Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Ποιος τολμά σήμερα να μιλήσει για την Ελλάδα και τους Ελληνες, με την Ελλάδα στα γόνατα και τους Ελληνες αλαφιασμένους και ασύντακτους; Λίγοι, πολύ λίγοι ― όσοι τολμούσαν και πριν, όσοι προσφέρονται να διακινδυνεύσουν με τη σκέψη τους, αναστοχαζόμενοι το παρελθόν μες στο παρόν, χωρίς στερεότυπα και δεκανίκια. Ο Βασίλης Καραποστόλης είναι ένας απ’ αυτούς τους ολίγους ριψοκίνδυνους. Στο τελευταίο του βιβλίο, ο γνωστός δοκιμιογράφος πραγματεύεται ένα ακανθώδες θέμα, την πολιτική ηθική των Ελλήνων, υπό τον δραματικό τίτλο “Διχασμός και εξιλέωση”.

Η αφήγησή του ξεκινά αδρά από το ξέπασμα της Επανάστασης του ‘21 και φθάνει ώς το τέλος του εμφυλίου· στη διαδρομή εξετάζει πρόσωπα, πράξεις, αισθήματα και λόγια, κομβικά, που σφραγίζουν δύο αιώνες νεότερου ελληνισμού. Εξετάζει πρόσωπα σαν τον Καραϊσκάκη, τους εθνικούς ευεργέτες του 19ου αι., τον Παύλο Μελά, τον Ιωνα Δραγούμη και τον Ελ. Βενιζέλο, τον Αρη Βελουχιώτη, εξετάζει στιγμές ιστορικές, τον ξεσηκωμό του ‘21, την πτώχευση του 1893, την ντροπή του 1897, το ξύπνημα της Μεγάλης Ιδέας, τους βαλκανικούς πολέμους, την καταστροφή του ‘22, τον πόλεμο του ‘40-’41, την αντίσταση και τον εμφύλιο. Και εξετάζει τους Ελληνες ως πολιτικά, κοινωνικά και ηθικά όντα σε αυτές τις κρίσιμες στιγμές.

Ο διχασμός νοείται διττός: εμφύλιος κοινωνικός και σχίσμα ατομικό. Ο Ελληνας αιωρείται: από τη συνήθη θέση του, της ιδιοτέλειας, του εγωισμού, της κοινωνικής αδιαφορίας, προς την υπέρβαση του εαυτού, τον ηρωισμό, τη δοτικότητα, τη θυσία. Ο Β.Κ. αναρωτιέται: Πώς και γιατί ο εγωιστής, απείθαρχος, άπληστος Ελληνας μεταμορφώνεται σε γενναίο, σε ήρωα, σε ανιδιοτελή δότη; Πώς ο δαίμονας των «καπακιών» Καραϊσκάκης μεταμορφώνεται σε άγγελο που εγείρεται υπεράνω όλων και θυσιάζεται; Πώς επινοούν την πατρίδα τους οι οπλαρχηγοί και γιατί αμέσως μετά περιφρονούν το κράτος; Ποιο όραμα πατρίδος εμπνέει τους ευεργέτες ώστε να σχεδιάζουν καταλεπτώς τις διαθήκες τους υπέρ παιδείας και συνανθρώπων, πάντα καχύποπτοι προς το κράτος; Ποια δύναμη οδηγεί τον ανυποψίαστο Μελά στους βάλτους και τον θάνατο; Πώς αντιλαμβάνεται την πατρίδα και το Εμείς ο Αρης Βελουχιώτης, με τα έργα του και τον λόγο της Λαμίας;

Οι απαντήσεις που ρισκάρει ο συγγραφέας είναι συναρπαστικές, γραμμένες σε υψηλής θερμοκρασίας πρόζα, με πάθος ρομαντικό ― άλλωστε οι αραιές αναφορές του είναι σε στοχαστές οριακούς, συναρπαστικούς: Σέλερ, Ντοστογιέφσκι, Σοπενχάουερ, Νίτσε… Αναλόγως συναρπαστική είναι η εμβάθυνση, η ένταση που προσδίδει στις ερωτήσεις του, καθώς τις παίρνει από παλαιότερα χείλη (Μακρυγιάννης, Κολοκοτρώνης, Ζαμπέλιος, Παλαμάς, Σικελιανός, Περ. Γιαννόπουλος, Καραβίδας, Σβορώνος) και τις φέρνει δραματικά στο παρόν. Πόσω μάλλον που το παρόν εκρήγνυται τώρα στα χέρια μας σαν προαναγγελθείσα καταστροφή, ομοιάζουσα με άλλες καμπές, με παλιότερα πάθη και καταστροφές.

Το θέμα του Καραποστόλη, μα και η θερμή πραγμάτευσή του, είναι ντεμοντέ, εκτός ακαδημαϊκού λειμώνα, και εκτός του τρέχοντος κανόνος πολιτικής ορθοφροσύνης. Διότι τολμά να γράφει περί πατρίδας, περί συλλογικού θυμικού και ασθημάτων, περί διλημματικών προσώπων, χωρίς ωστόσο ποτέ να λησμονεί το υλικό πλαίσιο, το γεωπολιτικό περιβάλλον, τις εξωτερικές συνθήκες.

Βασικό μοτίβο της σκέψης του, για να ερμηνεύσει τον ατομιστή που γίνεται ήρωας, είναι η αντιπαραβολή της κοινωνίας προς την πατρίδα. Η κοινωνία δεν συνεγείρει τον εγωιστή Ελληνα, τη βλέπει σαν εργαλείο, σαν μέσον, δεν της οφείλει τίποτε. Μόνο η πατρίδα, και μάλιστα η εν κινδύνω, η πάσχουσα, η διακονιάρα πατρίδα, μπορεί να συνεγείρει τον Ελληνα, να τον οδηγήσει πέρα από τον εαυτό του, πέρα από τα αποκτήματά του, να τον βάλει στην περιοχή του δότη, του γενναίου, ακόμη και του ήρωα. Το είδαμε το ‘21, όταν οι κλέφτες, τροφοδότες μιας συνείδησης αντίστασης και ρεμπελιού, επινοούν την πατρίδα, γεννούν τη μητέρα· το είδαμε και το ‘40, όταν οι διχασμένοι και απογοητευμένοι με την κραυγή “αέρα!” ξαναβρίσκουν τη ζωτική τους φαντασίωση, ότι οι Ελληνες υπερέχουν έναντι του ίδιου τους του εαυτού, και αντικρίζουν τον θάνατο χωρίς τρόμο.

Η πρόζα του Καραποστόλη πάλλεται, κυματίζει, βυθίζεται σε αισθήματα και ντοκουμέντα, και αναδύεται απρόοπτη, σκληρή, θερμή· ποτέ αδιάφορη. Είναι ένα έργο λοξό, έκκεντρο, ρηξικέλευθο, πρωτότυπο. Και μιλάει για εμάς, τώρα, τους εγωιστές και άπληστους, τους μισούντες το Εμείς, τους βουλιαγμένους στο Εγώ, τους αντιφατικούς και αντινομικούς, τους κλονισμένους και έμφοβους τώρα. Και μιλάει οδυνηρά.

Advertisements