Η καταδίκη του Επαμεινώνδα Κορκονέα σε ισόβια κάθειρξη και του Βασ. Σαραλιώτη σε δεκαετή κάθειρξη για τον φόνο του 15χρονου Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, στις 6 Δεκεμβρίου 2008, κλείνει ένα κεφάλαιο της πρόσφατης ταραγμένης ιστορίας. Οι βαριές καταδίκες που επέβαλε το Μικτό Κακουργιοδικείο Αμφισσας και η μη αναγνώριση ελαφρυντικών, ύστερα από επεισοδιακή οκτάμηνη δίκη, δεν αποδίδουν μόνο δικαιοσύνη, αλλά έρχονται να εξευμενίσουν την κοινή γνώμη, η οποία έχει χάσει προ πολλού την εμπιστοσύνη της στους θεσμούς. Υπό μία έννοια, το δικαστήριο της Αμφισσας προστάτευσε εν συνόλω το κύρος της Δικαιοσύνης, τρωθέν από ποικίλα παραδικαστικά κυκλώματα τα τελευταία χρόνια και μηδέποτε πλήρως ιαθέν.

Διότι οι δικαστές, και οι ένορκοι μαζί τους, εκπρόσωποι όλοι μιας κοινωνίας τραυματισμένης και τελούσης εν αγωνία για το εγγύς μέλλον, θυμούνται πολύ καλά όχι μόνο τι συνέβη τον μακρύ Δεκέμβρη του 2008, αλλά και τι συνέβη το 1985, με τον φόνο του 15χρονου Μιχάλη Καλτεζά, και το 1990, όταν ο φονεύς του Καλτεζά, αστυνομικός Αθαν. Μελίστας, αθωώθηκε από το Εφετείο. Δεν θα ήταν υπερβολικό να ισχυριστούμε ότι στο 1990, στο σύνθημα “Είμαστε ο ανθός της ελληνικής νεολαίας“, κατά τις ταραχές για την αθώωση Μελίστα, βρίσκονται οι ρίζες της σημερινής ανυπακοής της νεολαίας, και μια από τις ισχυρότερες ρίζες του Δεκέμβρη ’08.

Ο φόνος ενός 15χρονου είναι ταμπού σε κάθε κοινωνία. Πολύ περισσότερο στην παρούσα ελληνική κοινωνία της υπογεννητικότητας, των παραχαϊδεμένων και ευάλωτων μονάκριβων· στη νευρική και ανασφαλή Ελλάδα που υπόσχεται μέλλον σκοτεινό και αβέβαιο στα βλαστάρια της· σε μια Ελλάδα γεμάτη μνήμες αδικοχαμένων παλικαριών, θυμάτων διχασμών και εμφυλίων. Αυτή η χώρα, αυτή η κοινωνία δεν αντέχει τον φόνο ενός εφήβου, ποτέ δεν τον άντεχε.

Ο μοιραίος Επαμεινώνδας Κορκονέας κατέστρεψε πολλές ζωές: του Αλέξανδρου, τη δική του, της οικογένειας του και της οικογένειας του θύματος. Κι ο Β. Σαραλιώτης κατέστρεψε: είδε το κακό να έρχεται κι έμεινε άπραγος, μοιραίος κι αυτός. Και καταστράφηκαν όλοι.

Αυτή η καταστροφή ζωών και ψυχών, αυτό το άλυτο δράμα ξετυλίχτηκε στο δικαστήριο της Αμφισσας. Μια Ελλάδα που τα ‘χει χαμένα, που δεν ξέρει ποια είναι και τι της ξημερώνει, δικάζει τον εαυτό της για το φόνο ενός παιδιού. Το παιδί, το πιο αθώο απ’ όλους, πλήρωσε με τη ζωή του τη σύγχυση και την αναπηρία της μητέρας κοινωνίας, που δεν μπόρεσε να το προστατέψει και να το οδηγήσει, να το διδάξει, κι αυτό και άλλα παιδιά σαν αυτό. Η καταδικαστική απόφαση εξάντλησε τα περιθώρια αυστηρότητας, ακριβώς γιατί η προστασία και η πρόνοια τη κοινωνίας υπήρξαν τραγικά ανεπαρκείς· για να ξορκιστεί το κακό, να μην επαναληφθεί.

Στην καταληκτήρια συνεδρίαση, η μητέρα του Σαραλιώτη ζητούσε αναστολή της ποινής, θρηνώντας: “Δεν σήκωσε το χέρι ο γιος μου”. Η γιαγιά του Γρηγορόπουλου, με τη φωτογραφία του θύματος στα χέρια, αποκρίθηκε: “Το δικό μας παιδί είναι στον ουρανό”. Ολοι οι θρήνοι φέρουν την αλήθειά τους.

Advertisements