You are currently browsing the monthly archive for Ιουνίου 2010.

Η προχθεσινή έκρηξη βόμβας στο γραφείο του υπουργού Προστασίας του Πολίτη δεν διαμέλισε μόνο έναν δημόσιο λειτουργό, έναν οικογενειάρχη, διαμέλισε την εμπιστοσύνη προς το κράτος, εμπιστοσύνη που ήταν ήδη κλονισμένη, και επιβάρυνε δραματικά μια πολιτική ατζέντα ήδη επιβαρημένη.

Διάβασε παρακάτω

Advertisements

«Καθώς ο σκύλος, ο δεμένος με πολύ κοντόν σχοινίον εις την αυλήν του αυθέντου του, δεν ημπορεί να γαυγίζη ούτε να δαγκάση έξω από την ακτίνα και το τόξον τα οποία διαγράφει το κοντον σχοινίον, παρομοίως κ’ εγώ δεν δύναμαι ούτε να είπω, ούτε να πράξω τίποτε περισσότερον παρ’ όσον μου επιτρέπει η στενή δικαιοδοσία, την οποίαν έχω εις το γραφείον του προϊσταμένου μου».

Περιγράφει τον εαυτό του αυτολοιδωρούμενος ο παπαδιαμαντικός αφηγητής, στο “Ονειρο στο κύμα”. Και περιγράφει την παρούσα κατάσταση πικράς αθυμίας του Ελληνος, έτσι δεμένου με κοντό σχοινί, ώστε αν τεντωθεί να κινδυνεύει να πνιγεί, να σχοινιασθή.

Οσες φορές διαβάζω το «Ονειρο στο κύμα», διακρίνω κάτι καινούργιο. Τούτη τη φορά μέσα από την αυτολοιδορία του Παπαδιαμάντη διακρίνω τη σοφή αποδοχή του παρόντος: το παρόν ως ήπια διάψευση προσδοκιών, ως αναπόφευκτη προδοσία του παρελθόντος, το παρόν ως αναπόδραστη πτώση του φυσικού ανθρώπου, του «ωραίου εφήβου, του καστανόμαλλου βοσκού», και ως ανάδυση του μετέωρου μεσήλικου, του «περιωρισμένου και ανεπιτήδειου».

Ετσι ακούει τον σφυγμό της τώρα η γενιά της μεταπολίτευσης: νηματώδη, σιγαλό, σβησμένο· σαν υπόμνηση διαρκούς προδοσίας, σαν αφήγηση μετάλλαξης: «Ημην πτωχόν βοσκόπουλο εις τα όρη. Δεκαοκτώ ετών, και δεν ήξευρα ακόμη άλφα. Χωρίς να το ηξεύρω, ήμην ευτυχής. […] Ημην ωραίος έφηβος, κ’ έβλεπα το πρωίμως στρυφνόν, ηλιοκαές πρόσωπόν μου να γυαλίζεται εις τα ρυάκια και τας βρύσεις…»

Ημην ο Δάφνις, ο Ορφέας… Και είμαι δεσμώτης, ηττημένος, υπόδουλος και άπραγος. Το ένα άκρο της αφήγησης μάς φέρνει αβίαστα στο άλλο. Ο αφηγητής δεν νοσταλγεί μόνο, περιγράφει εναργώς την προδιαγεγραμμένη πορεία, από την αθωότητα προς τη γνώση, από την ανεμελιά του ευγενούς άγριου προς την κατήφεια του αποξενωμένου μισθωτού. Ωστόσο η αποδοχή της σκληρής μοίρας, ο αυτοοικτιρμός και ο αυτοσαρκασμός, δεν αποτρέπουν τον στεναγμό και τη λαχτάρα της αναπολήσεως: «Ω! ας ήμην ακόμη βοσκός εις τα όρη!…». Ο πυρήνας είναι πυρακτωμένα ρομαντικός, είναι η αιώνια επιστροφή στη νιότη, ο Παπαδιαμάντης δεν αποδέχεται την προσγείωση στον «περιωρισμένο και ανεπιτήδειο» βίο, αντηχεί τον αιώνιο έφηβο Ρεμπώ, τον παράφορο Μπωντλέρ, τον ειρωνευτή Φλωμπέρ, τον ανατόμο Μπαλζάκ.

Παρόμοια πτώση και παρόμοια άρνηση βιώνει τώρα η γενιά της Μεταπολίτευσης ― όσοι τουλάχιστον μπορούν ακόμη να ανακαλέσουν τη νεανική αθωότητα και να την αισθανθούν. Ακόμη και τα χρόνια του ’70, ώς τις αρχές του ’80, η αθωότητα έμοιαζε με τα χρόνια του Παπαδιαμάντη. Τα νησιά, τα χωριά, οι επαρχιακές πόλεις, είχαν δικούς τους ρυθμούς, χαρακτήρα. Η Αθήνα ήταν μια μεσογειακή πόλη, ράθυμη, με βραδύ βίο, φθηνή διαβίωση· δεν ήταν η σημερινή μητρόπολη των άκρων, των νεόπλουτων και των αποκλεισμένων, του εγκλήματος και της ασυμμετρίας, της φαντασμαγορίας.

Αλλαξαν οι άνθρωποι. Αλλάξαμε. Ξεχάσαμε το χωριό καταγωγής, κι όταν το θυμηθήκαμε είχε αλλάξει και μας πλήγωνε. Ξεχάσαμε τη γενέθλια γειτονιά, κι όταν επιστρέψαμε δεν την αναγνωρίζαμε. Ο τουρισμός κατέφαγε τα νησιά, οι επιδοτήσεις και η αστυφιλία σάρωσαν την επαρχία, οι καφετέριες και τα μπουζούκια κατακυρίευσαν τις πόλεις, οι ντοπιολαλιές σαρώθηκαν από τη lingua των τηλεοπτικών δελτίων και των σίριαλ, τα πρώην βοσκόπουλα μεταβλήθηκαν σε δικηγόρους «με δίπλωμα προλύτου», με δεύτερο ΙΧ, με διαζύγιο και βάρη, φυλή νεόχλιδων με ξεπουλημένες γαίες και δανεικά, με εκσυγχρονισμένα λάιφ-στάιλ.

Γινήκαμε άλλοι. Απληστοι, λιμασμένοι πάντα, και όλο περισσότερο περιωρισμένοι, με όλο και πιο κοντόν σχοινίον εις την αυλή του αυθέντου, αόρατο σχοινί σε αυλή αόρατου αφέντη, υπερτοπικού και διάσπαρτου. Η απώλεια της δικής μας αθωότητας συντελέστηκε αόρατα, δεν την είδαμε, δεν την νιώσαμε καν σαν απώλεια· ίσως τη βιώσαμε κιόλας σαν κέρδος, σαν νίκη, ότι παραχώσαμε βαθιά μες στο τσιμέντο την αθωότητα του χώματος, αυτή τη μισητή σβουνιά της καταγωγής.

Γινήκαμε άλλοι. Αφεύκτως. Μα τη ζήσαμε ασυλλόγιστα αυτή τη μεταμόρφωση, χωρίς να τη στοχαστούμε, να τη ζυγίσουμε, να κρατήσουμε νήματα. Ωστε όταν τέλειωσε ο μετεωρισμός στην εικονική χλιδή, η πτώση ήρθε οδυνηρή, πάνω στο κάγκελο, μες στον κουβά ― του χρηματιστηρίου, των δανεικών, των υπερτροφικών προσδοκιών, της ματαίωσης.

Γινόμαστε άλλοι. Σχοινιασθήκαμε. Ας νοσταλγήσουμε τον φυσικό άνθρωπο, μήπως τον ξαναβρούμε στα πρόσωπα των παιδιών μας («ωραίος έφηβος, καστανόμαλλος…») Είτα, θα προσφύγουμε στην παρηγορητική ανάγνωση του «Ξεπεσμένου δερβίση».

Το πάρτι στο θωρηκτό Αβέρωφ τροφοδότησε με κουτσομπολιό το σύμπαν ακριβώς από το οποίο προέρχεται ο κόσμος παρομοίων πάρτι: τηλεοπτικές περσόνες, άεργοι, πάρτι-άνιμαλ, νεόπλουτοι, χλιδόφτωχοι, τρακαδόροι, μηντιοπλάσματα, μοντελοβίζιτες. Είναι ένα παράλληλο σύμπαν, αιωρούμενο σε μια πλαϊνή πραγματικότητα, σ’ ένα συννεφάκι, ανέγγιχτο από απειλές χρεοκοπίας, περικοπές συντάξεων, ανεργία, φτώχεια. Ανέγγιχτο; Οχι ακριβώς. Τα πάρτι άνιμαλ δεν θέλουν να ακούνε για ανεργία, όπως ακριβώς δεν θέλουν να ακούνε και για εργασία· εργασία τους είναι οι δημόσιες σχέσεις και η ατομική ευδαιμονία. Η συντριπτική πλειονότητα αυτού του κόσμου είναι ένας περιφερόμενος θίασος διασκεδαστών και τρακαδόρων, που ζει παρασιτικά στις πλάτες των λίγων πλουσίων. Αρα ο κόσμος της εργασίας και των απειλών τους αφορά αντιστρόφως: ο ρόλος τους είναι διαρκώς να απομακρύνονται από αυτή την πηγή δυσφορίας, διαρκώς να υποδύονται ότι δεν υπάρχει ο κόσμος της ανάγκης, διαρκώς να διακηρύσσουν ότι η ζωή είναι μικρή για να είναι θλιβερή, η ζωή είναι πάρτι. Και παρασιτισμός. Και υποταγή.

Αυτός ο κόσμος αυτοαναπαράγεται στα μήντια και στα πάρτι, σε πρωινομεσημεριανούς θυλάκους και φυλλάδες, σε κίτρινα μπλογκ, σε καφετέριες. Αυτός ο κόσμος της ελαφρότητας και του παρασιτισμού παράγει πρότυπα συμπεριφοράς, στάση ζωής, κοσμοείδωλο. Είναι ο ίδιος κόσμος που αναπαράγεται στα ριάλιτι σόου, στην αναπαράσταση της ζωής ως ριάλιτι. Κι είναι ακριβώς τούτα τα ριάλιτι, και οι περσόνες με καλιαρντά και λευκόξανθο μες μαλλί, που διαπαιδαγωγούν το πλήθος της εργασίας και της ανάγκης, αυτή είναι η κύρια πνευματική τροφή για πάμπολλους πρώην λαίμαργους ημιβολεμένους, τώρα ευρισκόμενους στο κατώφλι της υποβάθμισης, του αποκλεισμού, της απόγνωσης.

Tούτος ο κόσμος των φτωχοσελέμπριτι και των νεόπλουτων έθεσε το ζήτημα του ιερού. Τι επιτρέπεται; Ποιο είναι το όριο; Με ποια πράγματα δεν διασκεδάζουμε; Υπάρχουν πράγματα που δεν παράγουν διασκέδαση, ψυχαγωγία, χαβαλέ;

Οταν η κοινωνία των πολιτών δεν μπορεί να θέτει όρια και να τα αναστοχάζεται δημοκρατικά και ανοιχτά, όταν το δημοκρατικό κράτος δεν θέτει όρους και όρια, δεν προασπίζεται τον δημόσιο χώρο και το κοινό καλό, όταν ο δημόσιος χώρος και το κοινό καλό είναι ασαφή και γκρίζα και ανυπεράσπιστα, με διαρκώς μετακινούμενα όρια, διαρκώς υποκείμενα σε ιδιοτελείς ερμηνείες, τότε ναι, η φυλή των παρασίτων θα θέσει το ζήτημα με τους δικούς της όρους και θα δώσει τις δικές της απαντήσεις.

Απαντήσεις: Σιγά μωρέ, και τι έγινε; Ενα παρτάκι έγινε. Πληρώσανε κιόλας οι άνθρωποι. Αυτά μας μαράνανε; Εδώ ο άλλος έκανε δεξίωση στο Φορ Σίζονς, οι άλλοι κάνουνε δείπνα στα γλυπτά του Παρθενώνα. Ολα επιτρέπονται. Ολα τα δημόσια είναι ιδιωτικά.

Τις προάλλες ένας διοργανωτής ιβέντς παραπονιόταν δημοσίως που το καθυστερημένο κράτος δεν του επέτρεψε να οργανώσει το ντεφιλέ του οίκου μόδας Fendi πάνω στην Ακρόπολη, μεταξύ Πορπυλαίων και Παρθενώνος. Τριακόσια διεθνή σελέμπριτι θα παρευρίσκονταν στο ιβέντ· η χώρα έχασε τόση διεθνή προβολή, και θα ‘παιρνε και μερικά λεφτουδάκια η ψωροκώσταινα.

Είναι το Αβέρωφ ιερό; Οχι, κανένα Αβέρωφ δεν είναι ιερό αφ’ εαυτού. Είναι η Ακρόπολη ιερή; Από μόνη της, όχι. Τίποτε δεν είναι ιερό αφ’ εαυτού. Κάθε φορά οι κοινωνίες επανορίζουν τι είναι ιερό γι’ αυτές ― παγανιστικοί ναοί, τεμένη, συναγωγές, βασιλικές μετά τρούλου, πηγές και γεφύρια, θέατρα, τάφοι. Αλλά σε κάθε ιστορική στιγμή, κάθε κοινωνία έχει ανάγκη το ιερό· γύρω από το ιερό συγκροτείται η κοινωνία και ο πολιτισμός, γύρω από την εννοιοδότησή του, την ένυλη και τη συμβολική του έκφραση.

Το ιερό δεν ορίζεται μονοσήμαντα από τον εκάστοτε κυρίαρχο, τον ηγεμόνα ή το κυρίαρχο γούστο των παλλακίδων του· το ιερό ορίζεται πολύ βαθύτερα συναινετικά, οριζοντίως και καθέτως, δηλαδή δημοκρατικά και διαχρονικά. Διότι το ιερό συνέχει την κοινωνία, ως ελάχιστος κοινός παρονομαστής, πολύ πέραν του τόπου και του αίματος, της εφήμερης συλλογικότητας. Το ιερό συγκροτεί πολιτισμό.

Η Ακρόπολη, ο ναός του Επικούριου Απόλλωνα στις Βάσσες, η νεκρόπολη της Δήλου, το Ακρωτήρι, η Κνωσσός, η ντάπια του Μεσολογγίου, το ρουμάνι στο Βαλτέτσι, είναι τέτοιες εκφράσεις του ιερού, συμφωνημένες. Και οι χρήσεις των ένυλων εκφράσεων του ιερού πάλι συμφωνημένες δημοκρατικά πρέπει να είναι ― μόνο έτσι. Δεν μπορεί το νόημά τους και η χρήση τους να επαφίεται στην αγορά, στον υπάλληλο ή στις ορέξεις μιας φυλής παρασίτων.

Είναι γνωστό ότι η κυβέρνηση πολύ μικρά περιθώρια έχει πλέον να κυβερνήσει· οι πράξεις της υπαγορεύονται λεπτομερώς και ασφυκτικά από το Μνημόνιο της τρόικας, που αποδέχτηκε η κυβέρνηση και ψηφίστηκε στη Βουλή από το ΠΑΣΟΚ και το ΛΑΟΣ. Ο κόσμος όμως μόλις τώρα το συνειδητοποιεί· τώρα που η κυβέρνηση περιορισμένης ευθύνης αναμορφώνει θεμελιώδεις κοινωνικούς θεσμούς με εξπρές προεδρικά διατάγματα και κατεπείγοντα νομοσχέδια.

Το ασφαλιστικό και οι εργασιακές σχέσεις αλλάζουν δραματικά, διαμορφώνοντας ένα περιβάλλον δυσβάστακτο, επώδυνο για πολλές και ποικίλες ομάδες εργαζομένων. Οι εργαζόμενοι, νεοεισερχόμενοι ή πλησιάζοντες στη σύνταξη, αντιμετωπίζουν μέλλον δυσοίωνο και επισφαλές. Στους δρόμους ζούμε καθημερινά τον θάνατο του εμποράκου: τα ενοικιαστήρια και τα πωλητήρια κοκκινίζουν τις άδειες βιτρίνες, σαν αγγελτήρια θανάτου. Μεσαίες και μεγαλύτερες επιχειρήσεις ανακοινώνουν διαρκώς περικοπές και απολύσεις ― ή περιμένουν τον νέο νόμο ώστε να κοστίσουν φτηνότερα οι απολύσεις.

Το εκπληκτικό ελληνικό καλοκαίρι δεν μπορεί να απαλύνει την βαριά πραγματικότητα: η κοινωνία βουλιάζει με ταχύ ρυθμό στην ύφεση και στον φόβο· τα νοικοκυριά αδυνατούν να προγραμματίσουν τα στοιχειώδη της καθημερινότητας, περιστέλλουν και συστέλλονται, πασχίζουν να καταρτίσουν στρατηγικές επιβίωσης.

Και η κυβέρνηση βουλιάζει κι αυτή… Ο υπουργός Εργασίας θεατρινίζει και αυτοδιασύρεται, η υπουργός Υγείας αγορεύει για το κοινωνικό κράτος επί των ερειπίων των νοσοκομείων, η υπουργός Παιδείας ιδρώνει να ολοκληρώσει τις πανελλαδικές εξετάσεις, οι περισσότεροι υπουργοί κρύβονται ή ψελλίζουν. Για τον ίδιο τον πρωθυπουργό και πρόεδρο της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, οι Νew York Times έγραψαν χαρακτηριστικά την 15η Ιουνίου: «Τώρα αντιμετωπίζει τον άθλο του διαμελισμού του διογκωμένου συστήματος κοινωνικής πρόνοιας το οποίο βοήθησε να οικοδομηθεί ο πατέρας του, Ανδρέας, όταν ήταν πρωθυπουργός, τη δεκαετία του ’80.»

Το κοινωνικό κράτος χρειάζεται πολύ χρόνο για να οικοδομηθεί, και ελάχιστο για να καταστραφεί. Ιστορική μοίρα της παρούσας κυβέρνησης (σοσιαλιστικής, ας μην ξεχνάμε) έλαχε να είναι η καταστροφή. Φοβόμαστε δε ότι δεν έχει καν επίγνωση του τεράστιου κλονισμού που προκαλεί στην κοινωνία.

Η κρίση που διατρέχει τον Συνασπισμό της Αριστεράς συμπυκνώνει εν πολλοίς την κρίση που διατρέχει όλο το πολιτικό σύστημα σήμερα. Η διάσπαση που συνέβη στο πρόσφατο συνέδριο του Συνασπισμού δείχνει καταρχάς την κρίση ταυτότητας, την αδυναμία του να παραγάγει πρωτεγενώς πολιτική και να αφουγκραστεί την κοινωνία, ακόμη και τα μέλη του, αλλά και τις ισχυρές φυγόκεντρες δυνάμεις στο σώμα του, τον κερματισμό των δυνάμεών του.

Ο Συνασπισμός, στην αδυναμία του να έχει μια σαφή, διακριτή φυσιογνωμία και ένα συνεκτικό σχέδιο απαντήσεων στα ερωτήματα της ελληνικής κοινωνίας, έφτασε να θεσμοθετήσει τις τάσεις στο εσωτερικό του εν ονόματι του θεμιτού πλουραλισμού και να προβάλει την αδυναμία σύνθεσης ως δημοκρατική αρετή. Η αδυναμία αποσαφήνισης και συνοχής δεν έχει μόνο ιδεολογικές και γενεαλογικές αιτίες· σε μεγάλο βαθμό, ο κερματισμός του ΣΥΝ οφείλεται στη λυσσαλέα και ασίγαστη σύγκρουση των ομάδων για την επικράτησή τους, για την κυριαρχία· και στον διαρκή αγώνα των στελεχών του μηχανισμού για αυτοαναπαραγωγή τους.

Οι στιγμές κρίσης επέδρασαν καταλυτικά πάνω στον εύθραυστο Συνασπισμό, έδειξαν ακριβώς το έλλειμμα ιδεολογίας και πολιτικής μεθόδου, έδειξαν την παθολογική εσωστρέφειά του και την απώλεια αίσθησης του πραγματικού. Το πρώτο ρήγμα το προκάλεσε ο Δεκέμβρης ’08, αλλά τη θραύση την έφερε η μεγάλη οικονομική κρίση. Και στις δύο στιγμές ο πολυτασικός, εσωστρεφής, ενδοανταγωνιστικός ΣΥΝ δεν βρέθηκε σε θέση να απαντήσει στις προκλήσεις, να απευθυνθεί στην κοινωνία συνολικά και να προτείνει μια καθολική αφήγηση. Φυσικό: ο πολυκερματισμένος και απήρυνος αδυνατεί να αξιώσει τη σύνθεση και την καθολικότητα.

Είναι παράδοξο, αλλά έτσι συνέβη: όταν η πολυαναμενόμενη κρίση του καπιταλισμού έφτασε, και μάλιστα εξαιρετικά σφοδρή, η αριστερά βρέθηκε ανέτοιμη και ομφαλοσκοπούσα, χωρίς εργαλεία, χωρίς αντανακλαστικά. Δεν μπόρεσε καν να καρπωθεί τη διάχυτη αμυντική ριζοσπαστικοποίηση σημαντικών τμημάτων του πληθυσμού.

Μια ομάδα εντός του ΣΥΝ αντελήφθη τις κρίσεις σαν ευκαιρίες για επίδειξη τακτικής ετοιμότητας, σαν πεδίο άγρας οπαδών, ευκαιρία να εκφράσει ο ΣΥΝ προνομιακά την δυναμική των ταραγμένων υποκειμένων. Χωρίς όμως ανάλυση, χωρίς στρατηγική· χωρίς καν να αντιλαμβάνεται ότι τα νέα υποκείμενα του δύσθυμου 2007 και του φλεγόμενου 2008 θεωρούσαν εν πολλοίς και τον ίδιο τον ΣΥΝ μέρος της κρίσης, μέρος του παλιού κόσμου. Το καινοφανές, μηδενιστικό, υπαρξιακό “μη αίτημα” του Δεκέμβρη δεν μπορούσε να συναντηθεί με τον πατερναλισμό ή τον αμήχανο οπορτουνισμό αυτής της αριστεράς.

Μια άλλη ομάδα, αυτή που αποχώρησε τελικά, θεώρησε τον Δεκέμβρη καθαρό μπάχαλο χωρίς πολιτικό ή κοινωνικό περιεχόμενο· δεν είχε τη διάθεση, αλλά ούτε τα εργαλεία, να προσεγγίσει την έκρηξη οργής και βίας, ούτε καν για οπαδοθηρία.

Υπό την αφόρητη πίεση της δύσκολης πραγματικότητας, οι τάσεις εντός του ΣΥΝ συσπειρώθηκαν βάσει γενεαλογίας· θυμήθηκαν οι μεν την ευγενή καταγωγή εκ του ΚΚΕ-εσωτ. και της ΕΑΡ, οι δε την αριστερή καταγωγή εκ του ΚΚΕ, εκ του βολονταριστικά ενιαίου Συνασπισμού του ’89-90, και εκ των κινημάτων. Οι ανανεωτές θυμήθηκαν τον ευρωπαϊσμό τους, οι άλλοι θυμήθηκαν τον αντικαπιταλισμό τους. Και οι δύο όμως, όταν εξερράγη η μεγάλη κρίση, δεν είχαν να πουν τίποτε.

Ενώπιον της κρίσης, και οι δύο τάσεις βρέθηκαν ανέτοιμες· ο τρεϊντγιουνισμός, ο ευρωσκεπτικισμός, η πλειοδοσία σε αιτήματα, η διαρκής καταγγελία δεν συνιστούν πλατφόρμα, δεν φτιάχνουν ατζέντα. Πώς απαντάς στο μνημόνιο της τρόικας και τον επαχθή δανεισμό; Πώς αποφεύγεις την ύφεση; Πώς χειρίζεσαι το εκρηκτικό χρέος; Πώς αμφισβητείς τη Συνθήκη του Μάαστριχτ όταν την έχεις υπερψηφίσει; Παρότι ορισμένοι αριστεροί οικονομολόγοι έσπευσαν να αναλύσουν και να προτείνουν, με τόλμη αλλά και υπευθυνότητα, ο ΣΥΝ δεν μπόρεσε ούτε αυτούς να συναρθρώσει σε ολοκληρωμένο λόγο. Αφλογιστία.

Πολύ περισσότερο οι ανανεωτές: αυτοί ουσιαστικά σιώπησαν, δεν είπαν τίποτε ουσιώδες για την κρίση, εγκλωβισμένοι σε έναν απολιθωμένο ευρωπαϊσμό του ’70-’80, ο οποίος σήμερα βάλλεται πανταχόθεν. Αντιθέτως, η πολιτική τους ζωτικότητα εξαντλήθηκε σε έναν ιδιότυπο Ανένδοτο για επιβολή της μειοψηφούσας τους άποψης, που έφτασε στα όρια του εκβιασμού: ή διαλύετε τον ΣΥΡΙΖΑ ή αποχωρούμε. Αποχώρησαν. Ωστόσο, κανείς δεν έχει καταλάβει ποια είναι η ανάλυση της σημερινής πραγματικότητας και η σημερινή πλατφόρμα αυτής της ομάδας των media darlings, που αποσκιρτά κατηγορώντας τους άλλους για αριστερισμό και αντιευρωπαϊσμό. Η αποσκίρτηση των ανανεωτών τροφοδοτείται από πληγωμένο ναρκισσισμό, από ξεθυμασμένη αλαζονεία, από νοοτροπία νομενκλατούρας, χωρίς όμως καμία υλική προϋπόθεση: ηλικιακά και ποσοτικά οι ανανεωτές συνιστούν όμιλο στελεχών, όχι κόμμα. Η δε ατζέντα τους θα μπορούσε κάλλιστα να υλοποιηθεί από το ΠΑΣΟΚ του Γ. Παπανδρέου.

Στο εγγύς μέλλον, σε κλίμα πόλωσης και συγκρούσεων, οι ανανεωτές δεν θα βρουν χώρο στην πολιτική αρένα· θα εξατμιστούν ή θα απορροφηθούν από το ΠΑΣΟΚ. Οι Οικολόγοι με το ισχυρό brand name, αν διαθέτουν ένστικτο αυτοσυντήρησης, δεν θα δεχτούν εκλογική συνεργασία, διότι οι ανανεωτές με τη στελεχική και κομματική τους εμπειρία θα αλώσουν εν μια νυκτί τους ερασιτέχνες Πράσινους.

Ο Συνασπισμός έχει μόνο μια επιλογή επιβίωσης: να καταλάβει μια θέση στα αριστερά του φάσματος καρπωνόμενος τη ριζοσπαστικοποίηση και την απόγνωση των συνθλιβόμενων μεσοστρωμάτων. Αν δεν το καταφέρει, θα συρρικνωθεί στο όριο-θρίλερ του 3% ή και παρακάτω. Σε κάθε περίπτωση, οι περιφερειακές εκλογές του Νοεμβρίου (ή οι αιφνίδιες εθνικές) θα είναι κρίσιμη (ή και αποφασιστική) δοκιμασία για την εκτός ΚΚΕ αριστερά. Οπως άλλωστε και για το ΠΑΣΟΚ, τη ΝΔ και το ΚΚΕ. Για όλους.

φωτ.: Ελισάβετ Μωράκη

Το πρόσωπο του Ακη Τσοχατζόπουλου στις εφημερίδες των περασμένων ημερών εικονίζει μια εποχή, και το τέλος της. Ο άλλοτε πανίσχυρος υπουργός και γραμματέας του ΠΑΣΟΚ, μέλος τη τρόικας, στενός συνεργάτης του Ανδρέα Παπανδρέου, παρ’ όλίγον πρόεδρος του κόμματος, ο συμπαθής Beau Brummel με τον ακατάληπτο σοσιαλίζοντα λόγο, απολογήθηκε ενώπιον της Επιτροπής Διαφάνειας του ΠΑΣΟΚ για το πώς απέκτησε τα πλούτη του και πώς συναλλάσσεται με υπεράκτιες εταιρείες. Το κόμμα του, το κόμμα που συνίδρυσε μαζί με άλλα ιστορικά μέλη το 1974, αφού τον άκουσε, αποφάσισε να αναστείλει την κομματική του ιδιότητα· να διώξει τον Ακη.

Ο 71χρονος πολιτικός εμφανίστηκε μπροστά στις κάμερες και τα μικρόφωνα για το τελευταίο του On, στο πεζοδρόμιο της Χ. Τρικούπη, εκεί όπου κάποτε παρλάριζε και χρησμοδοτούσε. Δεν έμοιαζε με τον συμπαθή γόη του παρελθόντος. Ηταν κουρασμένος, αδυνατισμένος, σουρωμένος, κατηφής. Δεν φορούσε γραβάτα, το πουκάμισό του ήταν ανοιχτό, φαινόταν ατημέλητος, παραιτημένος. Η φωνή του βγήκε βραχνή, ξέπνοη. Και το βλέμμα του… Το βλέμμα του ήταν θαμπό και άδειο, το βλέμμα ενός ανθρώπου που μόλις συνειδητοποίησε την ήττα, το βλέμμα ενός ανθρώπου που γέρασε απότομα και συρρικνώθηκε και άδειασε.

Μετά τα παλικάρια του εκσυγχρονισμού Μαντέλη και Τσουκάτο, Πασόκους του 1997-2004, το σύστημα ρίχνει κι άλλα κόκκαλα στο αγριεμένο πλήθος, ρίχνει τον Ακη, θεμέλιο του ΠΑΣΟΚ για τρεις δεκαετίες. Το κόμμα του Γιώργου Παπανδρέου δεν περιμένει πια τον εισαγγελέα, τι θα πει, τι θα βρεί· σπεύδει να ξεσαβουρώσει, σπεύδει να εξευμενίσει την πάνδημη οργή, πετάει ό,τι του είναι περιττό. Πετάει κόκκαλα στο αγριεμένο πλήθος που καταδιώκει μανιασμένο το σύστημα, μήπως και κερδηθεί λίγος πολύτιμος χρόνος, μήπως και η προσοχή αποσπαστεί από τη θύελλα που έχει ξεσπάσει, από την απειλή φτώχειας και αποκλεισμού, από την αίσθηση ομηρίας, από το θαμπό παρόν και το δυσοίωνο μέλλον.

Το πλήθος ορμάει στο κόκκαλο, αλλά πολύ γρήγορα αποστρέφει το πρόσωπό του. Δεν χορταίνει με κόκκαλα, δεν χορταίνει με ξοφλημένους και καμένους, με ό,τι έχει ξεφωνηθεί. Tο πλήθος θα μείνει πεινασμένο και αγριεμένο. Και θα φερμάρει και θα αλυχτάει, όλο και περισσότερο, όσο θα σφίγγει ο κλοιός της επισφάλειας.

To επόμενο γεύμα θα είναι δημοσιογράφοι. Η λίστα με τους (πενήντα, εξήντα;) δημοσιογράφους που πήραν δώρα από τη Siemens. H λίστα ακούστηκε αλλά δεν εμφανίστηκε δημοσίως. Από μέιλ σε μέιλ κι από στόμα σε στόμα όμως κυκλοφορούν ονόματα, φήμες, πληροφορίες. Συνεχείς μικροδόσεις δημητήριου, τόσο όσο να σβήνει η δίψα του κοινού, τόσο όσο να μην σκοτώσει τον ασθενή. Ο Τάδε πήγε ταξίδι VIP με έξοδα της εταιρείας, ο Δείνα πήρε δώρο οικοσκευή, ο άλλος έλαβε δώρο σε ρευστό. Η λίστα κρέμεται πάνω από κεφάλια αδίκων και δικαίων, πάνω από την τιμή ενός επαγγελματικού κλάδου, που θα στολιστεί πάλι εν χορώ “αλήτες, ρουφιάνοι” κ.λπ., κρέμεται σαν χατζάρα πάνω από την αξιοπιστία των μήντια, που διαμεσολαβούν και κανονίζουν.

Ολοι εναντίον όλων. Υπό το φάσμα της κλιμακούμενης χρεοκοπίας, όλοι φημολογούν εναντίον όλων, η κοινωνία ποτίζεται ως το μεδούλι από μνησικακία, εχθρότητα, φθόνο, μοχθηρία, εκδίκηση. Κι όσο ποτίζεται, τόσο ερεθίζεται και ζητάει κι άλλο. Η μνησικακία φουντώνει μόνη της, αυτοτροφοδείται.

Οσο αντικρίζει ηττημένα βλέμματα, θρασείς επίορκους και δωρολήπτες, πολιτικά ερείπια, η κοινή αγριότητα θα ζητάει κι άλλα, κι άλλα. Το σύστημα θα απαντά, θα ρίχνει κόκκαλα και κορμιά στην αρένα. Ποιο το κέρδος από τούτη την ασύντακτη, σπασμωδική πτωματοφαγία; Κανένα ουσιώδες. Η φυσική εξόντωση προσώπων ήδη καταβαραθρωμένων ηθικά ικανοποιεί τη δίψα για τιμωρία και εκδίκηση, αλλά θέτει εκτός εστίασης τα πιο φλέγοντα προβλήματα, τις δομικές ανωμαλίες ενός συστήματος που αναπαράγεται τρώγοντας σάπια μέλη.

Η δίκη και η καταδίκη των καταχραστών είναι αναγκαία. Αλλά δεν είναι αρκετή. Η δικαστική εκκαθάριση του πολιτικού βίου αλά ιταλικά θα σαρώσει τα ήδη ερείπια· ίσως καταλήξει σε κράτος δικαστών, ίσως οδηγήσει σε εξαφάνιση των υπαρχόντων πολιτικών σχηματισμών, ίσως οδηγήσει σε μπερλουσκονισμό και Παλινόρθωση, ίσως σε νέες μορφές αυταρχισμού. Πολύ δύσκολα όμως μπορούμε να διακρίνουμε πώς μπορεί ο αυτοκανιβαλισμός του συστήματος να δράσει χειραφετητικά και να οδηγηθούμε σε αναγεννημένο κράτος δικαίου. Οι ελεύθερες κοινωνίες δεν τρέφονται με πτώματα.

Το καλοκαίρι θα περάσει με βαριά αναμονή. Κανείς δεν ξέρει με τι θα μοιάζει το τοπίο τον Σεπτέμβριο, κανείς δεν είναι σε θέση να προγραμματίσει τη δουλειά του και το βίο του σε βάθος χρόνου πέραν μερικών εβδομάδων. Ολος ο κόσμος δίνει ραντεβού για αυτό τον άδηλο, απειλητικό Σεπτέμβριο· σαν να ζητά μια ανάπαυλα τώρα, να πάρει μια ανάσα, να μαζέψει τη σκέψη του και το κουράγιο.

Ολόκληρο το άρθρο

Γράφαμε την περασμένη εβδομάδα για τον “αγγλοσαξωνικό” τρόπο σκέπτεσθαι των διαχειριστικών-ηγεμονικών ελίτ στην Ελλάδα σήμερα. Και για την δραματική ανεπάρκεια του συγκεκριμένου τεχνικού-εργαλειακού σκέπτεσθαι στις παρούσες μεταιχμιακές συνθήκες: σε μια Ελλάδα ευρισκόμενη σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, κατεχόμενη πολιτικά από το Μνημόνιο της τρόικας ΔΝΤ-ΕΕ-ΕΚΤ, σε μια Ευρωπαϊκή Ενωση που αναζητεί εναγωνίως τρόπους επιβίωσης, σε έναν κόσμο που μετασχηματίζεται γεωπολιτικά.

Ολόκληρο το άρθρο

Οι εκτεταμένες ιδιωτικοποιήσεις οργανισμών και πωλήσεις δημόσιας περιουσίας εμφανίζονται ως αναγκαίες στην παρούσα φάση της υπερχρεωμένης Ελλάδας. Η χώρα εκποιεί σημαντικά περιουσιακά της στοιχεία, μερικά εκ των οποίων μάλιστα βρίσκονται σήμερα τελματωμένα και αναξιοποίητα· άλλα είναι υγιή. Η εκχώρηση, εκμίσθωση ή πώληση ορισμένων εξ αυτών πιθανολογείται ότι θα δημιουργήσει νέο αναπτυξιακό περιβάλλον. Μόνο έτσι έχει νόημα άλλωστε η εκποίηση: αν εισρεύσουν κεφάλαια, ανοίξουν θέσεις απασχόλησης, τροφοδοτηθούν επάλληλοι κύκλοι εργασίας και ανάπτυξης· κι όλα αυτά, σύντομα, μέσα στα ερχόμενα δύο-τρία χρόνια, όχι μετά δέκα έτη.

Ολόκληρο το άρθρο

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

Twitting

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 989,804 hits
Αρέσει σε %d bloggers: