You are currently browsing the monthly archive for Σεπτεμβρίου 2010.

Η διαρροή άξιων Ελλήνων προς το εξωτερικό συνεχίζεται αυξανόμενη και τίποτε δεν φαίνεται ικανό να την ανακόψει. Εκτός ίσως από μια άλλη διαφαινόμενη τάση: τη ροή νέων ανθρώπων προς την περιφέρεια. Τον τελευταίο καιρό, της ύφεσης και της ανεργίας, όλο και περισσότεροι άνθρωποι των πόλεων, εκπαιδευμένοι, μορφωμένοι, διψασμένοι για εργασία και προκοπή, διψασμένοι για δημιουργική ένταξη στον κοινωνικό κορμό, εγκαταλείπουν τα μεγάλα αστικά κέντρα και αναζητούν την τύχη τους στα χωριά, στην ύπαιθρο, σε μικρές πόλεις.

Πηγαίνουν, δεν επιστρέφουν στα χωριά – διότι, απλούστατα, δεν έχουν όλοι χωριό και αν έχουν, πιθανότατα δεν έχουν πια κλήρο, περιουσία, σπίτι. Εχουν τη μνήμη κάποιων καλοκαιριών, τις διηγήσεις των γονιών τους, ώς εκεί. Αυτό που τους παρακινεί προς το χωριό δεν είναι ο νόστος σε κάτι που δεν θυμούνται γιατί δεν υπήρξε, δεν είναι το μεταφυσικό κάλεσμα της ρίζας, δεν είναι μια νεοχίπικη διάθεση για ανέμελη περιπλάνηση σε ιδεώδεις Αρκαδίες· όχι. Αυτό που τους παρακινεί είναι εξόχως υλικό, σωματικό, είναι ανάγκη: το άστυ τους διώχνει. Το άστυ δεν τους προσφέρει εργασία, δεν τους προσφέρει κοινωνικό μισθό, δεν τους προσφέρει υλικές προϋποθέσεις για ζωή με αξιοπρέπεια. Το άστυ δεν υπόσχεται πια τίποτε· το παρόν είναι ζοφερό και πανάκριβο, το μέλλον αβέβαιο. Η επαρχία, αντιθέτως, εμφανίζεται προσιτή, βατή, ήμερη. Η καθημερινότητα είναι πολύ πιο εύκολη, το κόστος διαβίωσης αισθητά χαμηλότερο, οι οικιακές οικονομίες κλίμακος και οι συνέργειες εφικτές, τα οφέλη από την επαφή με τη Φύση είναι απτά και ανεκτίμητα, τα παιδιά μεγαλώνουν με παιχνίδι και ελευθερία, οι τηλεπικοινωνιακές δυνατότητες είναι σχεδόν ίδιες παντού. Και εντέλει, οι αποστάσεις από το άστυ έχουν βραχυνθεί θεαματικά.

Πολλοί νέοι έχουν ήδη εγκατασταθεί στην επαρχία. Οι πιο τολμηροί και αποφασισμένοι, οι πιο δυναμικοί, έχουν ξεκινήσει πρότυπες καλλιέργειες και μικρές μεταποιητικές μονάδες, οικοτεχνικής ή μικρής βιοτεχνικής κλίμακας: αμπέλια, κρασιά, μέλια, κηπευτικά, κτηνοτροφία, τυροκομία, σαπωνοποιία, χειροτεχνήματα κ.λπ. Παράλληλα, αναπτύσσουν τεχνογνωσία, εισάγουν νέες μεθόδους, πειραματίζονται· προσπαθούν να στήσουν δίκτυα διανομής και εμπορίας, το δυσκολότερο. Πάρα πολλοί άλλοι θα ήθελαν να ακολουθήσουν, για να απομακρυνθούν από την ύφεση και την ανεργία. Δεν αποτολμούν την κίνηση γιατί δεν μπορούν να εξασφαλίσουν εργασία και εισόδημα. Δεν μπορούν όλοι να γίνουν ακτήμονες καλλιεργητές, δεν έχουν όλοι ρίζες και σπίτι. Κι όμως, έχουν μόρφωση, εκπαίδευση, ειδικά προσόντα, ενεργητικότητα, νιάτα – ανθρώπινο κεφάλαιο που θα μπορούσε να μεταμορφώσει λ. χ. σε μικρή Ελβετία παραδείσιες ορεινές περιοχές, όπως η Ηπειρος, με ανάπτυξη πρότυπων μονάδων έρευνας, επιστήμης, τεχνολογίας, οικοτουρισμού, μεταποίησης για εκλεκτά προϊόντα με ονομασία προελεύσεως.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο ξαναβρίσκουμε μπροστά μας την απουσία σχεδιασμού, σκέψης, στρατηγικής, γνώσης και βέβαια πολιτικής βούλησης εκ μέρους του κράτους των Αθηνών. Περιφερειακή ανάπτυξη στα μυαλά τεχνοκρατών και πολιτικών σημαίνει μοιρασιά επιδοτήσεων με ρουσφετολογικά ή εντελώς καιροσκοπικά κριτήρια, διασπορά γραφειοκρατίας υπό το κάλυμμα γενικών ευρωπαϊκών οδηγιών, ίδρυση λαθρόβιων επαρχιακών σχολών ΑΕΙ και ΤΕΙ, πριμοδότηση του άγριου τουρισμού.

Καμία ουσιαστική εθνική πολιτική για περιφερειακή ανάπτυξη, με ρεαλιστικούς και πρακτικούς στόχους, για προσέλκυση νέου αίματος και αποτροπή της αστυφιλίας, δεν έχει σχεδιαστεί και εφαρμοστεί εδώ και δεκαετίες, πλην της ανάπτυξης υποδομών με κοινοτικά κονδύλια. Αυτή η ακηδία, η ανικανότητα, η αδιαφορία, στο παρόν περιβάλλον ύφεσης και δομικής κρίσης, παίρνουν χαρακτηριστικά προδοσίας και διαστάσεις εγκλήματος. Ο εγκλωβισμός των νέων και της μικρομεσαίας τάξης σε ένα παρόν ανεργίας, ύφεσης και μαρασμού, με μόνη εναλλακτική οδό τη μετανάστευση ή την παραμονή με εξαθλίωση, είναι αυτοχειριασμός ιστορικών διαστάσεων.

Η Ελλάδα διαθέτει ενδοχώρα, που τώρα τελεί εν υπνώσει ή μαρασμώ, διαθέτει αναξιοποίητους και δυνάμει αναξιοπαθούντες ανθρώπους υψηλής ποιότητας, που τώρα πια διάγουν εν κρίσει, σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης. Μια οδός σωτηρίας ή και αναγεννήσεως θα ήταν ο επανεποικισμός της ενδοχώρας με σύγχρονους όρους ανάπτυξης, με τόλμη και φαντασία, με αναθεώρηση προτύπων βίου και συμπεριφοράς. Προς τούτο απαιτείται αφενός μια διοίκηση ευφάνταστη και ευέλικτη, κοντά στους πολίτες και στην πραγματικότητα· αφετέρου, πολίτες που θα πάρουν τις ζωές τους στα χέρια τους, θα πιέσουν το κράτος, θα υπερβούν το κράτος, θα υπερβούν τους παλαιούς εαυτούς τους, θα δώσουν νέο περιεχόμενο, νέο νόημα στον χώρο, στη χώρα, στον συλλογικό βίο, στον συλλογικό εαυτό: αυτά προπάντων.

Advertisements

Η «Βρετανή σύζυγος» κάθεται χαλαρή, στο πρωινό φως της Σχοινούσας, στο προαύλιο κυκλαδίτικου σπιτιού. Εχει μόλις τελειώσει το πρόγευμα, ο ήλιος ριγώνει το πρόσωπο και το σώμα της νέας γυναίκας με τα ξέμπλεκα μαλλιά και το μακό φανελάκι. Είναι καλοκαίρι και είναι Κυκλάδες, συμπύκνωση μακαριότητας και ανάλαφρου υλισμού. Η γυναίκα κοιτάει κατευθείαν τον φακό, με ένα υπομειδίαμα, που γράφεται περισσότερο στο βλέμμα, σαν αρχαιοελληνική κόρη. Κάτω από το φανελάκι, δεν φοράει τίποτε, είναι γυμνή.

Η φωτογραφία του Παναγιώτη Λάμπρου, υπό τον τίτλο «My British Wife», φιναλίστ στον διαγωνισμό φωτογραφικού πορτρέτου Taylor Wessing στη Μ. Βρετανία, έχει κερδίσει ήδη τη δημοσιότητα και πυροδοτεί, μάλλον γόνιμα, τη συζήτηση για το γυμνό, το άσεμνο, το ερωτικό και το ιδιωτικό στην τέχνη.

Η φωτογραφία του Λάμπρου δεν γέρνει με κανένα τρόπο προς την πορνογραφία ή την ηδονοβλεψία. Είναι μάλλον μια κομψή, ανεπιτήδευτη ελεγεία για τη θηλύτητα, μια υπόμνηση για την αυτοπεποίθηση του γυμνού σώματος προ πτώσεως και προ αμαρτήματος, αλλά και υπόμνηση για τον θαυμασμό του άρρενος προς το θήλυ· τέλος, υπόμνηση για τον κλασικό πίνακα του Γκυστάβ Κουρμπέ, «Η καταγωγή του κόσμου» (1866), ο οποίος ευρίσκετο στην κατοχή του μεγάλου ψυχαναλυτή και στοχαστή Ζακ Λακάν (σήμερα, στη συλλογή του Musee d’Orsay).

Είναι λοιπόν ηδονοβλεπτική ή άσεμνη η «Βρετανή σύζυγος» του Λάμπρου; Η απάντηση μπορεί να δοθεί μόνο εντός ιστορίας: Οσο είναι ηδονοβλεπτική ή άσεμνη «Η καταγωγή του κόσμου», που εκτίθεται στο Μουσείο του Ορσέ· όσο μπορούμε να χαρακτηρίσουμε ηδονοβλεψία τον Λακάν, τον άνθρωπο που άλλαξε τον ρουν της ψυχανάλυσης και της σύγχρονης σκέψης.

Αλλη είναι η συζήτηση που εγείρεται: Πόσο έχει διαβρωθεί η αντίληψη που έχουμε για το γυμνό, για το φυσικό, το αδιαμεσολάβητο; Πόσο έχει ελαττωθεί η ανοχή μας για τα επιτρεπτά όρια απεικόνισης της τέχνης, εξαιτίας του κύματος πολιτικής ορθοφροσύνης και νεοσυντηρητισμού που σαρώνει τα τελευταία χρόνια τα μίντια, τον ακαδημαϊκό χώρο, την κομφορμιστική «προοδευτική» διανόηση, την φορμαλιστική Αριστερά; Την ελευθεριότητα και τον πανερωτισμό του ’60 – ’70 ακολούθησαν ο φονταμενταλισμός μερίδας του φεμινιστικού κινήματος, τα έμφοβα ’80s του AIDS, που ενοχοποίησε το σεξ και το σώμα, το pοlitical correct της εποχής Κλίντον, θύμα του οποίου έπεσε και ο ίδιος ο Κλίντον. Με λίγα λόγια: φαρισαϊσμός και υποκρισία, τυπολατρία, που διόλου δεν μείωσαν τις διακρίσεις φύλου και φυλής. Αντιθέτως, η μεν τέχνη του ’80 και του ’90 έγινε σκληρή και κυνική, ψυχρή, είδε το σώμα σαν φόρμα, σχεδόν με σαδομαζοχιστική διάθεση. Στα δε χρόνια του ’90 και του 2000 είδαμε παγκοσμίως, παραληρωματικά με την επιβαλλόμενη σεμνοτυφία, να φουντώνει η πορνογραφία και η πορνεία.

Η συζήτηση άρα για την «Βρετανή σύζυγο» θα έπρεπε να αφορά το βλέμμα του καλλιτέχνη, δηλαδή του ανθρώπου, για το γυμνό θήλυ· ένα βλέμμα που διατρέχει την ιστορία του πολιτισμού, από την προϊστορική Αφροδίτη του Βίλεντορφ και την κλασική Αφροδίτη της Μήλου, έως τον Τισιανό, τον Ρέμπραντ, τον Κουρμπέ, τον Πικάσο, τον Λούσιαν Φρόιντ, τον Ντ. Χόκνεϊ, τη Μαρλέν Ντιμάς. Kαι τον Παν. Λάμπρου.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Venus von Willendorf, Venus de Milo, Rembrandt, Tiziano, Gustave Courbet, Egon Schiele, Lucian Freud, Robert Mapplethorpe, David Hockney, Marlene Dumas, Betty Tompkins, Παναγιώτης Λάμπρου

Οι καπνιστές, εξόριστοι στο προαύλιο, ανακαλύπτουν το γλυκό φως του αττικού δειλινού. Ο ήλιος γέρνει πιο νωρίς, καθώς οδεύει προς τη φθινοπωρινή ισημερία, θερμά χρώματα αστράφτουν στους υαλοπίνακες, μενεξελιά, ιώδη, έως τα μπλε της νυκτός.

Αυτό το φως ήταν πάντα παρόν, εθέρμαινε τις ψυχές, ξάνοιγε τη διάθεση. Για μήνες πολλούς, αυτό το σκληρό έτος 2010, δεν το βλέπαμε. Σοκ, κατάπληξη, φόβος, απογοήτευση, απαισιοδοξία, όριζαν τη συμπεριφορά μας. Κατήφεια και σκοτεινιά· τα ιώδη του αττικού δειλινού είχαν προσώρας ηττηθεί. Να όμως, που το φως νικάει και πάλι· έστω προσωρινά ανακόπτει την επέλαση του σκότους, της απαισιοδοξίας και της ηττοπάθειας.

Η κρίση πυροδότησε εκρήξεις απαισιοδοξίας και κασσανδρικών προβλέψεων. Ενίσχυσε επίσης μια προϋπάρχουσα τάση αυτοϋποτίμησης, αυτολοιδωρίας και αυτοοικτιρμού. Υπερεθνικιστές και μεταμοντέρνοι αριστεροί, νεοφιλελεύθεροι τεχνοκράτες και εξυπνάκηδες καφενείων, συνέκλιναν μαγικά στη διαρκή μαστίγωση του ποταπού Ελληνα, του οκνηρού, του διεφθαρμένου, του κρατικοδίαιτου, του ημιμαθούς, του οθωμανού, του σοβιετικού, του νεόπλουτου. Αξιος της χαλεπής του τύχης ο Ελληνας, του πρέπει η επιτροπεία και η υποδούλωση…

Στερεοτυπικός, ηθικολογικός, απόλυτος, κενός, ο λόγος αυτός γενικεύει, ισοπεδώνει και απαξιώνει· λόγος εντούτοις που βρίσκει απήχηση σε ένα πλήθος φοβισμένο, έτοιμο να πέσει στη μνησικακία, έτοιμο να σκεδάσει την ευθύνη μακριά από τον εαυτό του, στους άλλους. Ακόμη κι αν αυτοί οι άλλοι, οι Ελληνες, τον περιέχουν; Μα ναι, αυτός που καταφέρεται εναντίον του μίζερου ρωμέικου,ασφαλώς δεν είναι σαν κι αυτούς τους βδελυρούς ρωμιούς, εξαιρείται· από τον άμβωνα της εύκολης, μεγαληγορικής γκρίνιας του, ο νάρκισσος προφήτης κεραυνώνει όλους τους άλλους, πλην του ιδίου· ηδονίζεται με τη μνησικακία που διαχέει, με τη μνησικακία που τον διαποτίζει, με τη μνησικακία που τον κατατρώει εντέλει.

Ναι, η τέτοια υποτίμηση καταντά ίδια με την υπεραναπλήρωση: και οι δύο μηχανισμοί, από διαφορετικούς δρόμους, οδηγούν προς έναν πρωταθλητισμό απώλειας του πραγματικού. Ο μεν υποτιμά το γένος του, την κοινωνία όλη, κασσανδρικός διδάχος και υπέρτερος, για να μείνει ό ίδιος στον αφρό, εκτός κρίσεως, εφόσον όλοι είναι υπερμίζεροι, υπερκακομοίρηδες, έρμαια γονιδιακής τύχης χαλεπής. Ο δε πλειοδοτεί σε μυθικές αρετές και ιδιότητες, λαού μονίμων υπερηρώων και ελληνολεβέντηδων, χρισμένων με μύρα και υπέρτερα γονίδια. Και στις δύο περιπτώσεις ο κόσμος είναι φτωχός: είτε φως είτε σκοτάδι.

Νά όμως που το δειλινό στην Αττική μάς υπενθυμίζει τον πλούτο του ενδιάμεσου χώρου, της άπειρης παλέτας, των αισθημάτων που δεν στομώνονται, της συνείδησης που δεν ποδηγετείται από ηθικολογίες και μνησικακία. Η ελληνική κατάσταση σήμερα είναι σαν την αττική αμφιλύκη: φως και σκοτάδι, αρετές και ελαττώματα, αδυναμίες και υπερβάσεις, πραγματισμός και ελπίδα.

Ναι, οι Ελληνες δεν είναι ήρωες, δεν είναι υπερπροικισμένοι, δεν κατάγονται από Νεφελίμ και Ελοχίμ. Μα και όχι, δεν είναι ραγιάδες, άξεστοι, οκνοί, αναξιόπιστοι, διεφθαρμένοι. Οι δύο ακραίες προσεγγίσεις ανιχνεύονται σε πολλές στιγμές του νεοελληνικού ιστορικού βίου· είναι οι ξενόφοβοι και οι ξενόδουλοι, έτοιμοι οι μεν να κλειστούν στην ψευδοαυτάρκεια και στην αυταρέσκεια, οι δε να δοθούν σύσσωμοι στην εθελοδουλεία και στην υποταγή.

Και οι δύο προσεγγίσεις είναι βουτηγμένες μες στην ίδια βλακεία, και οι δύο οδηγούν στην ετερονομία και την ανελευθερία· και οι δύο τάσεις αναμετρούμενες μεταξύ τους, οδήγησαν σταθερά στον διχασμό και στον εμφύλιο, σε καταστροφές.

Να όμως που μες στην αμφιλύκη του ταραγμένου καιρού, πίσω και υπεράνω των επίορκων, των κλεφτών και των φοροφυγάδων, βλέπουμε τόσους πολλούς εκλεκτούς Ελληνες, στέρεους, ριζωμένους στη ζωή, λάτρεις της ζωής, θεράποντες του υψηλού, βαθείς γνώστες του πραγματικού, διακεκριμένους διεθνώς, και άλλους πολύ περισσότερους, άσημους μα εξίσου σημαντικούς. Βλέπουμε σκέψη, λογιοσύνη, επιστήμη, τέχνη να γεννιούνται διαρκώς, από ώριμους στοχαστές και νεότερους τεχνίτες. Ποιος τους γνωρίζει; Ποιος τους τιμά; Ποιος εμπνέεται από το ζωντανό τους παράδειγμα; Δεν είναι άγνωστοι στον τομέα τους, κάθε άλλο· είναι άγνωστοι όμως στο ευρύ κοινό, αυτό που χλευάζεται και μαστιγώνεται από παλαιές και μεταμοντέρνες κασσάνδρες.

Κι όμως, ο ευάριθμος ελληνισμός, ο δοκιμαζόμενος και λοιδωρούμενος σήμερα, έχει σπουδαία πρόσωπα να επιδείξει: Μαθηματικούς, φυσικούς, βιολόγους, γιατρούς, ιστορικούς, αρχαιολόγους διεθνούς ακτινοβολίας, που τιμούν την καταγωγή τους και επιστρέφουν στην πατρίδα τους γνώση και μαθητές· στο Κέμπριτζ, την Οξφόρδη, το CalTech, το Μπέρκλεϊ, το UCLA, το MIT, το Πρίνστον, την Ecole Normale Superieure, το CERN, την Χαϊδελβέργη, τη Ζυρίχη, την Κρήτη, την Αθήνα. Σε νοσοκομεία, εργαστήρια, σπουδαστήρια, αμφιθέατρα, βιβλιοθήκες, διοικήσεις μεγάλων επιχειρήσεων, διαπρέπουν αθόρυβοι σπουδαίοι Ελληνες, προερχόμενοι από αυτό τον λαό των λοιδωρούμενων ρωμιών, των γραικύλων, των βαλκάνιων και οθωμανών.

Οι άνθρωποι είναι το φως. Αυτό μας κληροδότησαν αρχαίοι διδάχοι, δημιουργοί του θαύματος της δημοκρατικής πολιτείας, κάτω από το ίδιο αττικό και ελλαδικό φως, στην ίδια αμφιλύκη μεταξύ υψηλού και φρικτού, μεταξύ λάμψης και πτώσης. Η παρούσα κατάσταση είναι ασφαλώς μια καμπή, μια παύση, ενδεχομένως παρακμή· εντούτοις μέσα της πάλλουν σπουδαίοι άνθρωποι, που ήταν ίδιοι και πριν από την κρίση, θα είναι ίδιοι και καλύτεροι και μετά την κρίση. Αυτοί, δηλαδή εμείς, θα περάσουμε από το λυκόφως στο λυκαυγές.

φωτ.: Ελισάβετ Μωράκη

Δυσπιστία, δυσαρέσκεια, απογοήτευση, απαισιοδοξία, αποτυπώνονται στην τακτική δημοσκόπηση της Public Issue. Η πιο εντυπωσιακή καταγραφή: 8 στους 10 Ελληνες δηλώνουν δυσαρεστημένοι από τη λειτουργία της δημοκρατίας. Η οικονομική κρίση ασφαλώς απασχολεί τους πολίτες, καθώς αισθάνονται ήδη τις επιπτώσεις της ύφεσης, και η απαισιοδοξία τους για το άμεσο μέλλον καταγράφεται σαφώς. Αλλά το πιο ανησυχητικό είναι αυτό: η κοινωνία πιστεύει ότι η δημοκρατία δεν λειτουργεί· και την πεποίθηση αυτή συνοδεύει η αποπολιτικοποίηση: ένας στους δύο Ελληνες δεν ενδιαφέρεται για την πολιτική.
Διάβασε παρακάτω

Ζητιάνοι, πρεζάκια, πλανόδιοι πωλητές, φυλές των φαναριών. Ανάμεσά τους, με το φως της μέρας, κυκλοφορούν και μικρομεσαίοι Ελληνες, από ανάγκη, επειδή πρέπει να βρίσκονται εκεί, επειδή περνούν απ’ εκεί, επειδή ξέμειναν οι δουλειές τους εκεί. Οταν πέσει η νύχτα, οι μικρομεσαίοι εξαφανίζονται, εκτός από όσους έχουν τα σπίτια τους εκεί: είναι αυτοί που ζουν εκτός πολιτεύματος, όπως περιγράφει τον εαυτό του φίλος κάτοικος Πατησίων.

Κάθε περιγραφή της παρούσας κατάστασης στο ιστορικό κέντρο υπολείπεται της πραγματικότητας· κάθε περιγραφή είναι πιο ζοφερή από την προηγούμενη. Καθώς σωρεύονται οι περιγραφές, αποσπασματικές και περιπτωσιολογικές, μετατρέπονται ακαριαία σε κοινοτοπία, καταντάνε αναμενόμενη μικροφρίκη. Οι μικρομεσαίοι δεν θέλουν να μαθαίνουν, δεν θέλουν να βλέπουν λιώμα πλάσματα χυμένα στα ρείθρα, δεν θέλουν να μυρίζουν ούρα, δεν θέλουν να ακούνε για εγκληματικότητα, δεν θέλουν να δεχτούν ότι η πόλη τους, η πρωτεύουσα του κρατιδίου, καρδιά και πνεύμονας της Δημοκρατίας, κατελήφθη από αλλότριες δυνάμεις, από υπέρτερες δυνάμεις, από τις δυνάμεις της απόλυτης φτώχειας, της εξαθλίωσης, των ανθρώπινων ναυαγίων. Οι μικρομεσαίοι δεν θέλουν να ξέρουν ότι η Αθήνα μετασχηματίζεται σε χωματερή, ότι η εξαθλίωση απλώνεται σαν γιγάντιος μύκητας που όλα τα σκεπάζει και τα κατατρώει, από το κέντρο, εστία της λοίμωξης, προς την περιφέρεια, προς τις γειτονιές, τις συνοικίες, τα προάστια.

Οι μικρομεσαίοι Ελληνες δεν θέλουν να ξέρουν το προφανές: Στη χωματερή του ιστορικού κέντρου καθρεφτίζεται εν μέρει η παρούσα Ελλάδα, και εν όλω η επελαύνουσα Ελλάδα του σκληρού χειμώνα 2010-11. Καθρεφτίζεται ένα κράτος, μια διοίκηση, ένα πολιτικό σύστημα και ένας λαός, που περιφρόνησαν τον δημόσιο χώρο, τον συλλογικό βίο, το κοινό καλό, το σχέδιο, την ταυτότητα, που στρουθοκαμήλισαν ενώπιον της ζωής με κλισέ ορθοφροσύνης, που φάνηκαν οπισθόβουλοι, συμφεροντολόγοι, απαθείς, κυνικοί, κατά συρροήν και κατ΄εξακολούθησιν.

Η μεσαία τάξη, παγωμένη και έμφοβη, δεν θέλει να δει την προεικόνισή της: Εξω από κάθε μαγαζί στο κέντρο της Αθήνας, που κλείνει και μένει ξενοίκιαστο, πένθιμο, στήνεται σκουπιδαριό και δημόσιο ουρητήριο. Το άφησε ο μαγαζάτορας, ο ιδιώτης, έγινε οιονεί δημόσιο, το άφησαν όλοι: ακόμη και οι οδοκαθαριστές του δήμου. Αυτή η εικόνα, βγαλμένη από δυστοπικά μυθιστορήματα και ταινίες, βγαλμένη από βίαια ντοκιμαντέρ και βίντεο ειδήσεων, θα ‘πρεπε να στοιχειώνει τον ύπνο των Ελλήνων. Με υπερφορτωμένες και υποβαθμιζόμενες υποδομές, με σχολεία και νοσοκομεία σε φθίση, με τον κοινωνικό μισθό ισχνό ή ανύπαρκτο, με το νόμιμο εισόδημα συρρικνούμενο, με την παραοικονομία υπό πίεση, με το κράτος χρεοκοπημένο, με τους κυβερνήτες λίγους και άσχετους, ελπίζει άραγε ο Ελληνας ότι τα πράγματα θα φτιάξουν; Μαγικά;

Θα βουλιάζουμε. Κάθε μέρα, κάθε μήνα. Η ύφεση φέρνει φτώχεια στη μικρομεσαία Ελλάδα, φέρνει μνήμες υπανάπτυξης, φέρνει τον μικρομεσαίο, αυτόν που ξέχασε τη φτώχεια και την σπάνιδα, πιο κοντά, όλο και πιο κοντά στο επίπεδο του οικονομικού πρόσφυγα, του μετανάστη, του απεγνωσμένου. Ο βούρκος του περιθωριακού απειλεί να ρουφήξει και τον ενταγμένο μικρομεσαίο. Μοιράζονται τον ίδιο δημόσιο χώρο, την ίδια ζούγκλα, την ίδια χωματερή.

Στην κρίση καλύτερος δρομέας είναι ο πλούσιος, έγραψε ένας τραπεζίτης πρόσφατα. Ουδέν αληθέστερον. Οι έχοντες δεν ζουν καν στην Αθήνα, δεν τους νοιάζει· και ίσως βλέπουν την παρακμή της μεσαίας τάξης σαν αποκατάσταση της διασαλευθείσας τάξης, της απόλυτης κυριαρχίας τους, της φεουδαρχίας με νεωτερικά ψιμμύθια. Οι περισσότεροι πολιτικοί υπηρετούν αυτή τη λογική, ή ανήκουν σ’ αυτήν· έχουν εγκαταλείψει προ πολλού και τη δημοκρατία και την πατρίδα.

Το θέμα είναι τι κάνουν οι μικρομεσαίοι, οι πολλοί, όσοι δεν είναι πάνω από τη φτώχεια, αλλά μακριά από τον πλούτο· τι κάνουν για να σωθούν. Εκαναν το κουνέλι, λούφα και φυγή· μήπως και ωφεληθούν οι ίδιοι από την αδικία, την ανισότητα, την ανομία. Τώρα όμως απειλούνται με ισοπέδωση όλοι, κανείς δεν μπορεί να σωθεί μόνος του. Μόνο αν δράσουν συλλογικά, μόνο αν μεταβούν στο Εμείς, θα μπορέσουν να αποτρέψουν την εξολόθρευσή τους, υλική, ηθική, πνευματική. Μόνο αν αποφασίσουν να δράσουν για τον συλλογικό εαυτό, μόνο τότε υπάρχουν ελπίδες ανάσχεσης και αναστροφής τα χρόνια που έρχονται. Οποιος δεν καταλαβαίνει, όποιος δεν αντιλαμβάνεται την ιστορική θραύση, ας κάνει μια βόλτα on the wild side.

Μπορεί να είναι η αίσθησή μας λανθασμένη, και μακάρι να είναι: η χώρα είναι ακίνητη, παγωμένη, και σε ελεύθερη πτώση. Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις η ύφεση βαθαίνει διαρκώς, με ορατές μικροκοινωνικές συνέπειες, με άγνωστες μακροκοινωνικές. Και τίποτε, μα τίποτε απολύτως, δεν προβάλλει σαν ελπίδα, σαν υπαινιγμός, ώστε να πιστέψουμε ότι η πτώση θα ανακοπεί σύντομα.
Διάβασε παρακάτω

Πόση αδημονία, πόσες προσδοκίες, πόση ρητορεία για τον «Καλλικράτη», πόσες συζητήσεις για την αξία της αυτοδιοίκησης ως θεμελίου της δημοκρατίας και για τον υπερκομματικό χαρακτήρα των εκλογών και την αξία προσώπων που συνθέτουν τάσεις και ενώνουν, για την εμπιστοσύνη στην κρίση των πολιτών… Πόσα μεγάλα λόγια… Παρακολουθούμε την επιλογή υποψηφίων δημάρχων και περιφερειαρχών. Προσοχή: λέμε «επιλογή», δηλαδή κάποιοι επιλέγουν τον δήμαρχο, δεν κατεβαίνει μόνος του, δεν υποβάλλει αυτόνομα την υποψηφιότητά του στην κρίση του λαού. Πράγματι: οι υποψήφιοι δήμαρχοι ζητούν από τα κόμματα το χρίσμα ή, έστω, τη στήριξη. Οι περισσότεροι υποψήφιοι, ιδίως στους μεγάλους δήμους, είναι τέτοιοι: εξαρτώμενοι από την κομματική ευλογία.
Διάβασε παρακάτω

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Ποιος τολμά σήμερα να μιλήσει για την Ελλάδα και τους Ελληνες, με την Ελλάδα στα γόνατα και τους Ελληνες αλαφιασμένους και ασύντακτους; Λίγοι, πολύ λίγοι ― όσοι τολμούσαν και πριν, όσοι προσφέρονται να διακινδυνεύσουν με τη σκέψη τους, αναστοχαζόμενοι το παρελθόν μες στο παρόν, χωρίς στερεότυπα και δεκανίκια. Ο Βασίλης Καραποστόλης είναι ένας απ’ αυτούς τους ολίγους ριψοκίνδυνους. Στο τελευταίο του βιβλίο, ο γνωστός δοκιμιογράφος πραγματεύεται ένα ακανθώδες θέμα, την πολιτική ηθική των Ελλήνων, υπό τον δραματικό τίτλο “Διχασμός και εξιλέωση”.

Η αφήγησή του ξεκινά αδρά από το ξέπασμα της Επανάστασης του ‘21 και φθάνει ώς το τέλος του εμφυλίου· στη διαδρομή εξετάζει πρόσωπα, πράξεις, αισθήματα και λόγια, κομβικά, που σφραγίζουν δύο αιώνες νεότερου ελληνισμού. Εξετάζει πρόσωπα σαν τον Καραϊσκάκη, τους εθνικούς ευεργέτες του 19ου αι., τον Παύλο Μελά, τον Ιωνα Δραγούμη και τον Ελ. Βενιζέλο, τον Αρη Βελουχιώτη, εξετάζει στιγμές ιστορικές, τον ξεσηκωμό του ‘21, την πτώχευση του 1893, την ντροπή του 1897, το ξύπνημα της Μεγάλης Ιδέας, τους βαλκανικούς πολέμους, την καταστροφή του ‘22, τον πόλεμο του ‘40-’41, την αντίσταση και τον εμφύλιο. Και εξετάζει τους Ελληνες ως πολιτικά, κοινωνικά και ηθικά όντα σε αυτές τις κρίσιμες στιγμές.

Ο διχασμός νοείται διττός: εμφύλιος κοινωνικός και σχίσμα ατομικό. Ο Ελληνας αιωρείται: από τη συνήθη θέση του, της ιδιοτέλειας, του εγωισμού, της κοινωνικής αδιαφορίας, προς την υπέρβαση του εαυτού, τον ηρωισμό, τη δοτικότητα, τη θυσία. Ο Β.Κ. αναρωτιέται: Πώς και γιατί ο εγωιστής, απείθαρχος, άπληστος Ελληνας μεταμορφώνεται σε γενναίο, σε ήρωα, σε ανιδιοτελή δότη; Πώς ο δαίμονας των «καπακιών» Καραϊσκάκης μεταμορφώνεται σε άγγελο που εγείρεται υπεράνω όλων και θυσιάζεται; Πώς επινοούν την πατρίδα τους οι οπλαρχηγοί και γιατί αμέσως μετά περιφρονούν το κράτος; Ποιο όραμα πατρίδος εμπνέει τους ευεργέτες ώστε να σχεδιάζουν καταλεπτώς τις διαθήκες τους υπέρ παιδείας και συνανθρώπων, πάντα καχύποπτοι προς το κράτος; Ποια δύναμη οδηγεί τον ανυποψίαστο Μελά στους βάλτους και τον θάνατο; Πώς αντιλαμβάνεται την πατρίδα και το Εμείς ο Αρης Βελουχιώτης, με τα έργα του και τον λόγο της Λαμίας;

Οι απαντήσεις που ρισκάρει ο συγγραφέας είναι συναρπαστικές, γραμμένες σε υψηλής θερμοκρασίας πρόζα, με πάθος ρομαντικό ― άλλωστε οι αραιές αναφορές του είναι σε στοχαστές οριακούς, συναρπαστικούς: Σέλερ, Ντοστογιέφσκι, Σοπενχάουερ, Νίτσε… Αναλόγως συναρπαστική είναι η εμβάθυνση, η ένταση που προσδίδει στις ερωτήσεις του, καθώς τις παίρνει από παλαιότερα χείλη (Μακρυγιάννης, Κολοκοτρώνης, Ζαμπέλιος, Παλαμάς, Σικελιανός, Περ. Γιαννόπουλος, Καραβίδας, Σβορώνος) και τις φέρνει δραματικά στο παρόν. Πόσω μάλλον που το παρόν εκρήγνυται τώρα στα χέρια μας σαν προαναγγελθείσα καταστροφή, ομοιάζουσα με άλλες καμπές, με παλιότερα πάθη και καταστροφές.

Το θέμα του Καραποστόλη, μα και η θερμή πραγμάτευσή του, είναι ντεμοντέ, εκτός ακαδημαϊκού λειμώνα, και εκτός του τρέχοντος κανόνος πολιτικής ορθοφροσύνης. Διότι τολμά να γράφει περί πατρίδας, περί συλλογικού θυμικού και ασθημάτων, περί διλημματικών προσώπων, χωρίς ωστόσο ποτέ να λησμονεί το υλικό πλαίσιο, το γεωπολιτικό περιβάλλον, τις εξωτερικές συνθήκες.

Βασικό μοτίβο της σκέψης του, για να ερμηνεύσει τον ατομιστή που γίνεται ήρωας, είναι η αντιπαραβολή της κοινωνίας προς την πατρίδα. Η κοινωνία δεν συνεγείρει τον εγωιστή Ελληνα, τη βλέπει σαν εργαλείο, σαν μέσον, δεν της οφείλει τίποτε. Μόνο η πατρίδα, και μάλιστα η εν κινδύνω, η πάσχουσα, η διακονιάρα πατρίδα, μπορεί να συνεγείρει τον Ελληνα, να τον οδηγήσει πέρα από τον εαυτό του, πέρα από τα αποκτήματά του, να τον βάλει στην περιοχή του δότη, του γενναίου, ακόμη και του ήρωα. Το είδαμε το ‘21, όταν οι κλέφτες, τροφοδότες μιας συνείδησης αντίστασης και ρεμπελιού, επινοούν την πατρίδα, γεννούν τη μητέρα· το είδαμε και το ‘40, όταν οι διχασμένοι και απογοητευμένοι με την κραυγή “αέρα!” ξαναβρίσκουν τη ζωτική τους φαντασίωση, ότι οι Ελληνες υπερέχουν έναντι του ίδιου τους του εαυτού, και αντικρίζουν τον θάνατο χωρίς τρόμο.

Η πρόζα του Καραποστόλη πάλλεται, κυματίζει, βυθίζεται σε αισθήματα και ντοκουμέντα, και αναδύεται απρόοπτη, σκληρή, θερμή· ποτέ αδιάφορη. Είναι ένα έργο λοξό, έκκεντρο, ρηξικέλευθο, πρωτότυπο. Και μιλάει για εμάς, τώρα, τους εγωιστές και άπληστους, τους μισούντες το Εμείς, τους βουλιαγμένους στο Εγώ, τους αντιφατικούς και αντινομικούς, τους κλονισμένους και έμφοβους τώρα. Και μιλάει οδυνηρά.

Η καθημερινότητά μας άλλαξε. Με έναν νόμο: από πρώτης του μηνός Σεπτεμβρίου του τρέχοντος έτους, απαγορεύεται το κάπνισμα σε όλους τους δημόσιους χώρους. Στο εξής, το γραφείο, το καφενείο, το εστιατόριο, το μπαρ είναι χώροι απαγορευμένοι. Το νευρικό ή κατευναστικό τσιγάρο της δουλειάς κόπηκε· ακόμη και το καπνιστήριο έκλεισε και η γυάλινη είσοδός του καλύφθηκε με λευκό χαρτί, οριστικό, καταληκτήριο. Στον περίβολο των κτιρίων οι καπνιστές εργαζόμενοι συναντιούνται αμήχανοι, αισθάνονται αποσυνάγωγοι και απείθαρχοι, είναι οι τελευταίοι που ανθίστανται στην αντικαπνιστική εκστρατεία· οι περισσότεροι συνάδελφοι, φίλοι και οικείοι έχουν εγκαταλείψει τη βλαβερή συνήθεια του καπνού.

Σε τι ανθίστανται οι καπνιστές; Σκέφτομαι… Ανθίστανται στον έλλογο εαυτό τους. Ολες οι ενδείξεις είναι ενοχοποιητικές για το τσιγάρο, βλάπτει τον οργανισμό από χίλιες πλευρές, όλοι οι καπνιστές το ξέρουν. Κι όμως συνεχίζουν. Γιατί; Από συνήθεια. Από βαριά συνήθεια, υπαρξιακή. Ο καπνιστής καπνίζει τον χρόνο του, συνηθίζει να μου λέει φίλος που το έκοψε λίγο πριν του το κόψουν οι γιατροί. Πράγματι, το κάπνισμα είναι μια μικροτελετουργία πάνω στον χρόνο: τον επιβραδύνει, τον επιταχύνει, τον ξεκουκκίζει, τον ξορκίζει, τον κάνει λιγότερο αβάσταχτο. Και όχι με τη νικοτίνη, αλλά με τις χειρονομίες, την επανάληψη, τις μικρούτσικες πανίσχυρες εμμονές του καπνιστή: για τη μάρκα, τη φόρμα του πακέτου, το χρώμα του αναπτήρα, τη μυρωδιά του σιγαρέτου, το πέρασμα μέσα απ’ τα δάχτυλα, το πλησίασμα της φλόγας, το άναμμα και την πρώτη ρουφηξιά. Η ηδονική ανταμοιβή της τελετουργίας ολοκληρώνεται με τις πρώτες ρουφηξιές· κι ύστερα παρεμβάλλεται ο άκαπνος χρόνος, ένα ιντερμέδιο, έως ότου ξεμυτίσει το κέντρισμα για την επόμενη τελετουργική κορύφωση. Χρόνος κυματιστός, διάστικτος με τολύπες καπνού πάνω από αχνιστούς καφέδες και ψυχρά ποτά, χρόνος κυκλικός, ταχύς ή αργόσυρτος, ο χρόνος του καπνιστή.

Η σύγχρονη ιατρική άλλαξε και αυτό τον χρόνο. Οπως επιμήκυνε το προσδόκιμο επιβίωσης, όπως βράχυνε τους χρόνους διάγνωσης και θεραπείας, όπως διέστειλε τον χρόνο της ακμής και της ψευδαίσθησης νεότητος. Στην περίπτωση του καπνίσματος, περιέστειλε τον χρόνο μιας ηδονικής αυταπάτης και τον έδειξε χρόνο αυτοκαταστροφής.

Ως καπνιστής (εν αποδρομή…), γνωρίζω ότι υποσκάπτω την υγεία μου κάθε φορά που αρχίζω την τελετή καπνού. Ταυτοχρόνως όμως ασκώ την ελευθερία μου, να αφεθώ στο κάψιμο του χρόνου μου. Σκέφτομαι ωστόσο ότι αρκετό χρόνο έκαψα. Θα το κόψω. Καιρός του θερίζειν, καιρός του υπακούειν: η απαγόρευση περιορίζει ασφαλώς την ελευθερία μου, αλλά με ωθεί να αυτοπειθαρχήσω σε έναν άλλο χρόνο, άκαπνο, λησμονημένο, χωρίς τολύπες και τελετές, με ανακαινισμένες γεύσεις και μυρωδιές.

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

Twitting

  • Να αλλάξει η βαθιά νοοτροπία διαφθοράς που διέπει τη δραστηριότητα γύρω από τη δόμηση -η ομιλία μου στην Ολομέλεια xydakis.gr/?p=9938 16 hours ago
  • Έχουμε το ανθρώπινο δυναμικό, τον τόπο, το κλίμα, παραγωγική βάση, ας κοιτάξουμε μπροστά-στην «Πρώτη Είδηση» το πρωί xydakis.gr/?p=9932 19 hours ago
  • Η αυθαίρετη δόμηση στο παρελθόν έγινε ανεκτή -αν δεν προστατεύθηκε κιόλας- αφήνοντας αρνητικό αποτύπωμα στη φύση, την οικονομία & νοοτροπία 19 hours ago
  • Τώρα στην Ολομέλεια: Οι στρατηγικές κινήσεις απαιτούν χρόνια να ωριμάσουν, το άνοιγμα στην Κίνα ξεκίνησε δέκα έτη πριν και αποδίδει σήμερα 19 hours ago
  • Πριν από λίγο στο Ράδιο Κρήτη 9,84 και τον Γιώργο Σαχίνη για τα μακροχρόνια οφέλη της επίσκεψης του ΠΘ στις ΗΠΑ crete-news.gr/%CE%BD%CE%BE%C… 20 hours ago
  • Η βόμβα διασποράς που κατακερματίζει το πολιτικό σκηνικό κυοφορείτο χρόνια πριν, από τα χρόνια της ευφορίας... xydakis.gr/?p=9927 20 hours ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 989,826 hits
Αρέσει σε %d bloggers: