Ο Αθηναίος, πολύπειρος μηχανικός, περιέγραφε στον συνομιλητή του τον σκοτεινό ορίζοντα της οικονομίας και συνακόλουθα της κοινωνίας· διαπίστωνε δε ότι στην επαρχία η κρίση σαν να μην έχει φτάσει, σαν να μην αγγίζει ακόμη την καθημερινή ζωή, την κατανάλωση, τις συνήθειες. Κάπου στον θεσσαλικό κάμπο. Ο συνομιλητής του, δημοτικός άρχοντας, επιστήμονας, ευκατάστατος, άκουγε συγκαταβατικός, σχεδόν χαρωπός. «Μας ζηλεύετε που περνάμε καλά!» αποφάνθηκε. Αυτή ήταν η πολιτική του απάντηση.

Πράγματι, ο κόσμος στην επαρχία περνάει καλά – ακόμη. Το κόστος ζωής είναι σημαντικά χαμηλότερο, το στρες και η ένταση πολύ χαμηλότερα, οι συνέργειες μικροεισοδημάτων πιο αποτελεσματικές, η ανεργία απορροφάται ευκολότερα, οι σχέσεις με τη διοίκηση είναι πιο προσωπικές και σαφώς ευκολότερες. Ολα είναι ευκολότερα. Προς το παρόν. Διότι και στην επαρχία έχουν εμφανιστεί τα σημάδια της κρίσης, αρχίζοντας πρώτα από τον πολλαπλασιασμό των ξενοίκιαστων μαγαζιών· οι καταστηματάρχες δεν αντέχουν πια τα δυσβάστακτα ενοίκια και αποσύρονται από τους εμπορικούς δρόμους. Στις δε τουριστικές περιοχές οι επιχειρήσεις είδαν ήδη τους τζίρους να συρρικνώνονται, παρότι ο όγκος επισκεπτών δεν μειώθηκε αναλόγως. Ο γενικός τόνος όμως είναι αυτός: η επαρχία φαίνεται να μην ανησυχεί για την κρίση όσο η Αθήνα.

Είναι φυσικό, ώς ένα βαθμό. Το αστικό κέντρο πρώτο δέχεται τους κραδασμούς, ο αστικός πληθυσμός εξαρτημένος άμεσα και αποκλειστικά από την εργασία στον δευτερογενή και τριτογενή τομέα, πρώτος αισθάνεται την πίεση, μη έχοντας εναλλακτικές ή συμπληρωματικές λύσεις στην εργασία και το εισόδημα. Ο αστικός πληθυσμός, λ.χ., λιμοκτόνησε στην Κατοχή.

Στο σημερινό πλαίσιο, ωστόσο, τούτη η παράδοξη διαφορά ταχύτητος δεν δικαιολογείται απολύτως από τις διαφορές στην παραγωγική δομή επαρχίας και Αθήνας. Η επαρχία έχει σε πολύ μεγάλο βαθμό απο-αγροτοποιηθεί, το γεωργικό προϊόν παίζει συμπληρωματικό ρόλο στο εισόδημα, η μεταποίηση υπολειτουργεί, η οικονομική δραστηριότητα είναι πια περισσότερο προσανατολισμένη σε υπηρεσίες και κατανάλωση.

Η αμεριμνησία άρα του επαρχιώτη μεσαίας οικονομικής τάξης στηρίζεται και αλλού. Πού; Εκτός από το αμιγώς -και θεμιτό- υλικό πλεονέκτημα του πολυσυλλεκτικού εισοδηματικά επαρχιώτη, έναντι του «μονοκαλλιεργητή» Αθηναίου, υποψιαζόμαστε ότι το απόθεμα λίπους στην περιφέρεια, αυτό που τώρα προσδίδει αντοχή έναντι της κρίσης, σωρεύτηκε χάρη σε ποικίλες ιδιομορφίες (ή δυσμορφίες;) διοίκησης και αναδιανομής πλούτου. Η πληθωριστική οικοδομή, οι αλλαγές στις χρήσεις και αξίες γης, τα έργα υποδομής με ευρωπαϊκά κονδύλια, οι μακρόχρονες επιδοτήσεις αγροτικών προϊόντων, η διπλοαπασχόληση δημόσιων λειτουργών, η ελαστικότητα των αρχών έναντι των κατά συνθήκην μικροπαραβάσεων, η αμοιβαία σύμπραξη αιρετών και εκλογέων στις γκρίζες ζώνες της παρανομίας, ένα ολόκληρο πλέγμα δράσεων και σχέσεων ευνόησε την παραοικονομία. Κι αυτή η παραοικονομία απόθεσε το λίπος της αντοχής.

Υπό όρους, λοιπόν, η ανθεκτικότητα της επαρχίας που ζηλεύουν οι Αθηναίοι, ίσως προήλθε από τις ιδιοπάθειες που βουλιάζουν τώρα ολόκληρη την Ελλάδα.

Advertisements