Οι υποβαθμίσεις της πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης δείχνουν τη χώρα στο έλεος των αγορών: δεν θα μπορούμε να δανειστούμε, δεν θα πληρωθούν συντάξεις, πτωχεύσαμε. Πανικός φαίνεται να διακατέχει μάλιστα και το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης: ο κ. Γ. Παπακωνσταντίνου σπεύδει στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες για να διαβεβαιώσει υποψήφιους δανειστές ότι θα επιβληθούν σκληρότατα μέτρα, τέτοια που οι Ελληνες πολίτες δεν έχουν ακούσει από το στόμα κανενός υπευθύνου, ούτε του πρωθυπουργού.

Αλλα λέει έξω, άλλα μέσα. Η διγλωσσία μπορεί να δείχνει ότι η κυβέρνηση εμπιστεύεται περισσότερο τις αγορές και τους κανόνες τους, για τη λύση του δημοσιονομικού προβλήματος, απ’ όσο εμπιστεύεται τις δικές της δυνάμεις, τεχνοκρατικές και πολιτικές, και τις δυνάμεις της χώρας. Φαίνεται να βαδίζει προς μια τεχνική λύση, ερήμην του μόνου ουσιαστικά ενδιαφερόμενου, της κοινωνίας· προς μια λύση χωρίς πολιτική προοπτική.

Εντούτοις, τον τελευταίο ενάμιση χρόνο, μετά το φιάσκο των τοξικών χρηματοπιστωτικών προϊόντων και την κρίση που πυροδότησε, γνωρίζουμε ότι οι αξιολογητές και τα γκόλντεν μπόις, τα γρανάζια των αγορών δηλαδή, κάθε άλλο παρά αξιόπιστοι είναι οί ίδιοι ― μάλλον γενεσιουργοί της κρίσης είναι, αυτοί που συναίνεσαν, υπέκρυψαν και οδήγησαν κολοσσούς στην πτώχευση κι ύστερα άπλωσαν το χέρι για βοήθεια από τα κράτη, από τον δημόσιο πλούτο δηλαδή.

Η κυβέρνηση τα γνωρίζει αυτά. Δεν είναι ανάγκη να καταφύγει σε ρητορικές καταγγελίες. Αλλά μπορεί να ορίσει η ίδια το χρόνο και τον τρόπο που θα ανατάξει την εθνική οικονομία, με τα πιο πρόσφορα και αποτελεσματικά μέσα, χωρίς να τιμωρήσει την κοινωνία, χωρίς να παγώσει την εθνική αγορά. Το κράτος έχει περιουσία, έχει λανθάνοντα και λιμνάζοντα πλούτο, η κοινωνία διαθέτει και αρετές εκτός από αδυναμίες.

Η κυβέρνηση δεν είναι τράπεζα ή χρηματιστηριακή. Οφείλει να είναι ειλικρινής και πολιτική έναντι της εντολοδόχου και κοπιώσας κοινωνίας.

Advertisements