Η καθημερινότητά μας άλλαξε. Με έναν νόμο: από πρώτης του μηνός Σεπτεμβρίου του τρέχοντος έτους, απαγορεύεται το κάπνισμα σε όλους τους δημόσιους χώρους. Στο εξής, το γραφείο, το καφενείο, το εστιατόριο, το μπαρ είναι χώροι απαγορευμένοι. Το νευρικό ή κατευναστικό τσιγάρο της δουλειάς κόπηκε· ακόμη και το καπνιστήριο έκλεισε και η γυάλινη είσοδός του καλύφθηκε με λευκό χαρτί, οριστικό, καταληκτήριο. Στον περίβολο των κτιρίων οι καπνιστές εργαζόμενοι συναντιούνται αμήχανοι, αισθάνονται αποσυνάγωγοι και απείθαρχοι, είναι οι τελευταίοι που ανθίστανται στην αντικαπνιστική εκστρατεία· οι περισσότεροι συνάδελφοι, φίλοι και οικείοι έχουν εγκαταλείψει τη βλαβερή συνήθεια του καπνού.

Σε τι ανθίστανται οι καπνιστές; Σκέφτομαι… Ανθίστανται στον έλλογο εαυτό τους. Ολες οι ενδείξεις είναι ενοχοποιητικές για το τσιγάρο, βλάπτει τον οργανισμό από χίλιες πλευρές, όλοι οι καπνιστές το ξέρουν. Κι όμως συνεχίζουν. Γιατί; Από συνήθεια. Από βαριά συνήθεια, υπαρξιακή. Ο καπνιστής καπνίζει τον χρόνο του, συνηθίζει να μου λέει φίλος που το έκοψε λίγο πριν του το κόψουν οι γιατροί. Πράγματι, το κάπνισμα είναι μια μικροτελετουργία πάνω στον χρόνο: τον επιβραδύνει, τον επιταχύνει, τον ξεκουκκίζει, τον ξορκίζει, τον κάνει λιγότερο αβάσταχτο. Και όχι με τη νικοτίνη, αλλά με τις χειρονομίες, την επανάληψη, τις μικρούτσικες πανίσχυρες εμμονές του καπνιστή: για τη μάρκα, τη φόρμα του πακέτου, το χρώμα του αναπτήρα, τη μυρωδιά του σιγαρέτου, το πέρασμα μέσα απ’ τα δάχτυλα, το πλησίασμα της φλόγας, το άναμμα και την πρώτη ρουφηξιά. Η ηδονική ανταμοιβή της τελετουργίας ολοκληρώνεται με τις πρώτες ρουφηξιές· κι ύστερα παρεμβάλλεται ο άκαπνος χρόνος, ένα ιντερμέδιο, έως ότου ξεμυτίσει το κέντρισμα για την επόμενη τελετουργική κορύφωση. Χρόνος κυματιστός, διάστικτος με τολύπες καπνού πάνω από αχνιστούς καφέδες και ψυχρά ποτά, χρόνος κυκλικός, ταχύς ή αργόσυρτος, ο χρόνος του καπνιστή.

Η σύγχρονη ιατρική άλλαξε και αυτό τον χρόνο. Οπως επιμήκυνε το προσδόκιμο επιβίωσης, όπως βράχυνε τους χρόνους διάγνωσης και θεραπείας, όπως διέστειλε τον χρόνο της ακμής και της ψευδαίσθησης νεότητος. Στην περίπτωση του καπνίσματος, περιέστειλε τον χρόνο μιας ηδονικής αυταπάτης και τον έδειξε χρόνο αυτοκαταστροφής.

Ως καπνιστής (εν αποδρομή…), γνωρίζω ότι υποσκάπτω την υγεία μου κάθε φορά που αρχίζω την τελετή καπνού. Ταυτοχρόνως όμως ασκώ την ελευθερία μου, να αφεθώ στο κάψιμο του χρόνου μου. Σκέφτομαι ωστόσο ότι αρκετό χρόνο έκαψα. Θα το κόψω. Καιρός του θερίζειν, καιρός του υπακούειν: η απαγόρευση περιορίζει ασφαλώς την ελευθερία μου, αλλά με ωθεί να αυτοπειθαρχήσω σε έναν άλλο χρόνο, άκαπνο, λησμονημένο, χωρίς τολύπες και τελετές, με ανακαινισμένες γεύσεις και μυρωδιές.

Advertisements