You are currently browsing the monthly archive for Ιανουαρίου 2010.

.

Μια ελληνική ταινία με έβαλε σε σκέψεις. Η Στρέλλα. Σκέψεις όχι για την κατασκευή της έμφυλης ταυτότητας, τη ζωή στο περιθώριο, τις στερεοτυπικές συμπεριφορές των αποκλεισμένων, τη σεξουαλική υποκρισία, τέτοια. Οχι. Η αριστουργηματική Στρέλλα του Πάνου Κούτρα, στο μεταίχμιο υπερνατουραλισμού, ψυχαναλυτικού δράματος, ονείρου, μελό, καμπαρέ, αστικού ντοκιμαντέρ και ηθογραφίας, με έβαλε προ πάντων σε σκέψεις για την αγάπη. Για το σκάνδαλο αγάπη.

Ολη η ταινία αρθρώνεται δεξιοτεχνικά, ακροβατικά, πάνω σε αυτό το θεμελιώδες ερώτημα: Ποιος μ’ αγαπά, ποιον αγαπώ; Στην πραγματικότητα, ποιος τολμά να θέτει τέτοια ερωτήματα σήμερα, εκτός από μερικούς σαλούς καλλιτέχνες, ίσως και κανέναν φιλόσοφο; Ο κόσμος μας κινείται ζαλισμένος γύρω από την οικονομία, τη γνώση, την ύλη, πυροδοτείται από την απληστία.

Ακόμη και ο λόγος περί αγάπης, στην πολλαπλή του εκδίπλωση ―έρως, amor, φιλία, αγάπη― φέρνει δυσανεξία στον σύγχρονο άνθρωπο, αμηχανία τουλάχιστον. «Το “σ’ αγαπώ” ακούγεται, στην καλύτερη περίπτωση, σαν ασχημοσύνη ή κοροϊδία, έτσι που στην καλή κοινωνία, αυτή των μορφωμένων, κανείς πλέον δεν τολμά να ξεστομίσει στα σοβαρά τέτοιαν ανοησία», γράφει ο φιλόσοφος Ζαν-Λικ Μαριόν (Το ερωτικό φαινόμενο, εκδ. Πόλις).

Ο Κούτρας διαλέγει έκκεντρους ανθρώπους, λοξούς, σημαδεμένους, αμφίσημους, τρανς, για να δείξει το δράμα της αγάπης, τη δυνατότητα της αγάπης για εξανθρωπισμό, για υπέρβαση, για υποστασιοποίηση των προσώπων. Η τραβεστί Στρέλλα, καταγόμενη από τη μυθική περσόνα της κακογιάννειας Στέλλας του ’50 της ανοικοδόμησης, από την υπερμοντέρνα Τρέλα της μητροπολιτικής Αθήνας του 21ου αιώνα, αλλά και από την ντίβα Κάλλας, είναι το συναρπαστικό πρόσωπο που προσεγγίζει την αγάπη παράτολμα, υβριστικά. Με τη σφραγίδα του ενδιάμεσου φύλου (είναι ανδρόγυνο), με την αψάδα της νιότης, με το στίγμα του εγκαταλειμμένου και ορφανού παιδιού, με την προσωπική της τρέλα, διαπράττει την Υβρη, να ερωτευτεί τον απολεσθέντα και επανευρεθέντα πατέρα, σαν “όλα”.

Η Στρέλα από την απόρριψη, την απουσία, τη μοναξιά, την ερήμωση, περνά προς το άγγιγμα, το δόσιμο, το κάψιμο, τον κίνδυνο ― την αγάπη. Είναι ο γιος που έγινε κόρη, το παιδί που έγινε γυναίκα, το τέκνο που έγινε εραστής του πατρός, το ανδρόγυνο που υπερβαίνει τα φύλα σαν άγγελος, η Στρέλα που περνάει το κατώφλι του ταμπού της αιμομιξίας, εκούσα άκουσα: σπρωγμένη από αγάπη, εκδίκηση, αυτοτιμωρία. Και πάντα δίνει: η Στρέλα δίνει το σώμα της, τα νιάτα της, τα λεφτά της, το σπίτι της, τη στοργή της, τη ζωή της. Μόνο την ελευθερία της, την ελευθερία της αγάπης της, δεν παραχωρεί.

Η ταινία του Κούτρα, αισθητικά και ιδεολογικά, κατάγεται από τα υπαρξιακά μεταφυσικά δράματα του Φασμπίντερ και του Παζολίνι, από τη βαθιά σαγήνη του μελοδράματος, από τον εξπρεσιονισμό, από τον αμφίσημο κόσμο του Ντ. Λυντς. Μόνο που στη Στρέλλα δεν αποθεώνεται ο προλετάριος ή ο περιθωριακός· ακόμη και οι γηρασμένες τρανς δεν εικονογραφούνται φολκλορικά, οι αστραφτερές ατάκες τους, τα καλιαρντά, οι μετωνυμίες, όλα εντάσσονται οργανικά στην ελεγεία και το δράμα, όπως οργανικά δένει με τα αισθήματα η έξοχη κινηματογράφηση της αρκαδικής φύσης, σε αντίστιξη με την αστική φαντασμαγορία της Αθήνας.

Στην καρδιά της τρανς φαντασμαγορίας χτυπάει η καρδιά της Στρέλλας· ατίθαση, αληθινή, δραματική, στρέιτ. Της Στρέλλας η καρδιά δίνει παλμό και πάλι στον πρώην κατάδικο Γιώργο, λούζερ πατέρα και εραστή, πιο έρημο και μόνο από όλους τους μοναχικούς. Της Στρέλλας η καρδιά ενώνει τα σκόρπια πρόσωπα γύρω της, σαν δορυφόρους γύρω από τον έρωτα ήλιο, σαν αστράκια γύρω από μια φάτνη, μια εστία, τόσο εφήμερη και εύθραυστη, μα και τόσο γνήσια και αληθινή.

Η Στρέλλα αξιώνει τη θέση της πλάι στα έργα τέχνης που στοιχειώνουν τον νεολληνικό βίο, έργα σκληρά, αληθινά, τρυφερά, λοξά· πλάι στην Στέλλα, την Ευδοκία, Το Δέντρο που Πληγώναμε, το Τρίτο Στεφάνι του Ταχτσή, τον Επιτάφιο Θρήνο του Γ. Ιωάννου. Ολα μιλούν για τον δύσκολο έρωτα, τη δυσκατόρθωτη αγάπη, τον δυσχερή Αλλο, τα πρόσωπα, την πτώση τους και τον μετεωρισμό τους. Το 2010, μια 25χρονη τρανς από την Αρκαδία, που ζει σε ένα ερείπιο στο Γκάζι, χαρίζει σε όλους εμάς τους κανονικούς ένα καραόκε αυτογνωσίας: Vissi d’arte, vissi d’amore, non feci mai male ad anima viva!

Advertisements

Δεν υπάρχει οικογένεια που να μην έχει διασταυρωθεί με τον καρκίνο. Ολοι έχουμε ζήσει τη νόσο, πλάι μας κι εντός μας, έχουμε τραβηχτεί σε διαγνώσεις και προγνώσεις, σε προθαλάμους ιατρείων και διαδρόμους νοσοκομείων. Κι όλοι έχουμε νιώσει κάποια στιγμή ότι αν ο άρρωστος δεν διαθέτει οικονομική επιφάνεια και ισχυρή υποστήριξη από την οικογένειά του, μπορεί να χάσει το παιχνίδι χωρίς καν να αγωνιστεί, χωρίς καν να του δοθεί ευκαιρία ιάσεως ή ανακουφίσεως.

Ακουσα από το στόμα φίλου καρκινοπαθούς, καθηγητή Ιατρικής, διευθυντή πανεπιστημιακής κλινικής, να μου αφηγείται τι τραβάει ο ασφαλισμένος του Δημοσίου για να εξασφαλίσει μια αξιοπρεπή χημειοθεραπεία και ακτινοθεραπεία. Μου περιέγραφε τις μακρόσυρτες, βασανιστικές αναμονές στον Αγιο Σάββα: «Ζητώ λίγη αξιοπρέπεια μόνο…» Αδυνατούσα να τον πιστέψω: Ενας επιφανής γιατρός, καθηγητής, να εκλιπαρεί αξιοπρέπεια στον λαβύρινθο του ΕΣΥ…

Εζησα πρόσφατα την οδύσσεια ενός άλλου καρκινοπαθούς, ¨πληβείου”, ασφαλισμένου στο ΝΑΤ. Οι γιατροί του δημόσιου νοσοκομείου τον ξέγραψαν εξαρχής. Κανείς γιατρός δεν εξηγεί με σαφήνεια στους οικείους του ποια αγωγή πρέπει να ακολουθήσει, ποιες δυνατότητες νοσηλείας υπάρχουν. Τα ειδικά αντικαρκινικά νοσοκομεία δεν τον δέχονταν· τον πήραν μόνο όταν έφτασε σκελετός. Οι “ιδιωτικοί” γιατροί συστήνουν την α ή τη β θεραπεία, σε ιδιωτικά θεραπευτήρια· η οικογένεια δεν έχει την οικονομική δυνατότητα. Στο ΕΣΥ του χορηγούν παυσίπονα, τα πανάκριβα φάρμακα τα αγοράζει μόνος του και ακολουθεί μακρά διαδικασία για να πληρωθεί από το ταμείο. Και λιώνει, χωρίς αξιοπρέπεια.

Το Εθνικό Σύστημα Υγείας, έτσι όπως κατάντησε, ξεγράφει τους καρκινοπαθείς. Ο χρόνιος καρκινοπαθής είναι “ακριβός” ασθενής, δυσάρεστος, ανεπιθύμητος. Οι γιατροί ακτινοθεραπευτές καταγγέλλουν ότι ο εξοπλισμός του ΕΣΥ είναι ελάχιστος και απηρχαιωμένος· οι ακτινοθεραπείες που χορηγούνται έχουν ρόλο παρηγορητικό· η λίστα αναμονής ξεπερνά τους δύο μήνες. Εν τω μεταξύ, τα ιδιωτικά θεραπευτήρια εκσυγχρονίζονται και θησαυρίζουν ― με τα χρήματα των ασφαλισμένων…
Ιδού η ισοπολιτεία και το κράτος πρόνοιας. Η Ελλάδα του 2010 ξεγράφει τους αρρώστους της, δεν τους προσφέρει ούτε καν αξιοπρέπεια.

διάβασε: ένα, δύο (τα πιο πρόσφατα)

buzz it!

Η χρεοκοπία είχε επέλθει προ πολλού· πριν από τις υποβαθμίσεις των οίκων αξιολόγησης και το bullying αγορών και Financial Times. H χρεοκοπία είχε πλήξει τον δημόσιο βίο εν συνόλω, η Ελλάδα είχε χρεοκοπήσει πολιτικά και ηθικά, πολιτιστικά· απλώς δεν τη βλέπαμε, θαμμένη καθώς ήταν κάτω από βουνά υποκρισίας, ανομίας και χλιδοσπατάλης, με δανεικό και μαύρο χρήμα.
Τώρα πληρώνουμε τον μικρομεγαλισμό του ολυμπιακού 2004, τα παχιά λόγια για την ισχυρή Ελλάδα. Τώρα φαίνεται πολλαπλάσια η καμένη και γυμνή Ελλάδα του 2007, η απροστάτευτη από τους ίδιους τους ανθρώπους της· η Ελλάδα των σκανδάλων και της ατιμωρησίας, της “νομιμοφανούς” ηθικής των βουλευτών, των offshore και των Kαγιέν· των επίορκων δημόσιων λειτουργών και της διαβουκολευμένης μάζας. Πληρώνουμε αυτό που ήμασταν: Αφρονες και υβριστικοί.

Θα μείνουμε ίδιοι; Η χρεοκοπία δεν μας το επιτρέπει· η κατάσταση δεν μαζεύεται με μερεμέτια. Η πιο πικρή ώρα μπορεί να είναι η ευκαιρία για έναν σωτήριο μετασχηματισμό, για έναρξη μιας νέας ιστορικής περιόδου. Οχι μόνο για έξοδο από την κρίση και ανάκαμψη, όχι μόνο αυτό, παρότι είναι αναγκαίο και πρώτο. Αλλά για βαθύ, ουσιαστικό μετασχηματισμό, για ανακαίνιση, για επανίδρυση της δημοκρατικής πολιτείας και του δημόσιου βίου.

Είπαμε: η χρεοκοπία δεν είναι μόνο οικονομική, έχει προηγηθεί η πολιτική και ηθική χρεοκοπία, δηλαδή, η αποσάθρωση των θεμελίων. Σε αυτό τον σωρό ερειπίων δεν μπορούμε να χτίσουμε το μέλλον, ακόμη κι αν βρούμε δανεικά από τις αγορές της Ασίας, ακόμη κι αν ξεπουλήσουμε δημόσιες γαίες, ακίνητα, επιχειρήσεις, μνημεία. Πάλι σαθρό θα είναι το οικοδόμημα.
Πιστεύω ότι υπάρχουν οι πνευματικές δυνάμεις στον ευρύτερο ελληνισμό, ότι υπάρχουν αποθέματα ζωτικότητος στο ανθρώπινο δυναμικό πάσης προελεύσεως εντός του ελλαδικού χώρου, γι’ αυτόν τον ιστορικό μετασχηματισμό. Ποτέ άλλοτε δεν υπήρχαν τόσο πολλές δυνάμεις, τόση ευφυία, τόση γνώση. Δυστυχώς, έως τώρα, οι δυνάμεις αυτές είναι διάσπαρτες, χωρίς σχέδιο και συνοχή, ασυντόνιστες, απογοητευμένες, ακόμη και αντιμαχόμενες και αλληλοεξουδετερούμενες. Τις τελευταίες δύο περίπου δεκαετίες ήμασταν μάρτυρες μιας πρωτοφανούς σπατάλης ταλέντου, ευφυίας, φρονήματος· περιφρόνησης του μέτρου και της αξίας· αποθέωσης της ανηθικότητας και της αρπαγής. Αγγίξαμε το όριο θραύσεως. Σπάσαμε.

Ο υπουργός Οικονομικών θα βρει τελικά δανειστές, έστω με αιματηρά επιτόκια. Αυτό που δεν μπορεί να βρει κανένας υπουργός, όσο άξιος, είναι ένα συμβόλαιο τιμής για ανακαίνιση της χώρας: αυτό πρέπει να το συνομολογήσουμε και να το εφαρμόσουμε όλοι, παραγωγοί, λειτουργοί, έμποροι, δάσκαλοι, διανοούμενοι. Και να υποχρεώσουμε τους όποιους αιρετούς άρχοντες να ακολουθήσουν και να ηγηθούν, να εμπνευστούν και να εμπνεύσουν.

Ας ξεκινήσουμε από τις ηθικές αρχές, από μια αλλαγή βιοσοφικού παραδείγματος: Να αρκούμαστε στην καλή ζωή, να μην κυνηγάμε την καλύτερη. Το είπε πρόσφατα αυτό ο πρόεδρος της Βολιβίας, ο ινδιάνος Εβο Μοράλες, κι έμεινα ώρα πολλή πάνω σε αυτή την “απλοϊκή” κουβέντα: «Επιχειρούμε να σκεφτούμε άλλους τρόπους για να ζούμε και να ζούμε καλά, όχι να ζούμε καλύτερα. Όχι καλύτερη διαβίωση. Η καλύτερη διαβίωση γίνεται πάντα εις βάρος κάποιου άλλου. Η καλύτερη διαβίωση γίνεται με κόστος την καταστροφή του περιβάλλοντος». Ιδού, ο “αφελής” Ινδιάνος θέτει το πρόβλημα της αιωνίας προόδου, της ατελεύτητης συσσώρευσης, της διαρκούς επιδίωξης κέρδους με κάθε τίμημα.

Το «διαρκώς καλύτερα» σε πλανητική κλίμακα έχει τίμημα τον αφανισμό του περιβάλλοντος, την κλιματική αλλαγή, την απειλή κατά της βόσφαιρας. Σε εθνική κλίμακα, το τίμημα είναι ο υπερδανεισμός και η χρεοκοπία. Σε κοινωνική κλίμακα, το τίμημα είναι η εξαφάνιση της αμοιβαιότητας, της συνοχής, της αλληλεγγύης· η επικράτηση των εγωτιστών και των άπληστων στην κορυφή της τροφικής αλυσίδας.

Η άφρων χλιδοσπατάλη των Ελληναράδων του 21ου αιώνα αποτελεί μια έκφραση της Υβρεως που συμβαίνει σε πλανητική κλίμακα. Η καθήλωση της αγροτικής παραγωγής σε επιζήμιες και περιβαλλοντοκτόνες καλλιέργειες, πλην όμως επιδοτούμενες, είναι μια όψη της Υβρεως. Η διαρκής υποβάθμιση του δημόσιου σχολείου και η σπατάληση των νέων σε ΑΕΙ σημαίας ευκαιρίας και καφετέριες, είναι άλλη όψη. Η εγκληματική παραμέληση του μεταναστευτικού πληθυσμού, τρίτη. Η ρηχή πολιτική και η αρπαχτή στον τουρισμό, η κατάρρευση του ΕΣΥ, οι διαβρωμένες δημόσιες υπηρεσίες, τα ασάρωτα πεζοδρόμια, η οικοδομική αυθαιρεσία, η επιθετικότητα στον καθημερινό βίο, άλλες όψεις έκπτωσης, όψεις παρακμής. Αυτή η γενικευμένη, εσωτερικευμένη Υβρις, η σπατάλη ως πρόοδος, η απληστία ως αξία και αυτοσκοπός, ο παρασιτισμός ως τρόπος επιβίωσης, αυτά συνιστούν τη χρεοκοπία μας. Και αυτά τα χαρακτηριστικά βίου είναι ασύμβατα με κάθε έννοια δημοκρατικής πολιτείας.

«Aς υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει στο μαύρο αδιέξοδο, στην άβυσσο του νου… Aς υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει από εκατό δρόμους τα όρια της σιγής» ― λέει ο Καρυωτάκης. Σε αυτό το όριο βρισκόμαστε τώρα, σε ένα δραματικό μεταίχμιο. Θα αφεθούμε να μας παρασύρει η άβυσσος, αυτή που κατασκευάσαμε; Θα βουλιάξουμε στην ήττα και τη μοιρολατρία; Ή θα βαδίσουμε με θάρρος και παρρησία προς μια καινούργια αρχή; Προς έναν μοντέρνο πατριωτισμό, ένυλο, ρεαλιστικό και υπερβατικό μαζί; Ο χρόνος πιέζει.

(Plan B: μια Ελλάδα μπατίρηδων και ηττημένων· γέροντες, χωροφύλακες και φοροεισπράκτορες καπνίζουν σε καφενεία μελαγχολικά.)

Τα μηνύματα από το διεθνές περιβάλλον δεν είναι πια δυσοίωνα, είναι αγγελτήρια καταστροφής. Ο καθείς για τους σκοπούς του, φανερούς ή υπόδηλους, Ευρωπαίοι εταίροι, γραφειοκρατία των Βρυξελών, τράπεζες, hedge funds, οίκοι αξιολόγησης, διεθνής τύπος, επιτίθενται στην Ελλάδα, ανακοινώνουν ότι ήδη επτώχευσε. Κάποιοι προσδοκούν να κερδίσουν από τη δική μας χρεοκοπία· άλλοι τη φοβούνται διότι θα τους επηρεάσει ή θα τους συμπαρασύρει.

Ολα κατασκευάζουν περιβάλον ήττας. Το θέμα όμως πλέον δεν είναι να περιμένουμε τι θα αποφασίσουν οι αγορές για μας, αλλά τι εμείς αποφασίζουμε ότι μπορούμε να κάνουμε. Το θέμα δεν είναι να κλαιγόμαστε, να οικτίρουμε εαυτούς, να ελεεινολογούμε κυβερνήσεις και να αναλύουμε τις συνωμοσίες των διεθνών κερδοσκόπων. Με οικονομολογία και πολιτικολογία καφενείου δεν πρόκειται ποτέ να βγούμε από το τούνελ· το πιθανότερο είναι ότι θα ταφούμε αδρανείς.

Το θέμα τώρα είναι ο χρόνος· πώς εκμεταλλευόμαστε δημιουργικά τον χρόνο, ως κοινωνία. Πώς συνερχόμαστε άμεσα από το σοκ, πώς αποτινάζουμε την παγωνιά του φόβου, και επιστρατεύουμε ψυχρή και ταχεία διάνοια για να βρούμε τον μίτο που θα μας βγάλει από τον λαβύρινθο. Αλλους.

Η παρούσα κρίση, η σφοδρότερη ίσως από τη μεταπολίτευση, δεν είναι μόνο οικονομική, είναι και πολιτική και ηθική. Τελειώνει ένα μοντέλο οργάνωσης του δημόσιου βίου, ένας τρόπος διαβίωσης. Κατά τούτο, η κρίση είναι ιστορική ευκαιρία. Και πρόκληση: Να αναδείξουμε επιτέλους τις διαφημιζόμενες αρετές μας ― ταχύτητα στις αποφάσεις, ανάληψη ρίσκων, εφευρετικότητα, ικανότητα αλλαγών, μαχητικότητα, αντιστασιακό πνεύμα. Ακριβώς με αυτό το εφευρετικό και αντιστασιακό πνεύμα του επιβιωτή, του ιστορικού ανθρώπου, αυτό που επισημαίνουν στοχαστές όπως ο Νίκος Σβορώνος, αυτό για το οποίο καυχιόμαστε, με αυτό το πνεύμα καλούμαστε σήμερα να αντιμετωπίσουμε τις αγορές, μα κυρίως τους εαυτούς μας, τα πανθομολογούμενα ελαττώματα που έφεραν την κοινωνία μας στο χείλος της κατάρρευσης. Αν μπορούμε. Το στοίχημα σήμερα, επί του χείλους, είναι να επινοήσουμε τους εαυτούς μας και την κοινωνία μας αλλιώς. Η παλαιά Ελλάδα χρεοκόπησε.


Ενα κείμενο σφραγίζει την Ελλάδα του 2010: οι εκθέσεις των διεθνών οίκων αξιολόγησης, που υποβαθμίζουν διαρκώς την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας, και τα δηλητηριώδη άρθρα των έγκυρων ξένων εφημερίδων. Πολλά κείμενα, γραμμένα σε άλλο ύφος το καθένα, αλλά ένα κείμενο ουσιαστικά, με ένα σκοπό: να δείξει πώς οι αγορές βδελύσσονται την απείθαρχη, υπερχρεωμένη Ελλάδα, και πώς θα τη βυθίσουν στην πτώχευση αν δεν συμμορφωθεί στους κανόνες της αγοράς.

Αναμφίβολα, το ελληνικό κράτος είναι υπερχρεωμένο, αναποτελεσματικό, αναξιόπιστο, διεφθαρμένο. Οι αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας είναι δομικές, και είναι χρόνιες. Και η ελληνική κοινωνία, με διάφορους τρόπους, ιστορικά και πολιτικά ερμηνεύσιμους, έμαθε να ζει με δανεικά, εν χλιδή και αμεριμνησία, ανεχόμενη τη μεγάλη διαφθορά για να απολαμβάνει τη δική της μικροδιαφθορά και μικροανομία, χωρίς στέρεο παραγωγικό ιστό, σε στενή εξάρτηση από το κράτος.

Ωστόσο η ωμότητα με την οποία επιτίθενται στην Ελλάδα οι ξένοι αναλυτές, οι χρηματοπιστωτικοί οίκοι, ου μην αλλά και οι αξιωματούχοι των Βρυξελών, δεν συναρτάται μόνο με την πράγματι άθλια δημοσιονομικά κατάσταση της χώρας. Η Ελλάδα τυχαίνει στην παρούσα συγκυρία να είναι ο πιο αδύναμος κρίκος, ο πιο ανυπεράσπιστος, από μια σειρά χωρών που επτώχευσαν ή ναυάγησαν ή κακόπαθαν, ή πρόκειται σύντομα να βρεθούν σε παρόμοια θέση. Τα ελλείμματα και το χρέος δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο. Οι χώρες της Βαλτικής, η Ισλανδία, η Ιρλανδία, η Ουγγαρία προηγήθηκαν. Η Πορτογαλία ακολουθεί αμέσως μετά την Ελλάδα. Και έπονται άλλες χώρες, μεγάλες, όπως η Ιταλία και η Ισπανία.

Το bullying, o τραμπουκισμός, εις βάρος της Ελλάδας, έχει παραδειγματικό, προληπτικό χαρακτήρα. Oι Ευρωπαίοι εταίροι «τραμπουκίζουν» διότι είναι χώρα της ζώνης του ευρώ, η οποία με την αδυναμία της απειλεί το Σύμφωνο Σταθερότητας και το ίδιο το ευρώ· η διάσωσή της θα δημιουργούσε κακό προηγούμενο. Οι εταίροι μας έχουν κάποιες βάσιμες δικαιολογίες για τη σκαιά συμπεριφορά τους: η Ελλάδα έχει συνυπογράψει τις ευρωπαϊκές συνθήκες και έχει εισπράξει πολλά χρήματα από τα κοινοτικά ταμεία.

Το bullying των οίκων αξιολόγησης, των ξένων εφημερίδων και των χρηματοπιστωτικών οίκων ποιες δικαιολογίες έχει; Καμία, Ή μάλλον, μία: την κερδοσκοπία. Οι οίκοι που υποβαθμίζουν τις χώρες είναι οι ίδιοι που αναβάθμιζαν τακτικά και με ζήλο τα μεγάλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που παρήγαγαν τοξικά προϊόντα και δημιούργησαν τη διεθνή οικονομική κρίση. Αυτοί οι οίκοι και τα ειδικά μήντια λειτουργούν κατ’ ουσίαν σαν σύμβουλοι και λομπίστες των funds και των κερδοσκόπων. Υπέστησαν μείζονα ηθική ήττα με τη φούσκα των τοξικών, αλλά φαίνεται ότι οι πολιτικές ηγεσίες των κρατών, που τους έσωσαν διοχετεύοντας κρατικό χρήμα, δεν έχουν το ηθικό ανάστημα και τη δύναμη να τους επιβληθούν, ακόμη και μετά την τόσο εμφανή συντριβή τους. Αυτοί οι «ηττημένοι» προβάλλουν τώρα σαν τιμητές· ορίζουν το κόστος δανεισμού στις χώρες με ελλείμματα και χρέη, και εμμέσως υπαγορεύουν σε κυβερνήσεις και ευρωπαϊκή ηγεσία πώς να φερθούν, πώς να παγώσουν μισθούς και κράτος πρόνοιας, πώς να πιέσουν τις κοινωνίες.

Οι αγορές υπαγορεύουν πολιτική. Και οι πολιτικοί υπακούουν· διότι είναι ήδη ένοχοι κακαδιαχείρισης, διότι έχουν υποταχθεί στις αγορές, διότι ουσιαστικά δεν προασπίζονται τα συμφέροντα των κοινωνιών τους, αλλά τα δικά τους ατομικά τους συμφέροντα και των οικονομικών πατρώνων τους.

Η Ελλάδα είναι προβληματική, σίγουρα. Αλλά δεν είναι φταίει μόνο αυτή για τα σημερινά αδιέξοδα μιας Ευρώπης αγκυλωμένης στο προ πολλού παραβιασθέν Σύμφωνο Σταθερότητας του Μάαστριχτ, που υπερασπίζεται το σκληρό νόμισμα και τη δημοσιονομική πειθαρχία, παραμελώντας ολοσχερώς και συνειδητά την κοινωνική συνοχή, την αλληλλεγγύη μεταξύ εταίρων, την ανάπτυξη του κοινού ευρωπαίκού χώρου. Η αυστηρή Γερμανία, λ.χ., που επιπλήττει σήμερα την υπερχρεωμένη Ελλάδα, ωφελήθηκε από τη θερμή κατανάλωση των Ελλήνων και τον άφρονα δανεισμό τους.

Το πρόβλημα της Ελλάδας και του μεσογειακού Νότου, είναι πρόβλημα του κοινού ευρωπαϊκού χώρου, είναι πρόβλημα πολιτικό. Κατά τούτο, απαιτεί λύσεις πολιτικές, με ιστορική προοπτική, με μέριμνα για τους ανθρώπους, όχι για τις αγορές. Οι κοινωνίες δεν πειθαρχούν με τραμπουκισμούς· η απειλή της εξαχρείωσης μπορεί να οδηγήσει σε κοινωνικές εκρήξεις με απρόβλεπτες διαστάσεις στον κοινό ευρωπαϊκό χώρο. Κι όταν οι φλόγες θα τυλίγουν τους δρόμους, οι αγορές θα τζογάρουν στην καταστροφή.

φωτ.: Ελισάβετ Μωράκη

buzz it!


Η ζωή ακολουθεί την τέχνη. Αν δεχτούμε ότι η ταινία Avatar είναι έργο τέχνης ― και γιατί να μην το δεχτούμε;― τότε αυτή η ταινία μπορεί να επηρεάσει την πολιτική συνείδηση των μαζών που τη βλέπουν με 3D γυαλιά πολύ πιο βαθιά και αποτελεσματικά από οποιοδήποτε βιβλίο, έντυπο μέσο ή προπαγάνδα άλλης συμβατικής μορφής.

Το οικολογικό, βιοσοφικό και αντιμιλιταριστικό πακετάρισμα της υπερπαραγωγής του Τζ. Κάμερον, όσο αφελές ή προφανές κι αν φαίνεται, είναι σε θέση να διαμορφώσει μια νέα στάση απέναντι στα μείζονα πλανητικά προβλήματα, και μάλιστα σε μια συγκυρία κατά την οποία τα ισχυρότερα κράτη δείχνουν να περιφρονούν τις ανησυχίες της παγκόσμιας κοινής γνώμης για την υπερθέρμανση και τις κλιματικές αλλαγές: Το Avatar συμπίπτει με την αποτυχία της Συνόδου της Κοπεγχάγης.

Δηλαδή, μια ποπ υπερπαραγωγή, διασταύρωση παραμυθιού, επιστημονικής φαντασίας, δράσης, και role playing game, μπορεί να πετύχει εκεί που αποτυγχάνουν οι πολιτικοί και οι ακτιβιστές. Αυτή είναι η ιδιαίτερη δύναμη της ποπ, από την έκρηξή της στη δεκαετία του ’60, έως τις πρόσφατες μεγάλες μυθικές αφηγήσεις, όπως ο Αρχοντας των Δαχτυλιδιών και το Matrix.

Το Avatar είναι συμπίλημα πολλών παραμυθιών και πολλών μοτίβων της ποπ κουλτούρας. Ο σεναριακός πυρήνας, η συνάντηση του εισβολέα λευκού με την ευγενή “άγρια” ιθαγενή, προέρχεται ατόφια από το μυθολογούμενο ρομάντσο της Ινδιάνας πριγκίπισσας Ποκαχόντας με τον λευκό άποικο Τζων Σμιθ ― που έδωσε αφορμή για βιβλία και ταινίες. Το περιβάλλον, το κόνσεπτ και πολλά μοτίβα του Αβαταρ, είνα παρμένα από προηγούμενα έργα επιστημονικής φαντασίας. Λ.χ. το σμίξιμο των αισθητήρων των εξωγήινων ανθρωποειδών Nαβί με τα ζώα τους, με το δέντρο των προσευχών και μεταξύ τους, έχει περιγραφεί πιο σκοτεινά και δυσοίωνα από τον Ντ. Κρόνεμπεργκ στο φιλμ Existenz, όπου οι άνθρωποι καλωδιώνονται τεχνοβιολογικά με συσκευές ονείρων και γκέιμς σε ένα πλατωνικό σύμπαν προβολών και ειδώλων. Οι επάλληλοι, ασύμπτωτοι κόσμοι του Matrix είναι επίσης παρόντες στο Αβαταρ, όπως και απόηχοι από το Solaris των Στάνισλαβ Λεμ και Ταρκόφσκι· η μάχη του κακού με το καλό, του σκότους με το φως, οι παράλληλες ανθρωπολογίες και οι γλώσσες όπως στον Αρχοντα των Δαχτυλιδιών, στον Πλανήτη των Πιθήκων, στο Star Wars, κ.λπ.

Δραματουργικά και αισθητικά το Αβαταρ δεν φτάνει, ούτε καν πλησιάζει, δημιουργίες όπως το Solaris, το Blade Runner, o Αρχοντας των Δαχτυλιδιών. Προφανώς: ο συγγραφέας Κάμερον δεν είναι Λεμ, Φίλιπ Ντικ, Τόλκιεν, και ο σκηνοθέτης Κάμερον δεν είναι Κιούμπρικ ή Ταρκόφσκι. Ωστόσο, είναι ικανότατος παραγωγός ποπ εικονοποϊας, κι επίσης αφοσιωμένος κήρυκας ενός ιδιοσυγκρασιακού New Age οράματος, όπως φάνηκε στην «Αβυσσο».

Κι έτσι το Αβαταρ, ερανιζόμενο και σαμπλάροντας κάθε πτυχή της επικής ποπ, των υπερβατικών ενοράσεων, της οικολογικής ρομαντικής αφήγησης, των διεπιστημονικών συνθέσεων, από την υπόθεση Γαία του Τζ. Λάβλοκ έως τη Νοόσφαιρα του Τεγιάρ ντε Σαρντέν, κατορθώνει μια προπαγάνδα εύληπτη, και γι’ αυτό λυσιτελή. Οι άνθρωποι δεν είναι άξιοι της ανθρωπινότητάς τους· είναι άπληστοι, μοχθηροί, αυτοκαταστροφικοί, πονηροί, υβριστικοί. [Παρομοίως περιγράφεται η ανθρώπινη κατάσταση στα πρόσφατα φιλμ District 9, Children of men, και στο παλαιότερο 12 Monkees.]
Αυτή η περιγραφή βρίσκεται κοντά στον πυρήνα της ρομαντικής οικολογίας και του ελευθεριακού ουτοπικού στοχασμού, από τον Ζαν Ζακ Ρουσσώ έως τον Φουριέ και τον Θορώ. Τα πλάσματα του πλανήτη Πανδώρα (οι Αλλοι) φέρουν την ελπίδα μετά την καταστροφή, επαναφέρουν τον εκπεσόντα άνθρωπο στην πρωταρχική κατάσταση της Χάρης, της ένωσης με το απέραντο δίκτυο της βιόσφαιρας και της νοόσφαιρας.

Φτιαγμένο με τον τρόπο του ποπ έπους και των παραισθητικών βίντεο γκέιμ, το Αβαταρ εκτός από οικολογικό κήρυγμα είναι, με τον τρόπο του, και σκληρά αντιμιλιταριστικό και αντιαμερικανικό. Καθρεφτίζει την ανησυχία των Αμερικανών πολιτών για τους συνεχιζόμενους πολέμους των ΗΠΑ σε μακρινά, “άλλα” εδάφη, με λεία ένα πολύτιμο ορυκτό· καθρεφτίζει την ανησυχία των Αμερικανών για την εικόνα τους στον κόσμο των άλλων, για την αυτοεκτίμησή τους.

Και, υπό αναλογία, μπορεί να έχει την προφητική επίδραση της ταινίας “Το σύνδρομο της Κίνας” το 1979 για τον κίνδυνο χρήσης πυρηνικών αντιδραστήρων: η ταινία προβλήθηκε 12 ημέρες πριν από το ιστορικό ατύχημα στον αντιδραστήρα του Three Mile Island στην Πενσυλβάνια.

Κατήφεια επικρατεί στην κοινωνία μετά την ανάπαυλα των εορτών, με την αγορά παγωμένη και συρρικνούμενη, με τα νοικοκυριά σφιγμένα και φοβισμένα. Αυτή η κατήφεια, η διάχυτη και βαθιά δυσθυμία, αποτελεί πια δομικό χαρακτηριστικό της ελληνικής κοινωνίας, εμφανές τουλάχιστον από το καλοκαίρι του 2007.

Η δημοσιονομική κρίση, η πίεση των αγορών και οι απειλές πτώχευσης, είναι πιθανόν να μετατρέψουν τη δυσθυμία σε ηττοπάθεια. Και η ηττοπάθεια οδηγεί σε παράλυση. Η κυβέρνηση, με τον βρόχο των αγορών στο λαιμό της και υπό την αφόρητη πίεση των Ευρωπαίων εταίρων, αδυνατεί να παράγει πολιτική άλλη από την πολιτική της συμμόρφωσης στα μέτρα δημοσιονομικής πειθαρχίας που της υπαγορεύουν. Ο περιορισμός του ελλείμματος και η διαχείριση του χρέους είναι ασφαλώς σοβαρά μελήματα. Αλλά δεν είναι τα μόνα, ούτε καν τα κυρίαρχα, στην παρούσα συγκυρία.

Η πολιτική ηγεσία οφείλει πρωτίστως να συλλαμβάνει το κοινό αίσθημα, να καταγράφει καταλεπτώς την πραγματικότητα, να υπερασπίζεται την κοινωνική συνοχή και να εξασφαλίζει ένα δίκαιο και βιώσιμο σχέδιο ανάπτυξης. Διαθέτει η παρούσα ηγεσία αυτά τα εκ των ουκ άνευ στοιχεία; Το τριετές Πρόγραμμα Σταθερότητας που παρουσίασε η κυβέρνηση προβλέπει περικοπές δαπανών και πρόσθετους φόρους, με κύριο σκοπό να εξευμενίσει τις Βρυξέλες, αφενός, και να μαλακώσει τις αγορές εν όψει δανεισμού, αφετέρου.

Πού είναι η ανάπτυξη σε αυτό τον σχεδιασμό; Πού είναι το φως; Η έξοδος του τούνελ; Σε τι έχει να ελπίζει η μικρομεσαία Ελλάδα μετά τις τριετείς θυσίες; Πώς θα ανακάμψει ο γονατισμένος μικροεπιχειρηματίας, ο απειλούμενος με ανεργία 50χρονος ιδιωτικός υπάλληλος, ο ακαθοδήγητος αγρότης; Σε ποιες παραγωγικές δομές θα ενταχθούν οι εκατοντάδες χιλιάδες φοιτητές, παρακαρισμένοι τώρα σε αμφιβόλου ποιότητος ΑΕΙ; Ποια στρατηγική υπάρχει για τον τουρισμό, τις καλλιέργειες, τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, τις καινοτομικές πρωτοβουλίες;

Τίποτε δεν ακούμε γι΄αυτά. Τίποτε συγκεκριμένο. Μόνο αερολογίες περί “πράσινης ανάπτυξης” από τη μια, και βάναυση επαναφορά στο ολέθριο “εθνικό έργο” της εκτροπής του Αχελώου, από την άλλη.

Οι συνοδοί της Ολυμπιακής αγουροξυπνημένες γιορτιάτικα, πρόθυμες και θετικές στη δουλειά. Μέτριος ο καφές στο κυλικείο αλλά με χαμόγελα και ευχές στους λιγοστούς πρωινούς επιβάτες. Το νησιωτικό αεροδρόμιο λειτουργεί στην εντέλεια, α λα μανιέρα γκρέκα: φιλικο-οικογενειακά, νοικοκυριστίκα. Aς πούμε: καθυστερούμε τις αποσκευές, η συνοδός μάς ενημερώνει προσωπικά ότι τις πήραν, μας τις δείχνει από την τζαμαρία. Την ευχαριστούμε. Και τα λοιπά, και τα λοιπά όλα σε αυτή τη μανιέρα γκρέκα: ταχύτητα, απλότητα, νεανικότητα, οικειότητα, ολίγος αυτοσχεδιασμός, έλλειψη πρωτοκόλλου. Pas mal…

Το νησί ακτινοβόλο και καταπράσινο, διαυγής ορίζοντας γύρω τρυγύρω, θάλασσα, οι γείτονες νήσοι παραστέκουν ήσυχα, είσαι μόνος και συντροφεμένος. Κλίμακες υπόκωφες, συγκινητικές. Να η Δήλος μακρόστενη και χαμηλή, η Ρήνεια στα δύο με μια γλώσσότσα γης ενωμένη, σκόρπιες αγροικίες, η Τήνος ορεινή φίλη, η Σύρος, οι θαλασσινοί δρόμοι, το θαύμα των Κυκλάδων, ανθεκτικό στις βαριές χρήσεις, στην κατάχρηση, στον καιρό.
Ετσι κι η πόλη. Ξεκίνησαν βαριές οι γιορτές, με κατήφεια και απαισιοδοξία. Σε μερικά καφενεία απλωνόταν μουρμουρητό γκρίνιας, αλλά και ανακουφιστικά καλαμπούρια, αλεξίκακα, εχλεύαζαν το σπρεντ.

Οσο μπαίναμε στις γιορτές, η ατμόσφαιρα άλλαζε. Στο γύρισμα της Πρωτοχρονιάς, η πόλη μεταμορφώθηκε, όλοι ξεχύθηκαν στους δρόμους, από ποτήρι σε ποτήρι, νεαροί ακαταμάχητοι, έφηβοι σίφουνες, οι δρόμοι ηλεκτρίστηκαν, όλοι εφήβεψαν τούτη τη νύχτα την πιο μακριά απ’ όλες, και την τράβηξαν ως τον άλλο χρόνο. Εξάρχεια, Γκάζι, Ψυρρή, Θησείο, Κολωνάκι, Μετς, Χαυτεία και Παγκράτι, λόφοι και λεωφόροι, κατελήφθησαν από διψασμένα ελληνόπουλα, χωρίς μαυρίλα για το αύριο, που ήθελαν να ρουφήξουν το εδώ και το τώρα.

Τα καφενεία όλα λαμπρά, κι οι φίλοι μου ξεκαρδισμένοι… Από την παραμονή της Πρωτοχρονιά ήδη ο βόμβος άλλαξε τόνο, η γκρίνια διαλύθηκε. Η ανοιξιάτικη λιακάδα εφαίδρυνε και τον πιο γρουζούζη. Ο Επιφάνιος από τον Μυλοπόταμο μου ‘στειλε μία μόνο ευχή, ελιξήριο για κρίσεις και φόβους: Αγάπα τον πλησίον σου ως εαυτόν. Κοιτούσα το γράμμα, πλάι στον φρεσκοκομμένο κατάλογο των εκδ. Στιγμή· το βιβλιάριο ήταν ανοιγμένο σ’ ένα ποίημα του Αρθούρου Ρεμπώ, μιλούσε κι αυτός, ο έφηβος, γι’ αγάπη:

Θα φύγω μες στου θέρους τα γαλάζια βράδια,
θα με τσιμπούν τα στάχυα, χόρτα θα πατώ
ονειροπόλος μες στα δροσερά λειβάδια,
θα λούζει ο αέρας το κεφάλι μου γυμνό.

Δεν θα μιλώ και δεν θα σκέφτομαι, μα ώς πάνω
άπειρη η αγάπη θ΄ανεβαίνει στην ψυχή μου·
στη Φύση θα τραβώ μακριά, σαν τον τσιγγάνο,
μακάριος, μια γυναίκα σαν να είχα μαζί μου.

(“Αίσθηση”, μετ.: Μαρία Υψηλάντη)

Από διαφορετικές μεριές λοιπόν, από φίλους, οικείους, γνωριμίες, τηλεφωνήματα, χαρτιά και βιβλία, από τη ρέουσα φαντασμαγορία της πόλης, από τους κραδασμούς της νιότης στα πεζοδρόμια, από τις φωτοχυσίες των παλλόμενων μπαλκονιών και τις μουσικές των τσουγκρισμάτων, όλα τα καλέσματα, τα σημεία, τα φανερώματα και οι νύξεις, μας οδηγούν στους δρόμους της καρδιάς, στη βαθιά ζωή των αισθημάτων, στην απλή καρδιά. Τόσο ριζοσπαστικά: σαν την απλή καρδιά της φλωμπερικής Φελισιτέ, που σβήνει μόνη, μες στην ανυπόκριτη αγάπη της για τον κόσμο, τόσο μόνη και τόσο πλήρης, τόσο ταπεινή και τόσο υπέροχη, μια απλή καρδιά που τους περιέχει όλους.

Λέγαμε για γκρίνια, απαισιοδοξία, έλλειψη αυτοπεποίθησης, ροπή προς τη χαμέρπεια· τέτοια λέγαμε πριν τις γιορτές. Δεν άλλαξαν οι αντικειμενικοί όροι, φυσικά· εδώ είναι. Αλλαξαν όμως προσώρας οι υποκειμενικοί όροι, κι αυτό αρκεί για να αλλάξουμε εμείς ως προς τον κόσμο, και να αλλάξουμε τον κόσμο.

Ο χρόνος της εορτής, πυκνός, έμφορτος συμβολισμών, καθώς εξέπνεε μάς έσυρε σαν ζόμπι στις αγορές για δώρα και ψώνια τελετουργικά, κι ύστερα ενόσω τα ρολά κατέβαιναν και τα ταξί λιγόστευαν, γύρω από τραπέζια και εστίες, αναδύθηκε νικητήριο νέο πνεύμα, μια λάμψη, μια υπενθύμιση: ο βαθύς χρόνος, ο χρόνος πριν τον χρόνο, και μαζί η δυνατότητα να αποκαταστήσουμε τον κόσμο, να τον διορθώσουμε και να τον επαναφέρουμε, όχι μόνο παλαιό αλλά και ριζικά καινούργιο, ωραίο και τρομερό. Σαν το Tikkun olam της Καμπάλα, μεσσιανικό και βαθιά επαναστατικό.

Η φύση, η πόλη, η αγάπη, ο χρόνος, ο κόσμος. Η διαρκής δυνατότητα αποκατάστασης.

φωτ.: Νίκος Πηλός, 20.12.2008

buzz it!

Η νομοθετική πρωτοβουλία της κυβέρνησης για χορήγηση ελληνικής ιθαγένειας σε αλλοδαπούς, νομίμως κατοικούντες ή και παρανόμως εισελθόντες, πυροδοτεί θερμές συζητήσεις, και όχι μόνο στο opengov.gr. Προφανώς: με άγνωστο αριθμό νομίμων, ημινομίμων και παρανόμων μεταναστών, με καθημερινές αφίξεις βασανισμένων ανθρώπων χωρίς διαβατήρια από χώρες σε ανθρωπιστική κρίση ή απλώς σε πολιτική-οικονομική κρίση, με πτώματα μεταναστών στις ακτές, με την Ελλάδα να έχει μετατραπεί για τους απεγνωσμένους του Τρίτου Κόσμου σε δραματικό τράνζιτ και καθαρτήριο, με τη χώρα πιασμένη στη μέγγενη της οικονομικής δυσπραγίας και με τον πληθυσμό ανήσυχο ή και έμφοβο, η συζήτηση για έναν μείζονα ιστορικό μετασχηματισμό, τέτοιο που η Ελλάδα έχει να ζήσει από την εποχή του 1912-22, ασφαλώς θα είναι θερμή.

Η συζήτηση ας είναι θερμή. Οι νομοθετικές πράξεις όμως πρέπει να εξελιχθούν με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ψυχραιμία και αίσθηση των ιστορικών μεγεθών· όχι με βολονταρισμό, ιδεολογήματα και ανθρωπιστικές κορώνες άνευ περιεχομένου. Μια κοινωνία στριμωγμένη οικονομικά, απειλούμενη στην αγορά εργασίας, εύκολα μπορεί να στραφεί εναντίον κάθε μεταρρύθμισης, ακόμη και της πιο ορθολογιστικής και ωφέλιμης, εφόσον η ανασφάλειά και η οργή παροχετευτούν εκεί, στον Ξένο.

Μετά την αφαίμαξη των αλλοδαπών εργατών για την ένταξη στην ΟΝΕ και τις ολυμπιακές υποδομές, το λιμνάζον δυναμικό ανταγωνίζεται τις εγχώριες κατώτερες τάξεις στην αγορά εργασία και συμπιέζει τους μισθούς. Οι μικρομεσαίοι επιχειρηματίες αντιμετωπίζουν σκοτεινό μέλλον, το ασφαλιστικό σύστημα τελεί υπό κατάρρευση, τα δημόσια σχολεία και νοσοκομεία είναι εξουθενωμένα εξαιτίας και της πίεσης που ασκούν (ένα, ενάμισι εκατομμύριο;) οι μετανάστες, η νεολαία πορεύεται ήδη με χαμηλωμένες προσδοκίες και υψηλή οργή.

Αυτή η πολύμορφα πιεζόμενη κοινωνία πρέπει να πεισθεί ότι η “ελληνοποίηση” θα διεξαχθεί με μακροχρόνιες προβλέψεις και αυστηρούς κανόνες. Και ότι θα ωφεληθεί ουσιαστικά: ηθικά, ψυχολογικά, δημογραφικά, οικονομικά. Η διαδικασία ενσωμάτωσης μεγάλου πλήθους ετερόδοξων, από πολύ διαφορετικά πολιτισμικά συγκείμενα, σε μια χώρα έως πρόσφατα ομοιογενή πολιτισμικά, είναι λεπτή, μακρά και επίπονη. Η μαζική απόδοση ιθαγένειας είναι δημογραφικός και ιστορικός μετασχηματισμός, δεν είναι δράση για ερασιτέχνες μη κυβερνητικών οργανώσεων.

Στο τέλος του 19ου αιώνα, ένας ιδιοφυής συγγραφέας ανατέμνει την ανώτερη τάξη της εποχής του. Μέσα από το βλέμμα ενός καλλιτέχνη, ενός αμερόληπτου ντεκλασέ, ο Χένρι Τζέιμς περιγράφει δύο ανθρώπους της ανώτερης τάξης. Ενα ζευγάρι ξεπεσμένων μεγαλοαστών αναζητεί απασχόληση και ένα πενιχρό έσοδο με το να ποζάρει για έναν επαγγελματία ζωγράφο-εικονογράφο. Η μοναδικότητα της προσφοράς τους έγκειται στο ότι προσφέρονται να ποζάρουν ως οι εαυτοί τους, ως αυθεντικοί αργόσχολοι μεγαλοαστοί.

Η αυθεντικότητα είναι η αξία τους, αλλά και η αδυναμία τους. Ο ζωγράφος πέφτει σε αμηχανία· το παράστημά τους, οι τρόποι τους, είναι πράγματι μοναδικά κομψοί, αυθεντικοί, μα δεν μπορεί να τους στήσει, να τους πλάσει· δεν μπορούν να παραστήσουν κάτι άλλο από αυτό που είναι.

Τι είναι αυτοί οι μαραμένοι μεγαλοαστοί, ο πρώην ταγματάρχης και η σύζυγός του; Ο Χένρι Τζέιμς, περιγράφει έτσι, σκληρά και αποκαλυπτικά, το ξεπεσμένο ζευγάρι των αργόσχολων Μόναρκ στο διήγημα “Το αυθεντικό” του 1892: «Είκοσι χρόνια επισκέψεων σε επαύλεις είχαν προσδώσει στα ανέκφραστα πρόσωπά τους ευχάριστους τόνους βαθιάς πνευματικής απάθειας» (μετ. Α. Πέρης, εκδ. Κίχλη).

Ανέκφραστα πρόσωπα, πνευματική απάθεια… Δυο πινελιές του Χένρι Τζέιμς. Λίγο καιρό νωρίτερα, σημειώνει στο ημερολόγιό του την ιδέα αυτού του διηγήματος: «Η μικρή τραγωδία δύο ευπαρουσίαστων μελών της υψηλής κοινωνίας, που σε όλη τους τη ζωή υπήρξαν ανόητοι και καλοντυμένοι, ενώ περνούσαν τις μέρες τους, έχοντας στη διάθεσή τους ένα σταθερό εισόδημα, σε εξοχικές αγροικίες, λουτροπόλεις και ιδιωτικές λέσχες, όπως συμβαίνει στην Αγγλία με πολλά άλλα δείγματα της τάξης τους, και οι οποίοι τώρα ήταν παντελώς ανίκανοι να κάνουν οτιδήποτε, στερούμενοι ευφυίας και χωρίς γνώσεις και δεξιότητες ώστε να είναι σε θέση να βγάλουν το ψωμί τους ― εκτός βέβαια από το να επιδεικνύονται με αδέξιο τρόπο, ζώα καθώς ήταν καλοβαλμένα, κενά, καθώς πρέπει· ήλπιζαν ότι όντας έτσι, απλώς με το να υπάρχουν, θα κατόρθωναν να κερδίσουν κάποια χρήματα».

Δεν μπορώ να μην σκεφτώ ότι επτά χρόνια αργότερα, ο Θόρσταϊν Βέμπλεν δημοσίευσε την “Αργόσχολη τάξη” (1899), θεμελιακό έργο για την αμερικανική κοινωνιολογία, στην οποία υπό άλλο πρίσμα και άλλη μέθοδο, έλεγε τα ίδια με τον Χένρι Τζέιμς, εκτεταμένα και αναλυτικά. Εκεί, περιγράφοντας την περίφημη Leisure Class, ο Βέμπλεν προοικονομεί τη συμπεριφορά, το ήθος και την νομή εξουσίας των κυρίαρχων στον καπιταλιστικό 20ό αιώνα. Μιλά για την επιδεικτική, την περίοπτη κατανάλωση, αυτή που τελείται για λόγους γοήτρου και κύρους, για κοινωνική διαφοροποίηση των κυρίαρχων από τους κυριαρχούμενους, των κατεχόντων από τους μη κατέχοντες· για την επιβολή του “αργόσχολου” ήθους ως κυρίαρχου και μιμούμενου ήθους· για την αυταρχική εξουσία που θα ασκούν στο μέλλον οι επιδειξίες αργόσχολοι, στρατοκράτες και τεχνοκράτες. Δηλαδή, εν πολλοίς ο κόσμος μας και σήμερα, στον 21ο αιώνα.

Η καυστική και προφητική ανάλυση του Βέμπλεν βρήκε λαμπρά συμπληρώματα από στοχαστές όπως ο συγκαιρινός του Γκέοργκ Ζίμμελ (κοινωνιολογία του χρήματος, του στυλ, του γούστου, της μητρόπολης) και ο σύγχρονος μας Πιερ Μπουρντιέ (διάκριση, πολιτισμικό κεφάλαιο, συγκρότηση ιεραρχίας). Ωστόσο διαβάζοντας το σύντομο διήγημα του Χ. Τζέιμς, δεν μπορούμε παρά να θυμηθούμε πώς η τέχνη συχνά προηγείται της θεωρίας. Τα μοτίβα των Βέμπλεν και Ζίμμελ, λ.χ., εμφανίζονται στην οξεία πρόζα του Μπαλζάκ, του Φλωμπέρ, του Τζέιμς, κι αργότερα, στην ακμή της αργόσχολης τάξης, στην λυγερή πρόζα του Σκοτ Φιτζέραλντ και στις ειρωνικές ελεγείες του Ρέιμοντ Τσάντλερ, στις ταινίες του Λουί Μπουνιουέλ και του Ρόμπερτ Αλτμαν, μεταξύ άλλων.

Και τι μας λέει το “Αυθεντικό” του Χένρι Τζέιμς, τα μαραμένα ανέκφραστα πρόσωπα των Μόναρκ, για το σήμερα; Μα περιγράφει καταλεπτώς την παρούσα τάξη των αργόσχολων και κυρίαρχων, ό,τι αναπαράγουν καθημερινώς τα πρωινάδικα και τα μεσημεριανάδικα, τα σίριαλ, οι ειδήσεις, τα κοσμικά περιοδικών και εφημερίδων που αποθεώνουν το Παλαιό και το Νέο και το Μαύρο Χρήμα, τα μώλ, το κορυβαντιών crowd των μαγαζιών της μόδας, τα κολλαγονούχα πρόσωπα στα καφέ της Πλατείας. Ολα όσα ορίζουν το γούστο των κυρίαρχων αργόσχολων: κενότητα, πλήξη, βλακεία, ανικανότητα, επιδεικτική κατανάλωση. Ο,τι βλέπουμε αχόρταγα στις γιγαντοοθόνες: ευχάριστους τόνους βαθιάς πνευματικής απάθειας…

buzz it!

Shake your hair girl with your ponytail
Takes me right back (when you were young)
Throw your precious gifts into the air
Watch them fall down (when you were young)
Lift up your feet and put them on the ground
You used to walk upon (when you were young)
Lift up your feet and put them on the ground
The hills were higher (when we were young)
Lift up your feet and put them on the ground
The trees were taller (when you were young)
Lift up your feet and put them on the ground
The grass was greener (when you were young)
Lift up your feet and put them on the ground
You used to walk upon (when you were young)

Roxy Music, 1972

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

Twitting

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 989,804 hits
Αρέσει σε %d bloggers: