Βαρύς ο Δεκέμβρης φέτος. Παρά την εκλογική μεταστροφή, παρά τη νέα κυβέρνηση και τις, συγκρατημένες έστω, ελπίδες που τη συνόδεψαν, η βαρυθυμία αυξάνει καθώς πλησιάζουμε στις γιορτές. Τα μηνύματα από την υπερπρωτεύουσα των Βρυξελών και από τον ευρωπαϊκό Τύπο είναι αποκαρδιωτικά, έως εκφοβιστικά. Λίγο-πολύ, λοιδωρούν την Ελλάδα, περιγράφοντάς την ως χώρα υπό χρεωκοπία, σαν Ντουμπάι της Μεσογείου, σαν τον μεγάλο ασθενή της ζώνης του ευρώ.

Προσηλωμένη στον θεσμισμένο νεοφιλελευθερισμό της, η Ε.Ε. δυσανασχετεί με την απείθαρχη και αναξιόπιστη Ελλάδα. Δικαίως, ως ένα βαθμό. Το 2004, με την απογραφή η Ελλάδα κατήγγειλε τον εαυτό της για δημιουργική λογιστική· το 2009 πάλι καταγγέλλει εαυτόν για ψευδή στοιχεία και δημιουργική στατιστική. Οι θεαματικές ασυνέχειες του ελληνικού κράτους έχουν βαριές συνέπειες για την κοινωνία: βγάζουμε τα μάτια μας. Οδηγημένες μόνο από το πάθος τους για την εξουσία, τυφλές και ράθυμες, οι εγχώριες ελίτ έχουν εξορίσει κάθε πολιτική επεξεργασία των πολλών και ακανθωδών προβλημάτων, κάθε σκέψη με ιστορικές απαιτήσεις, κάθε πολιτική δράση που απαιτεί ειλικρίνεια και ανάληψη ρίσκου. Η κοινωνία και τα σύνθετα προβλήματά της αντιμετωπίζονται με τεχνικές επικοινωνίας, με εργαλειακή σκέψη, με τεχνοκρατική νοοτροπία ― εντελώς απολιτικά όλα αυτά.

Η συρροή σκανδάλων, η δομική διαφθορά που κατατρώει τη διοίκηση και το κοινωνικό σώμα, η ανικανότητα και το ψεύδος, έχουν απογυμνώσει τις ηγεσίες από την πολιτική νομιμοποίηση, την απολύτως αναγκαία για να ζητήσουν συναίνεση και θυσίες, σε μια ιστορική καμπή. Ο πρωθυπουργός σε κάθε υπουργικό συμβούλιο καλεί την τηλεόραση και εμμέσως απευθύνει διάγγελμα στον λαό. Εχει όμως το σθένος και το απαιτούμενο πολιτικό κεφάλαιο, ώστε να συνεγείρει τον δύσθυμο λαό, να τον καλέσει σε συστράτευση για εθνική και κοινωνική ανασυγκρότηση, να ζητήσει θυσίες, να ξεβαλτώσει η χώρα και να επιχειρηθεί η φυγή προς τα εμπρός; Αυτό τον σκοτεινό Δεκέμβρη του ’09, δεν φαίνεται πιθανό τέτοιο ενδεχόμενο.

Η οικονομική κρίση επιστέφει την πολυδιαπιστωμένη πολιτική κρίση, οξύνει την ήδη σοβούσα κοινωνική κρίση, δείχνει ακόμη πιο δραματική την κρίση θεσμών και αξιών. Κάποια από τα βαθύτερα αίτια της εξέγερσης του περσινού Δεκέμβρη παραμένουν ίδια, σκοτεινά και απαράλλαχτα ― παρότι διάφοροι φαιδροθλιβεροί καθηγητίσκοι επιμένουν ότι αυτό το συμβάν δεν συνέβη ποτέ. Η δύσθυμη μεταδημοκρατία, με τις αρχαϊκές αδυναμίες και τον υπερμοντέρνο ζόφο, δεν άλλαξε επειδή άλλαξε κυβέρνηση. Τα μεσαία στρώματα πλήττονται από την κρίση και φοβούνται τα χειρότερα· τα κατώτερα στρώματα τρέμουν τη διολίσθησή τους προς τον αποκλεισμό. Και στα μάτια μεγάλου μέρους της νεολαίας το κράτος και η ηγεσία του έχουν πλήρως απονομιμοποιηθεί· αυτό, μεταξύ άλλων, φέρνει και άγνοια κινδύνου, έλλειψη φόβου, αποκοτιά, αφέλεια, διογκωμένο ναρκισισμό, αυτοκαταστροφικές τάσεις, μηδενισμό.

Το ερεθισμένο νευρικό σύστημα της νεολαίας, παραπαίον ανάμεσα σε ναρκισσιστικούς συναγερμούς και μελαγχολικές βυθίσεις, επηρεάζει αντινομικά την υπόλοιπη κοινωνία των ενηλίκων, ήδη αποσταθεροποιημένη και έμφοβη. Δικαίως. Οχι μόνο επειδή πολλές πηγές δυσθυμίας είναι κοινές, αλλά και γιατί αυτοί οι νέοι αλληλεπιδρούν άμεσα με τις καταγωγικές τους οικογένειες. Εξ ου και οι νενανικές υπερβάσεις, οι ακρότητες και οι αστοχίες, δεν καταδικάζονται αναλόγως αυστηρά από όλους. Οσοι είναι γονείς, κατά τεκμήριο, δείχνουν άλλη κατανόηση, άλλη ανοχή.

Κατανόηση, ανοχή: ιδού τα καταχωμένα, φθαρμένα θεμέλια της δυσθυμούσας κοινωνίας μας. (Θα πρόσθετα: και αυτοπειθαρχία και αυτοσεβασμός, αλλά ας μείνουμε στα πρώτα.) Την κατανόηση ας την εννοήσουμε και ως συμπάθεια, ως ενσυναίσθηση: να μπορούμε και να θέλουμε όχι μόνο να καταλάβουμε αλλά και να συναισθανθούμε, να συμπονέσουμε και να μοιραστούμε. Με διατρέχει μια εμμονή με αυτή την έννοια, αυτή τη στάση, εκ του ρομαντισμού αντλούμενη· θεωρώ ότι είναι πυλώνας του συλλογικού βίου ελεύθερων ανθρώπων. Μαζί, η ανοχή, κληρονομιά ελευθεριακή και φιλελεύθερη, διαφωτιστική.

Αυτή η κληρονομιά, αυτή η ηθική και ιστορική στάση λείπει σήμερα. Ποτισμένοι από κανιβαλικό ατομικισμό, νάρκισσοι και μόνοι, υποταγμένοι και ετερόνομοι, ανήμποροι να αφουγκραστούμε τους γόνους μας, απρόθυμοι να αναλάβουμε ευθύνες και ρίσκα, βλέπουμε τη συλλογική ζωή να βουλιάζει στη διαφθορά και την απάθεια, και αντιδρούμε με εργαλειακούς σπασμούς, λέμε ότι για το χάλι μας φταίει το spread ομολόγων και η διεθνής κερδοσκοπία. Δεν φταίνε αυτά. Εμείς φταίμε.

φωτ.: Ελισάβετ Μωράκη

Advertisements