Το καλοκαίρι το αισθάνεσαι στο σώμα· το μυρίζεις. Αναδύεται ορμητικά μεσ’ απ΄ την αισθαντική μνήμη, υλικό, σωματικό, κυρίαρχο.

Το καλοκαίρι μυρίζει κολώνια, τη μία και μοναδική κολώνια, με το μπουκέτο εσπεριδοειδών, μπουκέτο μεσογειακού περιβολιού, ανοίγει τα ρουθούνια, εισβάλλει στον οσφρητικό εγκέφαλο και τον ημερώνει, λεμονανθοί, περγαμόντο, κίτρο, φράπα, νεράντζι, πορτοκαλανθοί· η κολώνια που τρίβουν ασθενείς και υπερήλικους στους καρπούς και στα στήθια, να τους δροσίσουν· η κολώνια που μοσχοβολούν οι καλοντυμένες κυρίες στους εσπερινούς, ιδρωμένες κυρίες που αερίζονται με βεντάλιες και φορούν στο πέτο του κεντητού πουκάμισου κόσμημα από γιασεμί ή γαρδένια, μείξη δροσιάς και μέθης· η κολώνια που καθαρίζει το εικόνισμα του εορτάζοντος αγίου στον Μέγα Εσπερινό, δροσίζει το γυαλί από τα φιλήματα, το άρωμά της ανακατεύεται με το άρωμα ανθόνερου της Μεγάλης Αρτοκλασίας, ανακατεύεται με ήχους, καμπανίσματα, χαιρετούρες, παιδικά παιχνίδια, το φως του δειλινού που γέρνει στα ιώδη, σε αστικούς ναούς λαμπρούς και εξωκκλήσια ξασπρισμένα, με σημαιάκια στο προαύλιο και ποδιές κεντητές μέσα, με άρτο γλυκανισάτο στο πάλλευκο μαντίλι· αυτό το φως κι αυτή η μυρωδιά είναι το καλοκαίρι.

[Eau de Cologne, Υδωρ Κολωνίας, κατά τη φαρμακοποιΐα Δαμβέργη: Αιθερίου ελαίου κίτρου του περγαμηνού 10 μέρη, αιθερίου ελαίου φλοιών κίτρων 10 μέρη, αιθερίου ελαίου φλοιών χρυσομήλων 10 μέρη, αιθερίου ελαίου ανθέων πορτοκαλέας 12 μέρη, αιθερίου ελαίου τιφύου 2 μέρη, οινοπνεύματος 90% 1000 μέρη. Παρεσκευάσθη το πρώτον υπό Ιωάννου Μαρία Φαρίνα εν Κολωνία τω 1709, κατόπιν υπό την επωνυμίαν «4711», εν Ελλάδι υπό του οίκου Μενούνου ως Κολώνια Εσπερίδων, μεταγενεστέρα η Μυρτώ-Λεμόνι του οίκου Μαρινόπουλου.]

Κι άλλες μυρωδιές. Ο γλυκάνισος του άρτου συναντά τον γλυκάνισο του ούζου, εναλλάξ με τη μαστίχα, ηδύποτα κεράσματα σε τραπεζάκια θαλάσσης, το γλυκάνισο του ούζου δεμένο με δριμύ χταπόδι λιαστό, στο καρνάγιο, με τα βαπόρια νυσταγμένα στο μώλο.

Σε ποτηράκια, σε μπολ και σε πιατάκια με νερό γαρδένιες υπόλευκες σκορπούν τη μέθη τους· φούλια λεπταίσθητα· γιασεμιά περασμένα σε κλωστή, καρφωμένα σε πευκοβελόνες, φέγγουν καθώς δροσερό απλώνει το σκοτάδι, κι οι έφηβοι τιτιβίζουν ξεπνοϊσμένοι απ΄ το φλερτ, κορίτσια τρυγόνες τινάζουν τα αρωματισμένα μέλη τους και τρέχουν κελαρυστά σε μοσχομυριστές πλατείε, σε αποβάθρες με αβληχρά οσμή πίσσας, το πλησίασμα και το σμίξιμο τελείται υπό την σκέπη μυρωδιών: Eau de Cologne, γαρδένια, φούλι, γιασεμί…

Και κλωνάρια σγουρού βασιλικού, πράσινο και βαθύ μωβ το άρωμά του, διαπερνά το διαυγές πρωινό της λειτουργίας σε θαλασσινό ξωκκλήσι, καλοκαιρινό τάμα νοικοκυραίων της διασποράς, εκεί που αναπαύονται οστά κεκοιμημένων 18ου αιώνος: Μαρουσώ, Δομένεγος, Μαργαρώ. Γλυκύς και αψύς βασιλικός σημαίνει την έναρξη του πρωινού μαζί με το τραγούδι του κορυδαλλού· λιβάνι, κερί, ελαιόλαδο, κρασί μοσχάτο Σάμου· καθώς ο ήλιος ανεβαίνει, η θέρμη τρεμίζει τον ουρανό· μια άλλη μυρωδιά σημαίνει νέα ώρα: ο καφές από χάλκινο καμινέτο (ριπή οινοπνεύματος) κερνιέται με παξιμαδάκια γλυκανισάτα αφράτα, μ’ ένα ποτηράκι μαστίχα απ΄τη Χίο, για συχώρεση εκλιπόντων και παρόντων, κοπιώντων και καμνόντων. Είτα στα βραχάκια, με αχινούς και πατελίδες και καβούρια, με μυρωδιά από θάλασσα φρέσκια σαν νιόκοπο καρπούζι, με μυρωδιές από ούζο, ξινότυρο κατσικίσιο, αίσθηση αλατιού στεγνωμένου στον βράχο. Η θάλασσα περιλαβαίνει όλες τις μυρωδιές, αυτή είναι το καλοκαίρι.

Βράδιασε. Απ’ την καλαμένια ντισκοτέκ σκορπούν μυρωδιές αντηλιακού και ίμερου και gin. Αργά, μόνος ενώπιον των άστρων που μπαίνουν στην ασβεστωμένη κάμαρα με άρωμα νυχτολούλουδου, τσακίζει μια σελίδα:

«Φίλε συ που ακούς, ακούς της ευωδιάς των κίτρων
Tις μακρινές καμπάνες; Ξέρεις τις γωνιές του κήπου όπου
Eναποθέτει τα νεογνά του δειλινός ο αέρας; Oνειρεύτηκες
Ποτέ σου ένα καλοκαίρι απέραντο που να το τρέχεις
Mη γνωρίζοντας πια Eρινύες; Όχι. Nα γιατί καταρκυθμεύω
Που οι βαριές υποχωρούν αμπάρες τρίζοντας κι οι μεγάλες θύρες ανοίγονται
Στο φως του Ήλιου του Kρυπτού μια στιγμούλα, η φύση μας η τρίτη να φανερωθεί
Έχει συνέχεια. Δε θα την πω. Kανείς δεν παίρνει τα δωρεάν
Στον κακόν αγέρα ή που χάνεσαι ή που επακολουθεί γαλήνη

Aυτά στη γλώσσα τη δική μου. Kι άλλοι άλλα σ’ άλλες. Aλλ’
H αλήθεια μόνον έναντι θανάτου δίδεται.
»

(Οδ. Ελύτης, Tα Eλεγεία της Oξώπετρας)

φωτ.: Ελισάβετ Μωράκη
Advertisements