You are currently browsing the monthly archive for Δεκέμβριος 2009.

Για εκδρομείς του Εξήντα μίλησε ο Διονύσης Σαββόπουλος, και μας έβαλε να σκεφτούμε. Οσους έζησαν τα σίξτις κι όσους δεν τα έζησαν, μα παραδόξως τα νοσταλγούν, με ένταση. Ετσι γίνεται: ο καλλιτέχνης ερεθίζει, προκαλεί, το κοινό ανταποκρίνεται και ανατροφοδοτεί. Και να, με ρώτησε προ ημερών τριαντάρης συνάδελφος: Τι είναι τα σίξτις; Απάντησα με υπεκφυγές: εγώ δεν είμαι των σίξτις, είμαι των ύστερων ’70s και των ’80s. Επέμεινε: Αλλά το πνεύμα, ποιο είναι το πνεύμα; Κάτι θα ξέρεις. Ναι, κάτι ξέρω· το πνεύμα των σίξτις διεμβόλισε και τη δική μου νιότη, την ωρίμανση και τη διαμόρφωση, καλλιτεχνικά, αισθητικά, ιδεολογικά, πνευματικά εντέλει. Μας σφράγισε με τις μακριές απολήξεις του το ’60, ετεροχρονισμένα, βραδυφλεγώς και διαρκώς, με τις μυθολογίες του και τα άνθη της τέχνης. Αρχισα ήδη να του απαντώ…

Τα σίξτις για μας είναι εν πολλοίς η μυθολόγήσή τους, αλλά είναι κυρίως το ταλέντο, που εκτινάχθηκε ελεύθερο και παρήγαγε καταπληκτική μουσική, ταινίες, βιβλία, θεωρίες, ντυσίματα, σχέσεις και στυλ, κι όλα μαζί συνέθεσαν μια νέα γενική διάνοια, μια διάχυτη ελευθεριακή συμπεριφορά. Αυτό το νέο δεν έγινε αντιληπτό ούτε υιοθετήθηκε από όλους, ούτε καν από τους πολλούς· πυρπόλησε όμως τους νέους, κι αυτό ήταν αρκετό, τόσο αρκετό που θεωρητικοί όπως ο Μαρκούζε άρχισαν να αναζητούν τα νέα ιστορικά υποκείμενα ανάμεσα στη νεολαία, τους φοιτητές, τους περιθωριακούς.

Για να καταλάβεις τα σίξτις, πρέπει να τα αισθανθείς. Δηλαδή; Δηλαδή, άκου τη μουσική τους, δες τις ταινίες, εμείς έτσι ποτιστήκαμε, ακούγοντας Χέντριξ, Στόουνς και Ζάππα, Τζέφερσον Αίρπλεϊν, Μπόουι και Κινκς, βλέποντας Γκοντάρ, Πέκινπα και Αντονιόνι, Γούντστοκ και Μοντερεϊ Ποπ, ξανά και ξανά, φθαρμένες κόπιες σε θερινά και ταινιοθήκες, ξανά και ξανά ώσπου να λιώσουν τα βινύλια. Δεν ξέρω αν αυτή είναι η βασιλική οδός, ξέρω μόνο πώς ποτιστήκαμε στη μυθολογία, πώς βρήκαμε τη δική μας ουσία, πώς καθρεφτιστήκαμε στην ψυχεδέλεια, στις δυστοπίες και τις ενοράσεις του Φίλιπ Ντικ, του Τζ. Τζ. Μπάλαρντ και του Γκρέιλ Μάρκους. Και πώς από κει οδηγούμασταν στον Νίτσε, τον Μπαρτ και τον Φουκώ, στον Μπενγιαμιν και την Αρεντ.

Δαίδαλοι, αναπηδήσεις, σκεδασμοί, υβρίδια, λοξές προσλήψεις. Τα σίξτις στην Ελλάδα έζησαν κολοβωμένα, μισά. Η χαμένη άνοιξη άνθισε (όχι ματαίως) ώς το ’67, ώς τη δικτατορία· η φωτοχυσία του ’68 (ουσία των σίξτις) συνέβη εδώ με χρονοκαθυστέρηση, το ’73 καταρχάς, ματωμένα, δραματικά, κι ύστερα στην παραζάλη του ’74. Μπουκωμένοι τυπική ελευθερία, μετά το ’74, αρχίσαμε να αναζητούμε και την άλλη, τη βαθύτερη ελευθερία, την υπερβατική, την απόλυτη. Να νοσταλγούμε τα σίξτις, ακόμη κι αν δεν τα ζήσαμε, και γι΄αυτό ακριβώς να τα νοσταλγούμε βολονταριστικά, φανατισμένα, υπερβολικά. Τουλάχιστον έμενε ο σπόρος του ρομαντισμού τους, και μαζί ο σπόρος της αμφισβήτησης, της γόνιμης αμφιβολίας. Μαζί και η malaise της ώριμης νεωτερικότητας, που δεν είχε ονομαστεί ακόμη μεταμοντέρνο.

Δεν ξέρω ακριβώς πώς βιώθηκε το ροκ, ο χιπισμός, η ψυχεδέλεια, από τη νεολαία του ’60 μες στη χούντα· σίγουρα αρκετοί ένιωσαν τους κραδασμούς και τους αναπαρήγαγαν. Υποθέτω βάσιμα όμως ότι δεν βιώθηκε μαζικά και φανερά· και πάντως μένει να τεκμηριωθεί η διάχυση του υπερβατικού αμφισβητησιακού πνεύματος στους τότε νέους.

Τα πολιτισμικά σίξτις στην Ελλάδα βιώθηκαν στα σέβεντις· χονδρικά, από το ’74 έως το ’81, όταν η χώρα υποδέχτηκε την Αλλαγή. Σε αυτή την αδρή επταετία, η μετά το Πολυτεχνείο νεολαία, άφησε πίσω της τον μετεμφύλιο και επιδόθηκε στη βακχεία που κληροδότησε η περασμένη δεκαετία, ξεθυμασμένη έστω. Ο χιπισμός και το κουλ στυλ ανακατεύτηκαν με ταγάρια και αξύριστες γάμπες, τα μαυροντυμένα φρικιά των αθηναϊκών συνοικιών συγχρωτίστηκαν με μοντερνοέξαλλα επαρχιωτάκια στα ίδια ελάχιστα κλαμπ, στις ίδιες χλομές Εβγες, στα λιγοστα βιβλιοπωλεία και δισκάδικα. Στα πανεπιστήμια, ισχυρά ακόμη και “αριστεροκρατούμενα”, παραμερίστηκαν για λίγο τα αντάρτικα εμβατήρια και οι αριστεροί παιάνες της ήττας· ακούστηκαν ηλεκτρικά ριφ, Τζιμ Μόρισον, Sympathy for the devil. Ελάχιστο χρόνο μετά το ’74, το ρομαντικό πνεύμα των σίξτις συνέπαιρνε τη νεολαία και την έστελνε πέραν των κομμάτων της κραταιάς πλην ταριχευμένης αριστεράς.

Φορείς, τελετάρχες και φαν των σίξτις ήταν μια άλλη νεολαία, απείθαρχη, μη λενινιστική. Προτού τελειώσει η δεκαετία, μεταξύ ’77 και ’79, αυτή η μειοψηφική τσογλανοπαρέα θα κατέλυε την παντοκρατορία των κομμάτων στα πανεπιστήμια, θα αποχωρούσε ή θα εξεδιώκετο από τα κόμματα, θα μπόλιαζε στο σώμα της νεολαίας την αμφιβολία, την ειρωνεία, τον υπαρξισμό, την αυτονομία, την αντιεξουσία, τον υποκειμενισμό των σίξτις.

Δεν ήταν όλα ρόδινα, όπως δεν είναι ποτέ ρόδινη κάθε απόληξη των πρωτοποριών. Οι συλλογικότητες δεν κατατρόπωσαν τον ατομικισμό, ο γιάπικος υλισμός των ’80s σάρωσε ψευδαισθήσεις και νουάρ ήρωες των μπαρ· άλλους έστειλε στον αλκοολισμό και τα ντραγκς, άλλους στον κυνισμό και το πιο χυδαίο βόλεμα, άλλους στην παραμυθία της θρησκείας και new age δοξασιών, όλους σχεδόν στην ιδιώτευση. Στις παλίρροιες των ιδεών δεν υπάρχουν πολλοί κερδισμένοι.

Τι μένει από την αναχώνευση των σίξτις μέσα στα σέβεντις; Μια νέα ευαισθησία: μετακομμουνιστική, ήδη πρίν από το ’89, μεταμοντέρνα, αποενοχοποιημένη έως και πατροκτόνος απέναντι στις βαριές κληρονομιές (λ.χ. της Γενιάς του ’30, του ΕΑΜ), με έγνοια για την αισθητική, σπαταλημένη γόνιμα στη συναίσθηματική αγωγή, με ψυχαναλυτικές καταδύσεις, με επιλεκτική επανοικειοποίηση της παράδοσης.

Αναζήτηση συλλογικότητας και περιπέτεια αυτοπραγμάτωσης, αυτά περίπου.

Το ταξίδι του ’60 μες στο ‘70 ― sneak preview

May your wishes all come true,
May you always do for others
And let others do for you.
May you build a ladder to the stars
And climb on every rung,
And may you stay forever young,
Forever young, forever young,
May you stay forever young.

May you grow up to be righteous,
May you grow up to be true,
May you always know the truth
And see the light surrounding you.
May you always be courageous,
Stand upright and be strong,
And may you stay forever young,
Forever young, forever young,
May you stay forever young.

May your hands always be busy,
May your feet always be swift,
May you have a strong foundation
When the winds of changes shift.
May your heart always be joyful,
May your song always be sung,
And may you stay forever young,
Forever young, forever young,
May you stay forever young.

Τρεις διαδοχικές βραδιές, με τρία διαφορετικά σύνολα ανθρώπων. Διαφορετικών ηλικιών, μόρφωσης και κοινωνικής θέσης, με διαφορετικές προσδοκίες, άλλες πολιτικές πεποιθήσεις. Ολα διαφορετικά. Μόνα κοινά, η ανησυχία και η έγνοια: Πού βαδίζομε; Ποιοι είμαστε;

Παραδόξως, νέοι και ηλικιωμένοι συμφωνούν ότι πρέπει να το ξαναδούμε ― το θέμα του ελληνικού βίου, εννοώ. Δεν πάει άλλο έτσι, σε αυτό συμφωνούν οι περισσότεροι. Ολοι βολεμένοι είναι, λίγο-πολύ, όλοι κολυμπούν σε αυτήν την απέραντη ελλαδική αμεριμνησία, πορεύονται με όλες τις ευκολίες και τα δανεικά που βρέθηκαν στο δρόμο τους. Μα τωρα όλοι αναρωτιούνται ανήσυχοι: Τι παράγουμε, ρε παιδιά;

Δεν ισχύει ή ιδια εκπληξη για όλους· μερικοί είναι γειωμένοι στην πραγματική ζωή, συναλλάσσονται με πολλούς, έχουν οξεία αίσθηση του πραγματικού· αυτοί τυχαίνει να είναι και οι λιγότεροι φοβισμένοι. Ολοι ωστόσο επανέρχονται: Να ξαναδούμε πώς πορευόμαστε, με ποιο σχέδιο.

Αναπόφευκτα, μια τέτοια συζήτηση περιλαμβάνει την κυβέρνηση. Ολοι θα ήθελαν να διαγνώσουν ότι η κυβέρνηση έχει κάποιο σχέδιο ― ορθό, στρεβλό, μακρόπνοο, βραχύ, επιθετικό, ό,τι να ‘ναι. Οι περισσότεροι διαπιστώνουν όμως ότι σχέδιο δεν υπάρχει. Ή τουλάχιστον δεν το έχουμε δει, δεν το έχουμε ακούσει. Ισως υπάρχει ένα απόθεμα λογιστικών τρυκ, τέτοιο που να μας επιτρέψει να δανειστούμε βραχυπρόθεσμα, να βγάλουμε αυτή τη δύσκολη μία χρονιά. Ισως υπάρχει κάποιο σχέδιο αγοράς χρόνου, πολιτικού χρόνου. Είναι όμως αυτό που μας χρειάζεται;

Οχι, τούτη την κρίσιμη στιγμή δεν χρειαζόμαστε μόνο βραχύ πολιτικό χρόνο. Αναπροσανατολισμό, κατεύθυνση, αυτοκατανόηση, σαφή ταυτότητα, στρατηγικές επιλογές σε βάθος χρόνου, σχέδιο για τον μακρύ χρόνο: αυτό χρειαζόμαστε.

Αυτό το μακρόπνοο σχέδιο δεν φαίνεται ικανή να το προμηθεύσει καμία κυβέρνηση, ούτε η παρούσα, υπό τους τρέχοντες όρους πολιτικής. Το πολιτικό προσωπικό φαίνεται, και είναι, τόσο κουρασμένο, τόσο κενό, τόσο μακριά νυχτωμένο… Τι να τους πρωτοζητήσεις; Κοινό νου, αίσθηση του πραγματικού, αξιοκρατικά κριτήρια, ταχείες αποφάσεις; Ουκ αν λάβεις παρά του μη έχοντος. Η παρούσα, όπως και οι προηγούμενες κυβερνήσεις, αφίσταται θεαματικά από τον μέσο όρο ευφυϊας και ευθυκρισίας της κοινωνίας. Τούτη η διαπίστωση δεν αθωώνει την κοινωνία, το αντίθετο. Κατά έναν παράδοξο τρόπο, οι ευφυείς και ικανότατοι επιβιωτές Ελληνες επιλέγουν για ηγέτες τους πρόσωπα χαμηλών προσόντων και χαμηλών προσδοκιών. Σαν να μη θέλουν να προκόψει ο δημόσιος χώρος, ο δημόσιος βίος. Σαν να θέλουν πολιτικούς του χεριού τους, ούτε καν στο μπόι τους… Κι ενώ στο ατομικό πεδίο η ευφυϊα, η μέριμνα και η εργασία προσφέρονται απλόχερα και δίνουν καρπούς, στο δημόσιο πεδίο όλα καρκινοβατούν, ακριβώς διότι αυτές οι αρετές λείπουν σε βαθμό απελπιστικό. Ο Ελληνας σικχαίνει πάντα τα δημόσια.

Ακούγονται καφενειακά όλα αυτά, και ώς ένα βαθμό είναι, αλλά συχνά η θυμοσοφία συμπυκνώνει παράδοξες αλήθειες, τις οποίες οι τυπικοί συλλογισμοί και η τεχνοκρατία δεν μπορουν να πλησιάσουν καν. Πϊσω από αυτή την «εκλογή των χαμηλών», ας πούμε, φωλιάζει η περίφημη πελατειακή σχέση πολίτη-κράτους, σχέση αμφίδρομης εξυπηρέτησης ηγετών και υπηκόων, και ταυτοχρόνως σχέση αμφίπλευρης εξαχρείωσης του κοινού δημόσιου χώρου. Ως δημόσιος χώρος εννοείται το παν: σπασμένα ρείθρα, κατειλημμένα πεζοδρόμια, ξεχειλισμένοι κάδοι απορριμμάτων, εισφοροδιαφυγή, ακραίος συντεχνιασμός, «λαϊκή» διαφθορά. Οτιδήποτε βρίσκεται έξω από το διαμέρισμα, πολυκατοικία, μεζονέτα, κτήμα, είναι εχθρικό τερέν.

Αυτός ο εξαχρειωμένος και συρρικνούμενος δημόσιος χώρος απολήγει σε μια αναλόγως ρικνή και αχρεία παραγωγική δομή, στην οποία λίγοι παράγουν, λίγοι φορολογούνται και όλοι κλέβουν τον διπλανό τους. Από τη μια τσέπη στην άλλη. Ενα μανιακό ντάρε ε άβερε γύρω από real estate και υπερτιμολογημένες υπηρεσίες.

Μας αξίζει αυτή η εξαχρείωση; Οχι. Βασικό προϊόν μας θα έπρεπε να είναι η ευφυϊα, βασική μας αρετή. Αλλά για να την αντιληφθουμε και να την αξιοποιήσουμε, χρειάζεται ειλικρίνεια, ταπεινότητα, πρακτικότητα, μετριοπάθεια. Συνεργασία. Θάρρος.

Η παρακμή, αφού κατέφαγε τον δημόσιο βίο, τώρα απειλεί τις υλικές προϋποθέσεις του ατομικού ευδαιμονισμού. Ο Μοναδικός, ο Ενας, ο Ακαταμάχητος, ο Γιγαντοτεράστιος, είναι στο χείλος της κατεδάφισης. Μόνο πολλοί μαζί, αλληλοτροφοδοτούμενοι και συνεκτικοί, αλληλέγγυα και αυτόνομα πρόσωπα, κοινότητες και κοινωνία, μπορούμε να καταρτίσουμε το σχέδιο που λέγαμε, τη νέα γενική διάνοια. Η κρίση είναι ευκαιρία να μας ξαναδούμε αλλιώς.


ένα: Sprezzatura

δύο: O ζωγράφος που μάς έμαθε να βλέπουμε

φωτ.: Μαργαρίτα Πουρνάρα

Πόσες Ελλάδες υπάρχουν; Oχι μία, ομοούσιος και αδιαίρετη. Είναι περισσότερες από μία, ζουν παράλληλα, συμπλέουν, διασταυρώνονται, εφάπτονται, συγκλίνουν ή αποκλίνουν, αφίστανται, συγκρούονται, μοιράζονται ή διεκδικούν ζωτικό χώρο.
Παρασκευή βράδυ, στο Μεταξουργείο, Θερμοπυλών και Μεγ. Αλεξάνδρου γωνία, στο μαλακό υπογάστριο των Αθηνών πολλών ταχυτήτων και διαστρωματώσεων. Καθαριστήριον ο Κρίνος, με παλαιά καλλιγραφία στα τζάμια. Κόσμος μπαινοβγαίνει, φωταψίες, στους τοίχους διακρίνονται μεγάλα κάδρα. Μια καλλιτέχνις φωτογράφος παρουσιάζει το λεύκωμά της και μερικές μεγάλες εικόνες. Στα πεζοδρόμια παρκαρισμένες μοτοσικλέτες. Διαβαίνουμε το κατώφλι.

Ο Κρίνος, φρεσκοασπρισμένος, καθαρισμένος, έχει μετατραπεί σε εντευκτήριο και γκαλερί. Στις ράγες της οροφής κρέμονται ακόμη κοστούμια και μαντώ, ξεχασμένα από την προηγούμενη ζωή του χώρου, σβησμένη τώρα πια. Στον κεντρικό πάγκο, λευκώματα και χαρτοκόπτες: οι επισκέπτες ξεφυλλίζουν. Τα βιβλία προσφέρονται πακεταρισμένα επιμελώς στο παλαιό χαρτί περιτυλίγματος, βεραμάν με κόκκινα γράμματα. Σε μια γωνιά, ο μπουφές: πίσω στο φόντο, ένα μικρούλι χριστουγεννιάτικο δέντρο. Μπροστά, σε επάργυρα σκεύη αρχοντικού γούστου, προσφέρονται φαλάφελ και κούπες, ετοιμασμένα από τον Αιγύπτιο γείτονα καφετζή.

Γειτονιά. Η καλλιτέχνις γεννήθηκε εδώ, σε αυτή τη γειτονιά, εδώ κατοικεί ακόμη, όπως κι οι φίλοι της που ήρθαν να τη γιορτάσουν. O Κρίνος/Lilium ποτίζεται με σχέσεις γειτονίας, με φιλία, αλληλεγγύη, ανιδιοτέλεια, ταλέντο, μόρφωση. Και δίνει άνθη: έργα τέχνης, χειρονομίες, αγγίγματα, πειράγματα γύρω από ένα ποτήρι κρασί στο όρθιο, ουσιώδεις συνευρέσεις.
Στο Lilium του Μεταξουργείου συναντιέται γόνιμα η παλιά με τη νέα Ελλάδα: η γειτονιά της ηθογραφίας με την υπερμοντέρνα μητρόπολη· το λυκόφως μιας κοινωνίας νοικοκυραίων σμίγει με το λυκαυγές των νέων υποκειμένων.

Ανακαλώ αυτούς τους τριάντα-κάτι, σαράντα-παρά, που θαύμασα. Φέρουν αρετές των γονιών τους: αγαπούν τα γράμματα, εκτιμούν τη μόρφωση, μιλούν στον πληθυντικό και είναι οικείοι, εκπέμπουν θέρμη μεσογειακή. Και είναι μοντέρνοι, ταχείς, οξείς, κοσμοπολίτες, ακομπλάριστοι, τρυφεροί και ευάλωτοι, αγαπούν τη γειτονιά και την πατρίδα τους, είναι υπερήφανοι για ό,τι είναι, δεν τους ακούω να μυκτηρίζουν και να βαρηγκομούν, να φθονούν ό,τι δεν είναι. Εκπέμπουν ζεστασιά και ευθραστότητα, μαζί με μια σιγαλή, υπόκωφη δύναμη. Με εγκαρδιώνουν αυτά τα Ελληνόπουλα. Είναι η Ελλάδα που αξίζει να ζεις.

Παράλληλα φυτρώνουν μέσα μου άλλες εικόνες, από άλλες Ελλάδες. Ανθρωποι που μιλούν διαρκώς για μπίζνες και επενδύσεις, λεφτά, ακίνητα, που η πνευματικότερη συζήτησή τους ξεκινά και καταλήγει στο κουτσομπολιό, που κομπάζουν για την ισχύ και την επιρροή τους, που λοιδωρούν την πατρίδα τους την άξεστη και καθυστερημένη αναμασώντας αγγλολεβαντίνικα, αυτοί που νομίζουν ότι ο Κάλβος είναι ρεστωράν στα βόρεια προάστια, αυτοί που χτίζουν σπιταρώνες αισθητικής Ντουμπάι, αυτοί που οργίζονται με τους “προνομιούχους” δημοσίους υπαλλήλους ενώ κρύβουν τα πλούτη τους σε οφ-σορ.

Ασύμπτωτοι Ελληνες. Γυρνώ πάλι το βλέμμα μου, λαίμαργα, με προσδοκία, στους ανθρώπους της προκοπής και της μόρφωσης, της τέχνης και της δημιουργικότητας. Κουβαλούν μια υπερμοντέρνα Ελλάδα, ανήσυχη, κινητική, αγωνιώσα, φιλοπερίεργη, αισιόδοξη· τα έργα τους, η αισθητική τους, η παιδεία τους δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτε από ανάλογα του Μιλάνου, του Βερολίνου ή του Μανχάταν. Θα διέπρεπαν παντού. Επέλεξαν να είναι εδώ, σε αυτή τη λοιδωρούμενη πατρίδα, πατρίδα άνεργη και πτωχευμένη, πατρίδα ξιπασμένη και κουρελού. Γιατί; Δεν μπορώ εύκολα να πω γιατί. Κατά καιρούς, φίλοι της διασποράς, φίλοι του μέσα-έξω, μού απάντησαν φευγαλέα και μεταφυσικά, κάπως έτσι: Γιατί αυτό το «κάτι» που είμαστε εξακολουθεί να υπάρχει…Γιατί το φως, το εκτυφλωτικό φως πάνω απ’ όλα, ακόμα και πάνω από τη γλώσσα…Το φως και η φυσικότητα, η ευελιξία των σωμάτων στο χώρο…

Ξέρω, αυτά τα λόγια, ειπωμένα από στόμα ποιητή, δεν απαντούν πλήρως στο «γιατί εδώ;» Αλλά πάλι, μήπως αυτό που λείπει σήμερα, στη βαρύθυμη, αυτοπεριφρονούμενη και απαισιόδοξη Ελλάδα, μήπως λέω, είναι αυτό το ποιητικό πλήρες, το διαφεύγον “κάτι που είμαστε και εξακολουθεί να υπάρχει”; Το φως, η γλώσσα, η φυσικότητα, η συμφιλίωση με ό,τι είμαστε, τα χαμόγελα, τα ανυπόκριτα βλέμματα, η πανταχού παρούσα αύρα αγάπης, το sublime το ένυλο, το τόσο σωματικό και καθημερινό, όσα συνάντησα στο καθαριστήριον Κρίνος/Lilium, Θερμοπυλών και Μεγ. Αλεξάνδρου γωνία;

Αυτή η σιγαλή Ελλάδα μάς κουβαλά στους ώμους της.

φωτ.: Ανω, Ελισάβετ Μωράκη, κάτω, Μαρίτα Αμοργιανού

buzz it!

Οι υποβαθμίσεις της πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης δείχνουν τη χώρα στο έλεος των αγορών: δεν θα μπορούμε να δανειστούμε, δεν θα πληρωθούν συντάξεις, πτωχεύσαμε. Πανικός φαίνεται να διακατέχει μάλιστα και το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης: ο κ. Γ. Παπακωνσταντίνου σπεύδει στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες για να διαβεβαιώσει υποψήφιους δανειστές ότι θα επιβληθούν σκληρότατα μέτρα, τέτοια που οι Ελληνες πολίτες δεν έχουν ακούσει από το στόμα κανενός υπευθύνου, ούτε του πρωθυπουργού.

Αλλα λέει έξω, άλλα μέσα. Η διγλωσσία μπορεί να δείχνει ότι η κυβέρνηση εμπιστεύεται περισσότερο τις αγορές και τους κανόνες τους, για τη λύση του δημοσιονομικού προβλήματος, απ’ όσο εμπιστεύεται τις δικές της δυνάμεις, τεχνοκρατικές και πολιτικές, και τις δυνάμεις της χώρας. Φαίνεται να βαδίζει προς μια τεχνική λύση, ερήμην του μόνου ουσιαστικά ενδιαφερόμενου, της κοινωνίας· προς μια λύση χωρίς πολιτική προοπτική.

Εντούτοις, τον τελευταίο ενάμιση χρόνο, μετά το φιάσκο των τοξικών χρηματοπιστωτικών προϊόντων και την κρίση που πυροδότησε, γνωρίζουμε ότι οι αξιολογητές και τα γκόλντεν μπόις, τα γρανάζια των αγορών δηλαδή, κάθε άλλο παρά αξιόπιστοι είναι οί ίδιοι ― μάλλον γενεσιουργοί της κρίσης είναι, αυτοί που συναίνεσαν, υπέκρυψαν και οδήγησαν κολοσσούς στην πτώχευση κι ύστερα άπλωσαν το χέρι για βοήθεια από τα κράτη, από τον δημόσιο πλούτο δηλαδή.

Η κυβέρνηση τα γνωρίζει αυτά. Δεν είναι ανάγκη να καταφύγει σε ρητορικές καταγγελίες. Αλλά μπορεί να ορίσει η ίδια το χρόνο και τον τρόπο που θα ανατάξει την εθνική οικονομία, με τα πιο πρόσφορα και αποτελεσματικά μέσα, χωρίς να τιμωρήσει την κοινωνία, χωρίς να παγώσει την εθνική αγορά. Το κράτος έχει περιουσία, έχει λανθάνοντα και λιμνάζοντα πλούτο, η κοινωνία διαθέτει και αρετές εκτός από αδυναμίες.

Η κυβέρνηση δεν είναι τράπεζα ή χρηματιστηριακή. Οφείλει να είναι ειλικρινής και πολιτική έναντι της εντολοδόχου και κοπιώσας κοινωνίας.

Βαρύς ο Δεκέμβρης φέτος. Παρά την εκλογική μεταστροφή, παρά τη νέα κυβέρνηση και τις, συγκρατημένες έστω, ελπίδες που τη συνόδεψαν, η βαρυθυμία αυξάνει καθώς πλησιάζουμε στις γιορτές. Τα μηνύματα από την υπερπρωτεύουσα των Βρυξελών και από τον ευρωπαϊκό Τύπο είναι αποκαρδιωτικά, έως εκφοβιστικά. Λίγο-πολύ, λοιδωρούν την Ελλάδα, περιγράφοντάς την ως χώρα υπό χρεωκοπία, σαν Ντουμπάι της Μεσογείου, σαν τον μεγάλο ασθενή της ζώνης του ευρώ.

Προσηλωμένη στον θεσμισμένο νεοφιλελευθερισμό της, η Ε.Ε. δυσανασχετεί με την απείθαρχη και αναξιόπιστη Ελλάδα. Δικαίως, ως ένα βαθμό. Το 2004, με την απογραφή η Ελλάδα κατήγγειλε τον εαυτό της για δημιουργική λογιστική· το 2009 πάλι καταγγέλλει εαυτόν για ψευδή στοιχεία και δημιουργική στατιστική. Οι θεαματικές ασυνέχειες του ελληνικού κράτους έχουν βαριές συνέπειες για την κοινωνία: βγάζουμε τα μάτια μας. Οδηγημένες μόνο από το πάθος τους για την εξουσία, τυφλές και ράθυμες, οι εγχώριες ελίτ έχουν εξορίσει κάθε πολιτική επεξεργασία των πολλών και ακανθωδών προβλημάτων, κάθε σκέψη με ιστορικές απαιτήσεις, κάθε πολιτική δράση που απαιτεί ειλικρίνεια και ανάληψη ρίσκου. Η κοινωνία και τα σύνθετα προβλήματά της αντιμετωπίζονται με τεχνικές επικοινωνίας, με εργαλειακή σκέψη, με τεχνοκρατική νοοτροπία ― εντελώς απολιτικά όλα αυτά.

Η συρροή σκανδάλων, η δομική διαφθορά που κατατρώει τη διοίκηση και το κοινωνικό σώμα, η ανικανότητα και το ψεύδος, έχουν απογυμνώσει τις ηγεσίες από την πολιτική νομιμοποίηση, την απολύτως αναγκαία για να ζητήσουν συναίνεση και θυσίες, σε μια ιστορική καμπή. Ο πρωθυπουργός σε κάθε υπουργικό συμβούλιο καλεί την τηλεόραση και εμμέσως απευθύνει διάγγελμα στον λαό. Εχει όμως το σθένος και το απαιτούμενο πολιτικό κεφάλαιο, ώστε να συνεγείρει τον δύσθυμο λαό, να τον καλέσει σε συστράτευση για εθνική και κοινωνική ανασυγκρότηση, να ζητήσει θυσίες, να ξεβαλτώσει η χώρα και να επιχειρηθεί η φυγή προς τα εμπρός; Αυτό τον σκοτεινό Δεκέμβρη του ’09, δεν φαίνεται πιθανό τέτοιο ενδεχόμενο.

Η οικονομική κρίση επιστέφει την πολυδιαπιστωμένη πολιτική κρίση, οξύνει την ήδη σοβούσα κοινωνική κρίση, δείχνει ακόμη πιο δραματική την κρίση θεσμών και αξιών. Κάποια από τα βαθύτερα αίτια της εξέγερσης του περσινού Δεκέμβρη παραμένουν ίδια, σκοτεινά και απαράλλαχτα ― παρότι διάφοροι φαιδροθλιβεροί καθηγητίσκοι επιμένουν ότι αυτό το συμβάν δεν συνέβη ποτέ. Η δύσθυμη μεταδημοκρατία, με τις αρχαϊκές αδυναμίες και τον υπερμοντέρνο ζόφο, δεν άλλαξε επειδή άλλαξε κυβέρνηση. Τα μεσαία στρώματα πλήττονται από την κρίση και φοβούνται τα χειρότερα· τα κατώτερα στρώματα τρέμουν τη διολίσθησή τους προς τον αποκλεισμό. Και στα μάτια μεγάλου μέρους της νεολαίας το κράτος και η ηγεσία του έχουν πλήρως απονομιμοποιηθεί· αυτό, μεταξύ άλλων, φέρνει και άγνοια κινδύνου, έλλειψη φόβου, αποκοτιά, αφέλεια, διογκωμένο ναρκισισμό, αυτοκαταστροφικές τάσεις, μηδενισμό.

Το ερεθισμένο νευρικό σύστημα της νεολαίας, παραπαίον ανάμεσα σε ναρκισσιστικούς συναγερμούς και μελαγχολικές βυθίσεις, επηρεάζει αντινομικά την υπόλοιπη κοινωνία των ενηλίκων, ήδη αποσταθεροποιημένη και έμφοβη. Δικαίως. Οχι μόνο επειδή πολλές πηγές δυσθυμίας είναι κοινές, αλλά και γιατί αυτοί οι νέοι αλληλεπιδρούν άμεσα με τις καταγωγικές τους οικογένειες. Εξ ου και οι νενανικές υπερβάσεις, οι ακρότητες και οι αστοχίες, δεν καταδικάζονται αναλόγως αυστηρά από όλους. Οσοι είναι γονείς, κατά τεκμήριο, δείχνουν άλλη κατανόηση, άλλη ανοχή.

Κατανόηση, ανοχή: ιδού τα καταχωμένα, φθαρμένα θεμέλια της δυσθυμούσας κοινωνίας μας. (Θα πρόσθετα: και αυτοπειθαρχία και αυτοσεβασμός, αλλά ας μείνουμε στα πρώτα.) Την κατανόηση ας την εννοήσουμε και ως συμπάθεια, ως ενσυναίσθηση: να μπορούμε και να θέλουμε όχι μόνο να καταλάβουμε αλλά και να συναισθανθούμε, να συμπονέσουμε και να μοιραστούμε. Με διατρέχει μια εμμονή με αυτή την έννοια, αυτή τη στάση, εκ του ρομαντισμού αντλούμενη· θεωρώ ότι είναι πυλώνας του συλλογικού βίου ελεύθερων ανθρώπων. Μαζί, η ανοχή, κληρονομιά ελευθεριακή και φιλελεύθερη, διαφωτιστική.

Αυτή η κληρονομιά, αυτή η ηθική και ιστορική στάση λείπει σήμερα. Ποτισμένοι από κανιβαλικό ατομικισμό, νάρκισσοι και μόνοι, υποταγμένοι και ετερόνομοι, ανήμποροι να αφουγκραστούμε τους γόνους μας, απρόθυμοι να αναλάβουμε ευθύνες και ρίσκα, βλέπουμε τη συλλογική ζωή να βουλιάζει στη διαφθορά και την απάθεια, και αντιδρούμε με εργαλειακούς σπασμούς, λέμε ότι για το χάλι μας φταίει το spread ομολόγων και η διεθνής κερδοσκοπία. Δεν φταίνε αυτά. Εμείς φταίμε.

φωτ.: Ελισάβετ Μωράκη

Πέντε μόλις χρόνια από την πανεθνική ευφορία του 2004, πάνω από την Ελλάδα πλανιέται ο φόβος μιας εθνικής καταστροφής: η πτώχευση. Η δραματική αποστροφή του πρωθυπουργού Γ. Παπανδρέου, προ ημερών, για χρέος που απειλεί την ίδια την εθνική κυριαρχία, ορίζει μια ιστορική στιγμή εξαιρετικά κρίσιμη, τόσο που δεν μπορεί να τη διαχειριστεί μόνη της η ηγετική πολιτική ελίτ. Εξ ου και ο νεοεκλεγμένος πρωθυπουργός, με νωπή ακόμη και σαφή τη λαϊκή εντολή, αισθάνεται την ανάγκη να απευθυνθεί απευθείας στον λαό και να ζητήσει επιπλέον νομιμοποίηση ― κατ΄ουσίαν κοινωνική και ηθική, πέραν της τυπικής κοινοβουλευτικής.

Ζητάει κατανόηση, ζητάει συναίνεση και συστράτευση, ζητάει θυσίες, σε κλίμακα πρωτόγνωρη για τη μεταπολιτευτική δημοκρατία της δανεικής ευημερίας και της προεξοφλημένης προόδου. Για να πετύχει αυτού του είδους την ιστορική συστράτευση, ο πρωθυπουργός και σύμπασα η κυβέρνηση, θα πρέπει να αντιληφθούν ότι η ελληνική κοινωνία τούτη τη στιγμή βγαίνει οργισμένη από αλλεπάλληλα σκάνδαλα, κερματισμένη και τραυματισμένη από τη δομική διαφθορά και ό,τι αποκαλείται σχηματικά “προδοσία των ελίτ”. Μέσα στο ρευστό οικονομικό περιβάλλον το κοινωνικό σώμα διατρέχεται από ανησυχία και φόβο, από καχυποψία ή και μίσος για τους κρατικούς μηχανισμούς. Στα μάτια πολλών, ιδίως νεότερων, το κράτος έχει απονομιμοποιηθεί ― πρωτοφανές ιστορικό χαρακτηριστικό.

Η πολιτική ηγεσία μπορεί να ζητήσει συστράτευση. Οφείλει όμως ταυτοχρόνως να πείσει και να εγγυηθεί. Να πείσει ότι συμμετέχει στις θυσίες· να εγγυηθεί δικαιοσύνη και ισοπολιτεία, να εγγυηθεί επίσης ότι η εθνική κυριαρχία δεν θα γίνει αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Οι πολίτες μπορούν να δεχτούν θυσίες, μόνο εφόσον οι θυσίες αφορούν όλους ακριβοδίκαια, και μόνο εφόσον δεν τεθούν εν μειοδοσία τα μείζονα εθνικά θέματα, όσα παραμένουν ανοιχτά. Η κοινωνία θα δεχτεί να ξεπουληθούν τα τιμαλφή και τα σκεύη, αναλογικώς, αλλά δεν θα δεχτεί να υποθηκευτεί το οικόπεδο.

Ενα χρόνο ακριβώς από την περσινή νύχτα του Αγίου Νικολάου, ο Δεκέμβρης 2008 πλανάται ακόμη αδέσποτος, ακατάτακτος, ακατανόητος. «Ο Νοέμβρης ανήκει σε όλους, ο Δεκέμβρης δεν ανήκει σε κανέναν», έγραφε προσφυώς ένα πανώ στην πρόσφατη πορεία για το Πολυτεχνείο. Πράγματι, ο σκοτεινός Δεκέμβρης του 2008, ως συμβολικό και πολιτικό συμβάν, δεν διεκδικείται ευθέως από κανέναν, πλην των αντισυστημικών αριστερών και, κυρίως, των αναρχικών-αντεξουσιαστών, αλλά κι εκεί ακόμη με κρίσιμους διαφορισμούς, μεταξύ των “πολίτικος” και των ποικίλων μπάχαλων, ως προς το περιεχόμενο και το νόημα.

Οσο μένει σκοτεινός, και εν πολλοίς ανεπιθύμητος, θα μένει και ακατανόητος· δηλαδή, ένα συμβάν μη οργανικό, ασύνδετο με τα πριν και τα μετά, άχρηστο, ανωφελές, μια μέλαινα οπή στο ιστορικό συνεχές. Eνα ρήγμα. Υπάρχουν όμως ιστορικά συμβάντα ανωφελή ή άχρηστα για την κριτική σκέψη; Ισως υπάρχουν, για μια ορισμένη σκέψη, που μπορεί μόνο να κατακρίνει ή να παινεύει, να εναγκαλίζεται ή να απορρίπτει ― αλλά αυτή η σκέψη δεν είναι κριτική, δεν είναι καν σκέψη, είναι κουβεντολόι περί γούστου, είναι εργαλειακός λόγος υπέρ συμφερόντων και μηχανισμών κυριαρχίας. Η κριτική σκέψη ζητά πάνω απ’ όλα να κατανοήσει· να αναλύσει μηχανισμούς, να διαβάσει πολυεπίπεδα την πραγματικότητα, να αφουγκραστεί τα μη φωνητά, να εξηγήσει. Ακόμη κι όταν το συμβάν τελείται εν θερμώ, όταν βρίσκεται εν τω γεννάσθαι.

Να πώς προσέλαβε το ελληνικό συμβάν ο Γάλλος φιλόσοφος Αλέν Μπαντιού: «[…] Ο αντίκτυπος που είχε αυτό το γεγονός ξεπερνούσε τον άμεσο, πολιτικό χαρακτήρα του. Ερμηνεύθηκε ως σύμπτωμα μιας ευρύτερης παθογένειας, κοινής σε όλες τις σύγχρονες κοινωνίες, που στερούν τη νεολαία από ελπίδα, προοπτική, νόημα ζωής. Σύμπτωμα, βεβαίως, τυφλό, ενδεχομένως και αυτοκαταστροφικό –και εδώ ο κίνδυνος του μηδενισμού, της τυφλής βίας ή και της τρομοκρατίας είναι υπαρκτός– αλλά αδιάψευστο. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις σοκαρίστηκαν, γιατί αναγκάστηκαν να αναρωτηθούν μήπως κάτι παρόμοιο με αυτό που συνέβη στην Ελλάδα περιμένει και τις ίδιες» (Καθημερινή 29.11.09, συνέντευξη στον Π. Παπακωνσταντίνου).

Η συζήτηση για τον Δεκέμβρη δεν έγινε, τουλάχιστον με τέτοιους αναλυτικούς όρους. Αρα λιγοστά ώς τώρα είναι τα φανερά πνευματικά οφέλη μας, ως κοινωνίας, από αυτή τη μείζονα διαταραχή. Εντούτοις πολιτικά ο Δεκέμβρης έδρασε καταλυτικά, μολονότι δεν διατύπωσε κανένα αίτημα, κανένα πρόγραμμα: αποσυναρμολόγησε μια ήδη παραπαίουσα κυβέρνηση, δίχασε την Αριστερά, αιφνιδίασε τους διανοούμενους, συνήγειρε τη νεολαία, ξάφνιασε και εντέλει αναδίπλωσε τη μεσαία τάξη των γονιών.

Εμφανή χαρακτηριστικά ήταν ο θυμός, η εκδραμάτιση, η ορμητική κατάληψη της σκηνής, η πρωταρχική κραυγή των νέων («είμαστε κι εμείς εδώ, θέλουμε κάτι να γίνει, ό,τι να ‘ναι»), η αγωνιώδης απαίτηση του παρόντος, η άμορφη, χαοτική διεκδίκηση ενός άμορφου μέλλοντος, ένας ρομαντισμός στις παρυφές του μηδενισμού. Αυτά, ως περιγραφή· η ανάλυση θα έπρεπε να ξεκινήσει από αυτό το σημείο. Για να προσεγγίσουμε, τουλάχιστον, τις πηγές του θυμού, της κραυγής, του μηδενισμού· πού έφταιξαν, πού φταίξαμε, οι γονείς της σοσιαλίζουσας ευημερίας, της βαλτωμένης Μεταπολίτευσης, οι γονείς που συγχέουν το ηθικό με το νόμιμο, και τη δημοκρατία με τη μεζονέτα. Η ανυπακοή των νέων μπορεί να πηγάζει από την καταρράκωση του κύρους των γονιών τους, από το αξιακό κενό που κληρονομούν, από την κακομαθησιά και την ευτέλεια που παραλαμβάνουν και αβγατίζουν ― αναρωτιέμαι.

Αυτή η κριτική προσέγγιση έλειψε, όσο γνωρίζω. Αντ’ αυτού, είδαμε διανοούμενους γονείς της μεσαίας τάξης να κραδαίνουν δάφνες αριστεροσύνης και Πολυτεχνείου, να κομίζουν διδακτισμό και αφορισμούς, απέναντι στα ερωτήματα του ασύλληπτου παρόντος. Μάλιστα, οι μοντέρνοι αριστεροσυντηρητικοί, θεμελιωτές και ωφελημένοι του μεταπολιτευτικού consensus, παραγωγοί κυνισμού και νεποτισμού, είναι οι πιο άτεγκτοι επικριτές της αταξίας, είναι αυτοί που αρνούνται στις νεότερες γενιές, στα παιδιά τους, τη διερώτηση επί του ισχύοντος συστήματος, αυτοί που λένε στα παιδιά τους ότι μόνη πολιτική δράση είναι η συμμετοχή σε μη κυβερνητικές οργανώσεις και φιλανθρωπικά έργα. Η αλλαγή τελείται άπαξ, και ετελέσθη από εμάς, τους γονείς, το ’73-’74 και το ‘81· τι γυρεύετε εσείς τώρα; Μα αυτός ο νεοευσεβισμός, αυτή η υποκρισία των γονιών του καναπέ, πώς μπορεί να μιλήσει στις καρδιές και τα μυαλά των νέων, των νέων όποιας εποχής; Δεν μπορεί.

Ακόμη δεν θέλουμε να μιλήσουμε το συμβάν.

(Περισσότερα κείμενα για το συμβάν του Δεκέμβρη 2008, μεταξύ των οποίων και του Κων/νου Δουζίνα, στο μπλογκ Δεκέμβρης.)

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

  • Χρονική υστέρηση ή κενό επικοινωνίας ή … twitter.com/USAmbPyatt/sta… 2 weeks ago
  • Όσο ο Κυριάκος Μητσοτάκης αναβάλλει να ψηφίσει τα μνημόνια εφαρμογής της Συμφωνίας Πρεσπών η Τουρκία αγκαλιάζει Β.… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Στο αυτόφωρο ο δήμαρχος Μυκόνου, επειδή τα ξημερώματα ο Δήμος απομάκρυνε αυθαίρετες επεμβάσεις στην παραλία Καλό Λι… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Η Δεξιά είναι απενοχοποιημένη και αδίστακτη. Η Αριστερά, ας κρατήσει αυτό το χρήσιμο δίδαγμα, όταν θα γκρεμίζει τις… twitter.com/i/web/status/1… 2 months ago
  • O Xρυσοχοΐδης εφαρμόζει το πόρισμα. https://t.co/iVG6oHqxCo 6 months ago
  • Απετράπη η νυκτερινή αστυνομική εισβολή στο ΑΠΘ. Προς το παρόν. Ασπίδα φοιτητών και καθηγητών. #Χρυσοχοιδη_παραιτησου 6 months ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.019.123 hits
Αρέσει σε %d bloggers: