Με δαγκωμένα χείλη, λοιπόν. Γνωρίζοντας ότι το μέλλον μπορεί να εμφανίζεται σαν σωρός ερειπίων, και ότι παρ’ όλ΄αυτά, οφείλουμε να προσχωρήσουμε σε αυτό το σκοτεινό μέλλον, δεν έχουμε άλλη οδό, παρά την οδό της αποκατάστασης, της καταστροφής και της ανακατασκευής. Προσωρινοί κάτοικοι, νοικάρηδες του κόσμου, χρεωμένοι εντούτοις με το καθήκον της ανακατασκευής του.

Το φετινό, το πρώιμο Πάσχα θα το θυμόμαστε. Σκοτεινό και ιστορικό, όπως το Πάσχα του ’41, της γερμανικής εισβολής που θυμούνται οι γονείς και οι παππούδες, όπως το Πάσχα του ’67, της εγχώριας δικτατορίας («γίνηκε κίνημα, δεν θα πάτε στο σχολείο»). Το Πάσχα ’10, κοντά κοντά με την επέτειο της 25ης Μαρτίου, θα το θυμόμαστε από το Πάθος και την αγωνία. Αλλά ευτυχώς και με την ελπίδα της Ανάστασης, της ανακαίνισης, της επανεκκίνησης προς έναν νέο κόσμο ― έστω με βία, με καταστροφή.

Πριν χαράξει όμως η ελπίδα, είναι αναγκαίο να ολοκληρωθεί ο κύκλος της οργής, του πένθους, της αυτοκριτικής, της απόδοσης δικαιοσύνης. Με βία έστω, με πόνο λυτρωτικό, με την ανακούφιση του πένθους. Αυτή η κυκλική εορτή η υπενθυμίζουσα τον κύκλο της ζωής, θανάτου και αναγέννησης, παρέχει και τούτο το νόημα: το πάθος, η σταύρωση, η εις Αδου κάθοδος, προϋποθέτουν την Ανάσταση.

Κάπως έτσι σκεφτόμασταν την αποδρομή από την τρέχουσα κατάθλιψη προ μηνών, όταν βγαίναμε από τα Χριστούγεννα, καταπραϋμένοι προσώρας από την αγωνία, με τη θαλπωρή των οικείων, των παρεών και των φίλων:

[…] Ο χρόνος της εορτής, πυκνός, έμφορτος συμβολισμών, καθώς εξέπνεε μάς έσυρε σαν ζόμπι στις αγορές για δώρα και ψώνια τελετουργικά, κι ύστερα ενόσω τα ρολά κατέβαιναν και τα ταξί λιγόστευαν, γύρω από τραπέζια και εστίες, αναδύθηκε νικητήριο νέο πνεύμα, μια λάμψη, μια υπενθύμιση: ο βαθύς χρόνος, ο χρόνος πριν τον χρόνο, και μαζί η δυνατότητα να αποκαταστήσουμε τον κόσμο, να τον διορθώσουμε και να τον επαναφέρουμε, όχι μόνο παλαιό αλλά και ριζικά καινούργιο, ωραίο και τρομερό. Σαν το Tikkun olam της Καμπάλα, μεσσιανικό και βαθιά επαναστατικό. […]

Λίγα θα είχα να συμπληρώσω σήμερα, δυο μήνες αργότερα. Αναμένω την άνοιξη, τον γενέθλιο Απρίλιο, να εμπνεύσει δύναμη και αισιοδοξία. Ωστόσο, καθώς ο χρόνος σέρνεται πυκνός και ταχύς, βαρύς και βασανιστικός, πάνω στο πετσί μας, με κυκλώνουν όλο και πιο έντονα τα αισθήματα του τρομερού καινούργιου, της βίας που φωλιάζει μας στο αναδύομενο νέο. Η ανακαίνιση του κόσμου θα προέλθει μέσα από καταστροφή. Το ψυχανέμισμα τούτο δεν είναι φόβος, είναι περισσότερο μια στάγδην επίγνωση.

Αν το παλιό μάς οδήγησε σε αυτή την παρακμή, η ανάδυση του καινούργιου θα απαιτήσει να απαλλαγούμε από παλιά βάρη και συνήθειες, να αφήσουμε πίσω τον παλαιό χιτώνα, σαν φιδοπουκάμισο. Ο χιτώνας βεβαίως είναι σάρκινος, αποκολλάται με οδύνες· ο χιτώνας είναι μέρος του εαυτού, του ατομικού και συλλογικού, είναι η συνήθεια, είναι σώμα μας. Ο παλιός εαυτός μάς χάρισε χαρές, απολαύσεις, απατηλές έστω, προτού μάς οδηγήσει στο χαμό. Αλλά τώρα πρέπει να τον αποχωριστούμε.

Πίσω από την αγωνία και τον μετεωρισμό, πίσω από τις αναλήψεις μετρητών στις τράπεζες και τα άδεια μαγαζιά με τα κηδειόσημα “Ενοικιάζεται”, βρίσκεται αυτός ο παλιός εαυτός που αφήνουμε πίσω, ο εαυτός που συνηθίσαμε ν’ αγαπάμε, ο καθρέφτης μας, καθρέφτης αμεριμνησίας και αόμματης προόδου. Ηταν το σπίτι μας.

Οπως το λέει ο ποιητής: «…άνθρωποι κι’ άνθρωποι περάσανε και φύγανε / κι’ άλλοι -πολλοί- εδώ μέσα γεννηθήκαν / κι’ άλλους πάλι εδώ μέσα τους βάλανε στην κάσσα / και τι δεν άκουσαν οι τοίχοι αυτοί / φωνές οδύνης / και φωνές χαράς / είδανε και βαφτίσια / μουγγές απελπισιές / και στεφανώματα…» (Nίκος Εγγονόπουλος, Ενοικιάζεται)

Με δαγκωμένα χείλη, λοιπόν. Γνωρίζοντας ότι το μέλλον μπορεί να εμφανίζεται σαν σωρός ερειπίων, και ότι παρ’ όλ΄αυτά, οφείλουμε να προσχωρήσουμε σε αυτό το σκοτεινό μέλλον, δεν έχουμε άλλη οδό, παρά την οδό της αποκατάστασης, της καταστροφής και της ανακατασκευής. Προσωρινοί κάτοικοι, νοικάρηδες του κόσμου, χρεωμένοι εντούτοις με το καθήκον της ανακατασκευής του.

Βαδίζουμε ήδη σε πράσινα χωράφια και ανθισμένα περιβόλια Απριλίου· η φύση μάς συντρέχει, η ελληνική φύση είναι πάντα παρηγοριά, βάλσαμο και γείωση. Με δαγκωμένα ματωμένα χείλη διασχίζουμε την Εβδομάδα των Παθών:
«…κι’ έμεινα ώρες καθισμένος / να καπνίζω / σε κει δα το παράθυρο / κυττάζοντας / άλλοτε τον ουρανό / κι’ άλλοτε το δρόμο // και τώρα πρέπει -φευ- κι’ εγώ να φεύγω / – δεν αποκλείεται άλλωστε να μου μέλλονται καλύτερα -/ πάλι το ενοικιάζουν το δωμάτιο» (ό.π.)

Advertisements