Ο Αύγουστος αποδιοργανώνει την πόλη. Την επιβραδύνει, την αραιώνει, την κάνει πιο ανθρώπινη. Ετσι ξέραμε. Τούτο το καλοκαίρι όμως μάς δείχνει την πόλη απάνθρωπη. Η αραίωση του πληθυσμού αποκαλύπτει μεγεθυσμένες, ολοφάνερες, τις ζώνες αθλιότητας στην καρδιά της πρωτεύουσας. Οι άθλιοι των Αθηνών δεν πάνε διακοπές, μένουν πάντα εκεί, αφημένοι στα τελευταία σκαλιά της επιβίωσης. 3ης Σεπτεμβρίου, σε μια εσοχή κτιρίου, πίσω από χαρτόκουτα, ένα τσαρδί ακρωτηριασμένων τοξικομανών· με τα αμαξίδια κινούνται για επαιτεία και δόση. Στα Χαυτεία, μέρα μεσημέρι, δίπλα στο Ταχυδρομείο, δύο τοξικομανείς εξουθενωμένοι κοιμούνται στο πεζοδρόμιο· οι διαβάτες τους παρακάμπτουν αμήχανοι, και από την επόμενη διάβαση στρέφουν το βλέμμα τους να επιβεβαιώσουν αυτό που μόλις είδαν, σαν να μην το πιστεύουν.

Ποιος να το πιστέψει; Τα ζωηρά Χαυτεία, η περιοχή του Εθνικού Θεάτρου, η Γερανίου με τα παλιά τυπογραφεία, η πολύπαθη πλατεία Θεάτρου, οι παρυφές του Ψυρρή, η Πατησίων, η περιοχή Μουσείου, η πλατεία Λαυρίου, η πλατεία Βάθης, περιοχές–ορόσημα για την ιστορική Αθήνα, έχουν μετατραπεί σε θέατρα εξαθλίωσης, πόνου, φόβου, αρρώστιας, δυστυχίας.

Η Αθηναϊκή Τριλογία, το νεοκλασικό σύνολο Ακαδημίας, Πανεπιστημίου, Βιβλιοθήκης, ένα από τα ελάχιστα σημεία όπου η πόλη ανοίγεται και το βλέμμα αναθαρρεί, τελεί μονίμως σε κατάσταση παζαριού σουκ. Η νεοκλασική τριλογία των Χάνσεν αποτελεί απλώς το φόντο για τους Αφρικανούς πλανόδιους που αραδιάζουν την πράματειά τους στο πεζοδρόμιο: φτηνές απομιμήσεις ακριβών ειδών.

Αυτές οι εικόνες θα ’πρεπε να στοιχειώνουν τον ύπνο των κυβερνητών, των πολιτών, όλων· είναι εικόνες μιας πολιτείας που δεν μπορέσαμε να υπερασπιστούμε. Και τώρα η πληθωρισμένη πόλη, εξοιδημένη και φλεγμαίνουσα, εκδικείται τους ξενιστές. Η Ομόνοια των κολασμένων ξεχειλίζει απειλητικά προς το Σύνταγμα, καταλαμβάνει την Πανεπιστημίου, κατακλύζει την Ερμού, έχει κυριεύσει προ πολλού την Πατησίων. Λίγα τετράγωνα μένουν για να κατακλύσει το αμέριμνο, την εγκληματικά αμέριμνη, κεφαλή της Δημοκρατίας, το Κοινοβούλιο, το προεδρικό και το πρωθυπουργικό μέγαρο, τις λαμπρές τράπεζες, το Κολωνάκι, το ήδη ασθμαίνον απ’ την κρίση.

Δεν την αξίζουμε τέτοια πόλη. Δεν μας αξίζει τέτοια εικόνα, τέτοιο καθημερινό βίωμα. Αλλά ίσως αυτή η κατάντια ώς να δείχνει τον βαθμό μηδέν της δημοκρατικής πολιτείας μας, το μη περαιτέρω. Μια πολιτεία που αδυνατεί, (ή, χειρότερα, αδιαφορεί) να υπερασπιστεί την εικόνα και την ουσία της πρωτεύουσάς της, αδυνατεί να ζήσει, αδυνατεί να εξελιχθεί. Αδυνατεί να υπάρχει. Μεσούσης της κρίσεως, παραμονές δημοτικών εκλογών, παραμονές επώδυνων μέτρων, ας δούμε το βάθος της εικόνας: στην ιστορική Αθήνα καθρεφτίζεται ολόκληρος ο σύγχρονος ελληνισμός.

Advertisements