Τρεις διαδοχικές βραδιές, με τρία διαφορετικά σύνολα ανθρώπων. Διαφορετικών ηλικιών, μόρφωσης και κοινωνικής θέσης, με διαφορετικές προσδοκίες, άλλες πολιτικές πεποιθήσεις. Ολα διαφορετικά. Μόνα κοινά, η ανησυχία και η έγνοια: Πού βαδίζομε; Ποιοι είμαστε;

Παραδόξως, νέοι και ηλικιωμένοι συμφωνούν ότι πρέπει να το ξαναδούμε ― το θέμα του ελληνικού βίου, εννοώ. Δεν πάει άλλο έτσι, σε αυτό συμφωνούν οι περισσότεροι. Ολοι βολεμένοι είναι, λίγο-πολύ, όλοι κολυμπούν σε αυτήν την απέραντη ελλαδική αμεριμνησία, πορεύονται με όλες τις ευκολίες και τα δανεικά που βρέθηκαν στο δρόμο τους. Μα τωρα όλοι αναρωτιούνται ανήσυχοι: Τι παράγουμε, ρε παιδιά;

Δεν ισχύει ή ιδια εκπληξη για όλους· μερικοί είναι γειωμένοι στην πραγματική ζωή, συναλλάσσονται με πολλούς, έχουν οξεία αίσθηση του πραγματικού· αυτοί τυχαίνει να είναι και οι λιγότεροι φοβισμένοι. Ολοι ωστόσο επανέρχονται: Να ξαναδούμε πώς πορευόμαστε, με ποιο σχέδιο.

Αναπόφευκτα, μια τέτοια συζήτηση περιλαμβάνει την κυβέρνηση. Ολοι θα ήθελαν να διαγνώσουν ότι η κυβέρνηση έχει κάποιο σχέδιο ― ορθό, στρεβλό, μακρόπνοο, βραχύ, επιθετικό, ό,τι να ‘ναι. Οι περισσότεροι διαπιστώνουν όμως ότι σχέδιο δεν υπάρχει. Ή τουλάχιστον δεν το έχουμε δει, δεν το έχουμε ακούσει. Ισως υπάρχει ένα απόθεμα λογιστικών τρυκ, τέτοιο που να μας επιτρέψει να δανειστούμε βραχυπρόθεσμα, να βγάλουμε αυτή τη δύσκολη μία χρονιά. Ισως υπάρχει κάποιο σχέδιο αγοράς χρόνου, πολιτικού χρόνου. Είναι όμως αυτό που μας χρειάζεται;

Οχι, τούτη την κρίσιμη στιγμή δεν χρειαζόμαστε μόνο βραχύ πολιτικό χρόνο. Αναπροσανατολισμό, κατεύθυνση, αυτοκατανόηση, σαφή ταυτότητα, στρατηγικές επιλογές σε βάθος χρόνου, σχέδιο για τον μακρύ χρόνο: αυτό χρειαζόμαστε.

Αυτό το μακρόπνοο σχέδιο δεν φαίνεται ικανή να το προμηθεύσει καμία κυβέρνηση, ούτε η παρούσα, υπό τους τρέχοντες όρους πολιτικής. Το πολιτικό προσωπικό φαίνεται, και είναι, τόσο κουρασμένο, τόσο κενό, τόσο μακριά νυχτωμένο… Τι να τους πρωτοζητήσεις; Κοινό νου, αίσθηση του πραγματικού, αξιοκρατικά κριτήρια, ταχείες αποφάσεις; Ουκ αν λάβεις παρά του μη έχοντος. Η παρούσα, όπως και οι προηγούμενες κυβερνήσεις, αφίσταται θεαματικά από τον μέσο όρο ευφυϊας και ευθυκρισίας της κοινωνίας. Τούτη η διαπίστωση δεν αθωώνει την κοινωνία, το αντίθετο. Κατά έναν παράδοξο τρόπο, οι ευφυείς και ικανότατοι επιβιωτές Ελληνες επιλέγουν για ηγέτες τους πρόσωπα χαμηλών προσόντων και χαμηλών προσδοκιών. Σαν να μη θέλουν να προκόψει ο δημόσιος χώρος, ο δημόσιος βίος. Σαν να θέλουν πολιτικούς του χεριού τους, ούτε καν στο μπόι τους… Κι ενώ στο ατομικό πεδίο η ευφυϊα, η μέριμνα και η εργασία προσφέρονται απλόχερα και δίνουν καρπούς, στο δημόσιο πεδίο όλα καρκινοβατούν, ακριβώς διότι αυτές οι αρετές λείπουν σε βαθμό απελπιστικό. Ο Ελληνας σικχαίνει πάντα τα δημόσια.

Ακούγονται καφενειακά όλα αυτά, και ώς ένα βαθμό είναι, αλλά συχνά η θυμοσοφία συμπυκνώνει παράδοξες αλήθειες, τις οποίες οι τυπικοί συλλογισμοί και η τεχνοκρατία δεν μπορουν να πλησιάσουν καν. Πϊσω από αυτή την «εκλογή των χαμηλών», ας πούμε, φωλιάζει η περίφημη πελατειακή σχέση πολίτη-κράτους, σχέση αμφίδρομης εξυπηρέτησης ηγετών και υπηκόων, και ταυτοχρόνως σχέση αμφίπλευρης εξαχρείωσης του κοινού δημόσιου χώρου. Ως δημόσιος χώρος εννοείται το παν: σπασμένα ρείθρα, κατειλημμένα πεζοδρόμια, ξεχειλισμένοι κάδοι απορριμμάτων, εισφοροδιαφυγή, ακραίος συντεχνιασμός, «λαϊκή» διαφθορά. Οτιδήποτε βρίσκεται έξω από το διαμέρισμα, πολυκατοικία, μεζονέτα, κτήμα, είναι εχθρικό τερέν.

Αυτός ο εξαχρειωμένος και συρρικνούμενος δημόσιος χώρος απολήγει σε μια αναλόγως ρικνή και αχρεία παραγωγική δομή, στην οποία λίγοι παράγουν, λίγοι φορολογούνται και όλοι κλέβουν τον διπλανό τους. Από τη μια τσέπη στην άλλη. Ενα μανιακό ντάρε ε άβερε γύρω από real estate και υπερτιμολογημένες υπηρεσίες.

Μας αξίζει αυτή η εξαχρείωση; Οχι. Βασικό προϊόν μας θα έπρεπε να είναι η ευφυϊα, βασική μας αρετή. Αλλά για να την αντιληφθουμε και να την αξιοποιήσουμε, χρειάζεται ειλικρίνεια, ταπεινότητα, πρακτικότητα, μετριοπάθεια. Συνεργασία. Θάρρος.

Η παρακμή, αφού κατέφαγε τον δημόσιο βίο, τώρα απειλεί τις υλικές προϋποθέσεις του ατομικού ευδαιμονισμού. Ο Μοναδικός, ο Ενας, ο Ακαταμάχητος, ο Γιγαντοτεράστιος, είναι στο χείλος της κατεδάφισης. Μόνο πολλοί μαζί, αλληλοτροφοδοτούμενοι και συνεκτικοί, αλληλέγγυα και αυτόνομα πρόσωπα, κοινότητες και κοινωνία, μπορούμε να καταρτίσουμε το σχέδιο που λέγαμε, τη νέα γενική διάνοια. Η κρίση είναι ευκαιρία να μας ξαναδούμε αλλιώς.


Advertisements