCo 6 months ago
  • Απετράπη η νυκτερινή αστυνομική εισβολή στο ΑΠΘ. Προς το παρόν. Ασπίδα φοιτητών και καθηγητών. #Χρυσοχοιδη_παραιτησου 6 months ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.019.123 hits
Αρέσει σε %d bloggers: