Μεγάλη Εβδομάδα, 2050, Αθήνα, Ελλάδα, ώρα 23:40. Τέσσερα άτομα, μικρόσωμα, μάλλον παιδιά, σκρινάρουν κάδους απορριμμάτων σε μια υποβαθμισμένη γειτονιά, στην Πλατεία Θυμάτων, πρώην Πλατεία Αττικής. Είναι ντυμένοι σκούρα, φοράνε μαντίλες, τα ρούχα τους είναι τυλιγμένα σε στρώματα γύρω από τα σώματα, σαν σκάφανδρα, μες στο ημίφως διακρίνονται σαν σκοτεινοί δύτες.

Το ένα παιδί ανοίγει μια διαλυμένη βαλίτσα, την τραβάει μακρύτερα από τον κάδο, σκαλίζει το περιεχόμενό της με ένα ραβδί, ξεχωρίζει ένα μεταλικό κύλινδρο, τον σκουντάει πιο πέρα. Πισωπατάει ένα βήμα, κάτι λέει στη συντροφιά του, πισωπατούν κι αυτοί. Βάζει το ραβδί κάτω από τον κύλινδρο και με μια απότομη κίνηση τον εκσφενδονίζει πάνω στον κάδο. Το αντικείμενο εκρήγνυται με λάμψη και κρότο, ο κάδος πετάγεται στον αέρα, τα σκουπίδια σκορπάνε, τζάμια σπάνε τριγύρω. Οι μικροί ρακοσυλλέκτες έχουν ήδη πέσει στο έδαφος και έχουν καλυφθεί.

Μόλις καταλαγιάζει ο καπνός, σηκώνονται αργά αργά, ξετυλίγουν τα κεφαλομάντιλα, βγάζουν τα κράνη από τα κεφάλια τους, τα τινάζουν. Ξεσκονίζουν τα κουρέλια που φοράνε, τακτοποιούν τους θώρακες kevlar από μέσα. Μαζεύουν ραβδιά και σακιά και απομακρύνονται βιαστικά.

Σε λίγα λεπτά καταφθάνουν άλλοι ρακοσυλλέκτες μέσα απ’ το σκοτάδι, αθωράκιστοι, χώνονται στον διαλυμένο κάδο. Ενα περιπολικό σταματάει στην άλλη γωνία, ρίχνει τον προβολέα του στο σημείο της έκρηξης, δύο αστυνομικοί στέκονται στο πλάι του οχήματος, πυροβολούν στον αέρα, εκτοξεύουν μια πράσινη φωτοβολίδα: όλα τέλος. Οι ρακοσυλλέκτες σκορπάνε στο σκοτάδι, απ’ όπου ήρθαν. Το monorail Αttika περνά ολόφωτο πάνω από τη λεωφόρο σφυρίζοντας.

23:50. Στη λεωφόρο Ασφάλειας, πρώην Αλεξάνδρας, ο Μπαγκλαντέζος ιδιοκτήτης ενός πρακτορείου τυποποιημένων προγνώσεων μέλλοντος σβήνει τον εκτυπωτή και πάει να ενεργοποιήσει τον συναγερμό νυκτός και την καγκελόπορτα τιτανίου στην είσοδο. Αφηρημένος, κλείνει τον συναγερμό ημέρας και βγαίνει στο δρόμο παρασυρμένος από την άνοιξη. Λάθος.

Δύο μεγαλόσωμοι άνδρες με μάσκες κλόουν και κοντόκανα όπλα, που στέκονταν έξω από το φως της βιτρίνας, τον σπρώχνουν βίαια μέσα στο μαγαζάκι, τον ρίχνουν πάνω στον πάγκο μπρούμυτα, κάτι του γαβγίζουν σε κρεολικά αγγλονιγηριανά, τον χτυπάνε με μια ατσαλόβεργα. Σπάνε τα συρτάρια του ταμείου, βρίσκουν κάτι λίγα γιουάν και δολάρια, χτυπάνε έξαλλοι τον μαγαζάτορα που σπαρταράει στον πάγκο. Σπάνε εκτυπωτή, σκαμνιά, συρτάρια, τις ανενεργές κάμερες παρακολούθησης. Βγαίνοντας, κοντοστέκονται, γυρνάνε, και αδειάζουν τα όπλα τους στο σώμα του αιμόφυρτου Μπαγκλαντέζου. Στον τοίχο, πάνω από τον πάγκο, το μόνιτορ δείχνει το κλείσιμο του χρηματιστηρίου της Σαγκάης.

23:55. Πάροδος στην οδό Δείμου, πρώην Αχαρνών. Το ηλικιωμένο ζευγάρι σλαβοβαλκάνιων σβήνει το μόνιτορ και ετοιμάζεται για ύπνο· το πρωινό τους ξύπνημα για δουλειά είναι στις 05:30. Η γυναίκα πάει στο μπάνιο· αντικρίζει έναν άνδρα στα μαύρα με κάλτσα στο πρόσωπο. Της κλείνει το στόμα και τη γονατίζει μπρος στην μπανιέρα. Από μέσα ακούει έπιπλα να σπάνε, πνιχτές φωνές. Ο ηλικιωμένος άντρας παλεύει με έναν μασκοφόρο, πολύ πιο δυνατό από αυτόν, στο φως του μπαλκονιού βλέπει να σηκώνει ένα τσεκούρι. Σιγή.

Μεγάλη Εβδομάδα, σαράντα χρόνια νωρίτερα, 2010. Στην ίδια πόλη, στις ίδιες περίπου γειτονιές, με άλλα ονόματα, με ίδιους περίπου ανθρώπους. Ιδια περιστατικά. Ιδια ή και πιο βίαιη κατάληξη. Παρόμοιος ο πάγος στις ψυχές. Πάγος, φθόνος, υποταγή, εγκαρτέρηση. Πότε πότε εκρήξεις οργής, κάποτε τρομερές. Υστερα όλα σβήνουν. Η ζωή επανέρχεται στη συνήθη ροή, στον πάγο, στην εγκαρτέρηση. Υποταγή στην αναπόδραστη μοίρα του ευτελισμού, του φόβου, του καταναγκασμού· η ζωή είναι φτηνή, ασήμαντη.

Η Αθήνα ήταν ένα μεγάλο χωριό, μόλις μια-δυο δεκαετίες πριν, τη θυμόμαστε. Οι επήλυδες αθροίζονταν ανά συνοικία, Ηπειρώτες, Ναξιώτες, Μυκονιάτες, Κρητικοί, στους δρόμους κυκλοφορούσαν μαμάδες με μωρά, στις μπασκέτες παίζανε οι έφηβοι της γειτονιάς άφοβα ώς τα μεσάνυχτα, οι φοιτήτριες κατέβαιναν στην Ομόνοια μόνες για εφημερίδα σαββατόβραδο, στους δρόμους συναντούσες παλιούς συμμαθητές.

Ολα άλλαξαν. Σωρεύθηκε πρόοδος, εκσυγχρονισμός, χρήμα ― επιλεκτικά, όλο και πιο επιλεκτικά. Η πόλη μεγάλωσε, ωρίμασε, αγρίεψε. Ολα άλλαξαν, όχι πάντα προς το καλύτερο. Η πρόοδος, αυτή η πρόοδος, μάς σπρώχνει σε ένα μέλλον που είναι ήδη παρόν.

εικόνες: Tamburini/Liberatore, Enki Bilal, José Antonio Muñoz
Advertisements