You are currently browsing the monthly archive for Σεπτεμβρίου 2009.

Ενας ραδιοσχολιαστής έλεγε λίγη ώρα πρίν από το «ντιμπέι» των δύο: Και γιατί να πάει ο Γιώργος; Τι έχει να κερδίσει; Να μην πάει! Να πει ότι μπήκε στο νοσοκομείο για εξετάσεις… Ο τάχα μου κυνικός μικροφωνιστής επαναλάμβανε ξανά και ξανά το ευφυολόγημά του. Επαναλάμβανε πώς αντιλαμβανόταν το δημόσιο πεδίο, την αναμέτρηση της δημοκρατίας, το επιχείρημα και τη σύγκρουση: σαν κόλπο, σαν μπλόφα, σαν μαγκιά. Πώς να κερδίζεις ανέξοδα, χωρίς ρίσκο, χωρίς δημόσια έκθεση, χωρίς καν αναμέτρηση. Πλαγίως, ωστόσο, ο μαγκοκυνικός υπαινισσόταν και την περιφρόνησή του για το φτωχό θέαμα του ντιμπέι, για το φτηνό σκετς: Σιγά μη βγάλει τίποτα…

Την επομένη, σε έναν άλλο σταθμό περιέγραφαν το ντιμπέι με όρους ποδοσφαιρικούς: πόσα γκολ έριξε ο Κώστας, πόσο επιτυχές ήταν το κατενάτσιο του Γιώργου κ.λπ. Το λαμπρότερο των τηλεοπτικών θεαμάτων, το ποδόσφαιρο, ήταν το μόνο άξιο να δανείσει τις εννοιολογήσεις του και την ορολογία του, στο φτωχότερο των θεαμάτων, την πολιτική.

Η τηλεόραση του Τσάμπιονς Λιγκ και των ριάλιτι πήρε την πολιτική, χλωμή και ξύλινη, και την έδειξε ακόμη πιο χλωμή και ξύλινη, άδεια. Τα φώτα, οι γωνίες λήψης, το μέικ-απ, ο χρόνος, όλα λειτουργούσαν απομειωτικά για το πολιτικό θέαμα. Και περισσότερο απ’ όλα το κοινό· εθισμένο στη φαντασμαγορία του Νουέβο Κάμπο και της Μπάρτσα, στα πολυκάμερα, στον καταιγιστικό ρυθμό του Pro σε Playstation High Definition, το κοινό κοιτούσε νυσταγμένο ένα ανιαρό θέαμα, χωρίς εκπλήξεις, χωρίς σεναριακές ανατροπές. Το κοινό κοιτούσε δύσθυμο το φτωχό θέαμα, αναπαράσταση της δικής του πτωχευμένης ζωής· τόσο κοντά, τόσο μακριά. Τόσο απολίτικα.

Το πιο ουσιαστικό χαρακτηριστικό τούτων των εκλογών είναι η απολιτικότητα. Σαν να ξέβαψε με χλωρίνη όλο το πεδίο του πολιτικού, και να απόμειναν κατόπιν άχρωμα, ξεπλυμένα, μια κάποια διαχείριση, τα δημοσιονομικά, τα νούμερα της οικονομίας, επιδόματα, ταξίματα και αλχημείες, κορώνες και δεκάρικοι “πού θα βρείτε λεφτά; Με νοικοκυριό». Ενας δήθεν ρεαλισμός.

Βλέπεις τα πρόσωπα κι ακούς τα λόγια. Οι περισότεροι πολιτικοί δεν έχουν χρώμα, χαρακτήρα, ιδιαιτερότητα. Με ελάχιστους μετατονισμούς θα μπορούσαν να είναι στο άλλο κόμμα, στην παραδίπλα παράταξη, λίγο πιο κέντρο ή πιο δεξιά ή κεντροαριστερά, και να είναι ο ίδιος άνθρωπος, να πιστεύει τα ίδια και να λέει τα ίδια. Σαν στελέχη πολυεθνικών, σαν μάνατζερ, με τα απαραίτητα τυπικά προσόντα, με πλούσιο τυπικό CV, εκπαιδευμένοι να χειρίζονται, να ελίσσονται, να διευθετούν. Συνυποψήφιοι, πλάι τους, διάττοντες των ΜΚΟ, φίλοι των αρχηγών, κληρονόμοι· επαγγελματίες της πολιτικής και περιστασιακοί επιβάτες. Παραδίπλα, οι τηλεπερσόνες και τα σελέμπριτι· οι αναγνωρισίμοι, λιγότερο ξύλινοι και περισσότερο γραφικοί, μα όσο περνά ο καιρός, αφόρητα γραφικοί και ξύλινοι.

Η όλο και πιο βιαστική, θεαματική προεκλογική περίοδος, μάς δείχνει το πολιτικό εξοβελισμένο. Αφαντο. Το πολιτικό αποσπάται από το κοινωνικό σώμα, από τη βούληση των πολιτών, από την υλική συνθήκη των ανθρώπων. Ετσι αποσπασμένο και μετέωρο, άριζο, χωρίς κοινωνικό περιεχόμενο, το πολιτικό ξεπέφτει στο φτωχό θέαμα που παρακολουθούμε, σε θαμπές αναπαραστάσεις μιας θαμπής ζωής χωρίς περιεχόμενο.

Στην ατζέντα του φτωχού θεάματος ξεχειλίζουν αοριστίες και κορώνες για κονδύλια δυσεύρετα, για τεχνικότητες και σκοτεινά οικονομικά. Πουθενά, ποτέ δεν ακούγεται ποια κοινωνία αφορούν τα κονδύλια, ποιους στόχους έχει αυτή η κοινωνία, σε ποιούς κοινούς χαρακτήρες αναγνωρίζονται οι άνθρωποι, ποιοι είναι οι στόχοι τους, οι φόβοι τους, οι εφικτές και ανέφικτες συμμαχίες, οι αντινομίες και οι συγκρούσεις που διατρέχουν αυτή την κοινωνία, ποια φαντάσματα τη στοιχειώνουν, ποια νομίζει ότι είναι. Τίποτε.

Η οιονεί πολιτική συζήτηση διεξάγεται με απούσα την κοινωνία του μέλλοντος, με απόντες τους νέους, τους ανήσυχους, τους δημιουργικούς και αιρετικούς· με παρούσα την κοινωνία των πελατών και των κολλητών, με παρόντες ιδιοτελείς υπήκοους και πονηροχαύνους θεατές. Με την νεολαία ταλαντευόμενη ανάμεσα στον ρομαντισμό και τον μηδενισμό, με τις παραγωγικές ηλικίες παραδομένες στον ατομικισμό και το Landoz, με τους μεσήλικες αποσυρμένους στον πιο πικρό κυνισμό.

Εκλογές για το φτωχό θέαμα της αλλαγής φρουράς. Εκλογές χωρίς πολιτική. Πολιτική πτωχευμένη, χωρίς κοινωνία. Κέλυφος δημοκρατίας χωρίς πολιτική. Ολα χωρίς. Σαν τα ντιμπέι…

Σταζ ή στέιτζ; Πώς προφέρεται το stage; Ιδού η απορία. Και: Πληρώνονται με ευρωπαϊκά χρήματα ή με δικά μας; Αυτή είναι η συζήτηση για σταζ. Περίπου εκεί εξαντλείται και η πολιτική συζήτηση για την απασχόληση, την ανεργία, την ανάπτυξη, τις νέες γενιές.


Το σταζ αναφέρεται στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, είναι η άσκηση, με συμβολική αμοιβή, που κάνει ο απόφοιτος μιας σχολής, για να έλθει σε επαφή με το μελλοντικό του επαγγελματικό περιβάλλον.  Σταζ σε ένα νοσοκομείο, λ.χ., σε μια υφαντουργία, σε ένα εργοτάξιο. 
Αυτό, το σταζ, είναι πια ό,τι καλύτερο έχει να προσφέρει η Ελλάδα σε εκατοντάδες χιλιάδες νέους χωρίς προοπτική. Ζητούν εργασία, ζητούν μια προοπτική επαγγελματικής αποκατάστασης. Τους πρσφέρεται ένα εξάμηνο εργασιακής προσομοίωσης, μαζί με χαρτζιλίκι. 
Χιλιάδες νέοι προσέρχονται σε δημόσιες υπηρεσίες για το σταζ· δεν έχουν πού να τους βάλουν, γιατί φυσικά δεν υπάρχουν ούτε καν καθίσματα, δεν ξέρουν τι να τους κάνουν. Τους λένε να πάνε για καφέ. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι σταζιέρ αποκτούν πράγματι εργασιακή εμπειρία και γνώση του Ελληνικού Δημόσιου.


Το θέμα δεν είναι αν τα σταζ πληρώνονται ή όχι με ελληνικό χρήμα. Το θέμα είναι αν το ελληνικό κράτος έχει να προσφέρει στις νέες γενιές κάτι καλύτερο από χαρτζιλίκι, από ξεγέλασμα των ίδιων και των γονιών τους. Αν έχει να προσφέρει ευκαιρίες απασχόλησης, κίνητρα για επιχειρηματικότητα, περιβάλλον αξιοκρατίας, όρους ανάπτυξης.


Δυστυχώς, το πελατειακό κράτος, ανίσχυρο και εξαχρειωμένο, παρακολουθεί απαθές τις δόλιες πτωχεύσεις εταιρειών, τα κανόνια των ατσίδων, την απώλεια χιλιάδων θέσεων εργασίας, ενώ το ίδιο εμπορεύεται όλο και πιο φτηνές ελπίδες: Κάποτε εμπορευόταν διορισμούς («διορισμό ζητάμε, κύριε βουλευτά, όχι δουλειά!»), ύστερα, έπεσε στις συμβάσεις ορισμένου χρόνου με υπόσχεση για μονιμοποίηση, τώρα εμπορεύεται σταζ και εξάμηνα χαρτζιλίκια.

Η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ στον γνωστό δημοσιογράφο Στάθη Σταυρόπουλο να τεθεί  επικεφαλής του ψηφοδελτίου Επικρατείας και η εν συνεχεία αποπομπή του, προκαλούν τη σκέψη μας. Ας δούμε τον λόγο για την οποίο απεπέμφθη εντέλει ο Στ. Σταυρόπουλος από την πρώτη θέση του ψηφοδελτίου. Οπως ο ίδιος έγραψε δημοσίως, και όπως από προχθές ήδη εφημολογείτο στις αίθουσες τύπου, ο δημοσιογράφος εξαιρέθηκε διότι μερίδα του ΣΥΝ του προσήψε τη ρετσινιά του εθνικιστή. Δηλαδή; Τι δηλαδή; Είναι απλό: Αν καταλαβαίνουμε καλά τη χροιά και το ειδικό βάρος του όρου “εθνικιστής”, όπως το εννoούν ένιοι της αντιεθνικιστικής Αριστεράς, ο Στάθης είναι «εθνίκι», πατριώτης, Ελληναράς· μάλιστα, ως βουλευτής μπορεί να υπερψήφιζε θέσεις των εθνικιστικών ΚΚΕ και ΛΑΟΣ…


Απορία: Είναι σαφές πώς αντιλαμβάνεται ενιαία ο ΣΥΡΙΖΑ τον εθνικισμό, τον πατριωτισμό, την εθνική ανεξαρτησία, την εθνική κυριαρχία; Κι αν ναι, αυτή η  ενιαία και αρραγής εννοιολόγηση βρέθηκε κατάφωρα αντίθετη με την ιδεολογία του παρ’ ολίγον επικεφαλής του ψηφοδελτίου; Αμφιβάλλω αν έχει ξεκάθαρη πολιτική και ιδεολογική πλατφόρμα ο ΣΥΡΙΖΑ για τα εθνικά ζητήματα· με ιδεοληψίες μάλλον και ρητορικές ασάφειες πολιτεύεται. Και με παλινωδίες: όπως λ.χ. στην αντιμετώπιση του Σχεδίου Ανάν· όταν με οριακή πλειοψηφία το κεντρικό όργανο του Συνασπισμού ετέθη υπέρ του Σχεδίου, ενώ ο τότε ευρωβουλευτής και μετέπειτα πρόεδρος Αλ. Αλαβάνος αρθρογραφούσε εναντίον.


Η ιδεοληπτική και ορθοτομούσα Αριστερά, που απέκλεισε το “εθνίκι”  Σταυρόπουλο, προσλαμβάνει επιλεκτικά τον Διαφωτισμό· αφαιρεί τον ριζοσπαστικό εθνικισμό, τον προοδευτικό πατριωτισμό, κρατάει τον διεθνισμό της σοβιετοκίνητης Κομιντέρν, συγκερασμένο με έναν αφηρημένο κοσμοπολιτισμό, περιέργως τον ίδιο με του υπερεθνικού καπιταλισμού που καταγγέλλει.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, με αβαρίες και απλουστεύσεις, με υποκλίσεις στο κυρίαρχο αποστειρωμένο λαϊφστάιλ των γκόλντεν μπόις και της φυλής των αεροδρομίων, η αριστερά εγκαταλείπει την ακόμη επίκαιρη κληρονομιά του δημοκρατικού πατριωτισμού του ΕΑΜ και του ριζοσπαστικού εθνικισμού, την εγκαταλείπει βορά στην άκρα δεξιά. Και εις επίρρωσιν, κανιβαλίζει αυτάρεσκα έναν δικό της άνθρωπο.

Το κομφούζιο στην Αριστερά, του Συνασπισμού και του ΣΥΡΙΖΑ προκαλεί τη χλεύη των σταθερών επικριτών του, και δικαίως ως ένα βαθμό. Οι έριδες των φατριών, η ιδεολογική πολυθολούρα, η πολιτική αφλογιστία, η τριχοτόμηση της τρίχας, η ίντριγκα ως αυτοσκοπός, η εσωκομματική υπερδημοκρατία συνδυαζόμενη με ωμό νεοσταλινισμό, η σκιαμαχία αριστεριστών- συστημικών, αντικαπιταλιστών – ρεφορμιστών, όλα τούτα τελούμενα σε φόντο βαθιάς πολτικής κρίσης και κοινωνικής ανησυχίας, προκαλούν τη χλεύη. Ωστόσο, οι πλείονες των χλευαστών είναι τζάμπα μάγκες· πλήττουν εκ του ασφαλούς τον εύκολο στόχο. Κλωτσάνε τον λαβωμένο, τον αυτόχειρα.

Η αυτόχειρ Αριστερά έκανε τα πάντα για να φτάσει εδώ, λοιδορούμενη και πτυόμενη. Παρασύρθηκε από έναν εύκολο κινηματισμό, έναν υπερακτιβισμό μάλλον, μια λατρεία της νεολαίας, χωρίς όμως να δίνει ουσιαστικό πολιτικό περιεχόμενο στην ανησυχία, την αναταραχή, την ανυπακοή. Η συνασπισμένη Αριστερά κολακεύτηκε και κολάκεψε, π.χ. στο φοιτητικό πεδίο· ο αγώνας κατά της μεταρρύθμισης δεν έπειθε πάντα, ότι προασπίζει το δημόσιο σχολείο, ότι το στηρίζει σαν καλό σχολείο, δημοκρατικό και αξιοκρατικό, προωθητικό των ανθρώπων και της κοινωνίας.

Παρ’ όλες τις αδυναμίες της πάντως, αυτή η Αριστερά, τα τελευταία χρόνια, ανταποκρίθηκε στο διάχυτο κοινωνικό αίτημα για άλλο πολιτικό λόγο και πράξη. Στρεβλά έστω, με αδυναμίες και μερικεύσεις, με αστοχίες, πάντως η Αριστερά άκουγε το κοινωνικό σώμα, κυρίως τους αδύναμους και τους μη ακουόμενους, και τους έδινε φωνή, τη φωνή που δεν τους αναγνωρίζει κανείς άλλος. Υπερασπίστηκε επίσης, δυναμικά, τον δημόσιο χώρο, υπερασπιζόμενη ουσιαστικά το Σύνταγμα και τους νόμους, όπως στην περίπτωση της απελευθέρωσης των παραλιών. Η αντίθεσή της μάλιστα στην ανέγερση Μολ στον Ελαιώνα έδειξε ότι η Αριστερά δεν φοβάται το συμβατικό πολιτικό κόστος, μπορεί να συγκρούεται με μεγάλα συμφέροντα και αγελαίες πεποιθήσεις.

Οι σημερινοί χλευαστές της φυσικά δεν στέκονται σε αυτά τα χαρακτηριστικά. Οπως δεν στέκονται ποτέ ερμηνευτικά και αναστοχαστικά, καταγραφικά και περιγραφικά έστω, απέναντι στις αναδυόμενες νέες ανάγκες, τις νέες επιθυμίες, τους νέους ανθρωπολογικούς τύπους. Κύρια ή και αποκλειστική έγνοια αυτών των σχολιαστών άλλωστε δεν είναι η κοινωνία, είναι η εξουσία. Και μάλιστα η διαχείριση, η νομή της εξουσίας· αυτής της εξαθλιωμένης τρέχουσας εξουσίας, αυτού του ρακένδυτου συστήματος που παράγει παρακμή, αυτού του συστήματος που καυτηριάζει αποστασιοποιημένα ο ευρωπαϊκός Τύπος.

Είναι αξιοσημείωτο: οι καθ’ έξιν και κατ΄επάγγελμα τιμητές της Αριστεράς, πληθωρικοί σε ευφυολογήματα και κακιούλες, δεν βρίσκουν να πουν κάτι αναλόγως βιτριολικό για τους νομείς της εξουσίας. Δεν βρίσκουν δομικές αδυναμίες ούτε στους απερχόμενους ούτε στους επελαύνοντες βαρώνους: Ποια κοινωνική αγωνία εκπροσωπούν, τι ελπιδοφόρο νέο κομίζουν, ποιο ρίσκο αναλαμβάνουν, ποιους υπερασπίζονται; Η κριτική τους είναι ανύπαρκτη ή ανώδυνη· ήπια σχόλια για το λάιφστάιλ, για προσωπικά χούγια, κουτσομπολιά. Ποτέ επί της ουσίας. Είναι πολιτική για οπαδούς και πελάτες, για αγέλες, για αναγνώστες σκανδαλοθηρίας. Για το «Hola» που μάς αξίζει…

Ακόμη και η ανάδειξη του Αλέξη Τσίπρα στην ηγεσία του ΣΥΝ δεν έπαψε ποτέ να συνοδεύεται από ειρωνεία και υποτίμηση, για το νεαρό της ηλικίας του, για τη μοτοσικλέτα του, για το κούρεμά του. Η προτεινόμενη τολμηρή ανανέωση ηγεσίας ουδέποτε ετέθη αντιμετώπη με την παρακμιακή εικόνα οικογενειοκρατίας των μεγάλων κομμάτων. Κι όμως από τους ίδιους αυτούς χλευαστές του «ντιντή» Τσίπρα, τους σιωπηρούς αβανταδόρους του επίσης νέου Κυριάκου Μητσοτάκη, η ανανέωση σε άλλες δυτικές δημοκρατίες χαιρετίστηκε με ενθουσιασμό. Δικαίως: Το φαινόμενο Ομπάμα έδειχνε την ικανότητα μιας κοινωνίας να ανανεώνεται και να τολμά, να ψηφίζει για Ελπίδα και Αλλαγή.

Η Αριστερά τόλμησε. Εκανε βήματα. Οχι αρκετά, όχι σχεδιασμένα, όχι στρατηγικά. Η ανομοιογένειά της, οι ασάφειες και οι τακτικισμοί στα ηγετικά κλιμάκια, οι λυκοφιλίες και οι αντίρροπες, αλληλομισούμενες τάσεις, δεν της επέτρεψαν να εκμεταλλευτεί την ιστορική ευκαιρία του 2007-2008. Η Κουμουνδούρου δεν άκουσε εγκαίρως τα μέλη της Αριστεράς, τους ψηφοφόρους, τους ανένταχτους, τη συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων που είναι η Αριστερά, χωρίς τίτλους ιδιοκτησίας και νεοσταλινικούς φετφάδες.

Αλλά ο πολιτικός χρόνος είναι μακρύς, είναι ιστορικός, δεν εξαντλείται σε μια ευκαιρία. Εν όψει και των εκλογών, η Αριστερά μπορεί μόνο να πράξει το στοιχειώδες: να ακούσει τον κόσμο της, και να παραμείνει γειωμένη στην κοινωνία.

Μακάρι οι εκλογές να άλλαζαν τη χώρα. Nα άλλαζαν το κλίμα ατονίας και παγωμάρας, να ενέπνεαν αισιοδοξία και αυτοπεποίθηση, να άρχιζε ο κόσμος να μη φοβάται το αύριο, να πιστεύει στις δυνάμεις του, να κάνει σχέδια για το μέλλον, να είναι υπερήφανος για την παρούσα χώρα του.

Αλλά οι εκλογές, που προκηρύχθηκαν βεβιασμένα, προτού τελειώσει το καλοκαίρι, μετά τις πυρκαγιές, όπως ακριβώς και πριν από δυό χρόνια, δεν μπορούν να αλλάξουν τίποτε. Διότι το πρόβλημα της χώρας δεν έγκειται στην εναλλαγή παρομοίων ανέμπνευστων και ανεπαρκών προσώπων· το πρόβλημα δεν είναι η εναλλαγή παρεών και φατριών, οικογενειών και δυναστειών, γόνων βορείων και νοτίων προαστίων. Το πρόβλημα της χώρας εν πολλοίς είναι ακριβώς αυτά τα πρόσωπα, αυτά τα κόμματα, αυτές οι φατρίες, οι δυναστείες και οι παρέες, που νέμονται τη χώρα επί δεκαετίες, με μόνη έγνοια τη νομή της εξουσίας και τη μοιρασιά ανάμεσα σε αδίστακτα συμφέροντα. Σαν διαρκές πλιάτσικο.

Μακάρι οι εκλογές του Οκτωβρίου να άλλαζαν τη χώρα. Να έδιναν τη χαμένη πνοή της στην κοινωνία που βαρηγκομάει και παραπατάει. Μακάρι να ήμασταν πεισμένοι ότι η τελετουργική εναλλαγή θα ανανέωνε τη δημοκρατία, θα έφερνε νέα πρόσωπα, νέες ιδέες, θα έφερνε ορμή και όραμα. Δυστυχώς, η πείρα αναλόγων εναλλαγών δεν μάς επιτρέπει να ελπίζουμε κάτι τέτοιο. Πολύ περισσότερο που η διεθνής συγκυρία είναι δυσμενέστερη, αφενός, και τα πρόσωπα είναι απελπιστικά όμοια με άλλοτε, αφετέρου.

Ελπίδα αχνοχάραξε το ΄96, με την πρώτη κυβέρνηση Σημίτη· είσοδο στη ζώνη του ευρώ και εκσυγχρονισμό έταζε τότε. Μπήκαμε στο ευρώ. Και κατόπιν όλο το εκσυγχρονιστικό εγχείρημα ξεφούσκωσε· εξαντλήθηκε σε αψιμαχίες για τις ταυτότητες· η χώρα παραδόθηκε στις εργολαβίες και στο ψευδο-όραμα των Ολυμπιακών. Ολη η δεύτερη θητεία Σημίτη χαρακτηρίζεται από την υποχώρηση της πολιτικής, την εξάτμιση κάθε οράματος, το φούντωμα της διαφθοράς. Την απογοήτευση.

Παρομοίως αχνή ελπίδα φέγγισε το 2004, με την πρώτη εκλογή Καραμανλή. Βοηθούσε και η ευφορία του Euro και των Ολυμπιακών, το καλοκαίρι του 2004 ήταν καλοκαίρι μέθης. Ο Κ. Καραμανλής μιλούσε διαρκώς για διαρθρωτικές αλλαγές, για μεταρρυθμίσεις και εκσυγχρονισμό. Μίλησε ακόμη και για νταβατζήδες. Τον άκουγες και φανταζόσουν ότι θα συνέχιζε τον εκσυγχρονισμό από εκεί που τον παράτησε ηττημένος ο Σημίτης. Μάταια. Σε λιγότερο από ενάμιση χρόνο, κάθε ελπίδα ανανέωσης, μεταρρύθμισης, εκσυγχρονισμού, είχε σβήσει. Η μέθη του 2004, τα πανηγύρια, η ανάταση του φαντασιακού, εξατμίστηκαν τάχιστα. Η δυσθυμία γενικεύτηκε, ρίζωσε βαθιά, μόνιμα μες στο κοινωνικό σώμα. Πολύ πριν από τις φοβερές πυρκαγιές του 2007 και το συνοδό ψυχικό σοκ, η κοινωνία είχε βουλιάξει στην αθυμία και στο τέλμα αλλεπάλληλων σκανδάλων. Και συνέχισε να βουλιάζει.

Τα σκάνδαλα επιβεβαίωσαν πια στο συλλογικό αίσθημα όχι απλώς τη διαφθορά, αλλά την ολοσχερή ανικανότητα του πολιτικού προσωπικού και την απόλυτη απόσπασή του από την κοινωνική πραγματικότητα και από κάθε αίσθηση δικαίου. Αυτή τη δραματική απόσπαση του ασπαίροντος και αγωνιώντος κοινωνικού από το τρέχον φάντασμα του πολιτικού κατέδειξε αναλόγως δραματικά  η εξέγερση των νέων, τον Δεκέμβρη του 2008. Η κοινωνία κινείται σε άλλη τροχιά, σε άλλο χωροχρόνο.

Η διεθνής κρίση και η ομολογημένη οικονομική δυσπραγία της χώρας (σχεδόν χρεωκοπία) βάρυναν το ήδη αβάσταχτο κλίμα. Τα υγιή τμήματα της κοινωνίας, που είναι και πλειοψηφικά, ασφυκτιούν στο κυρίαρχο σκηνικό πολιτικής και διοίκησης, στημένης επιχειρηματικότητας και νεοπαγών μαφιόζικων ελίτ: η ακηδία, η διαφθορά, η ανικανότητα, ο δόλιος ατομικισμός δηλητηριάζουν κάθε υγιή προσπάθεια, δηλητηριάζουν τη νεολαία· στραγγίζουν το σώμα από αίμα και πνοή.

Μακάρι οι εκλογές να άλλαζαν τη χώρα. Να άλλαζαν το κλίμα. Να έφερναν θέρμη στις καρδιές της στραγγισμένης και έμφοβης μεσαίας τάξης, λάμψη οράματος στα μάτια των νέων, να έφερναν αυτοπεποίθηση και αυτοσεβασμό. Φοβάμαι ότι οι εκλογές, έτσι που γίνονται, με προκαθορισμένες και αδύναμες επιλογές, με πολιτικούς χωρίς όραμα, χωρίς ρίσκο, χωρίς θέσεις, με εναλλαγές δυναστειών και τεχνικών της εξουσίας, με απούσα την πολιτική, οι τέτοιες εκλογές δεν μπορούν να αλλάξουν τίποτε. Εκτός κι αν, με την καταγραφή του αδιεξόδου και επί της κάλπης, σημάνει η απαρχή άλλων εξελίξεων, ανατροπών,  ανακατατάξεων ουσιαστικά πολιτικών. Μακάρι.

scandal

Το σκάνδαλο Siemens δεν υπήρξε ποτέ. ΟΙ γερμανικές αρχές δεν εκδίδουν τον  Μιχ. Χριστοφοράκο, διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρείας στην Ελλάδα· τον απαλλάσσουν σύμφωνα με το δικό τους νόμο, και τον αφήνουν ελεύθερο. Οι παράνομες πράξεις του στην Ελλάδα δεν είναι παράνομες στη Γερμανία. Ο μαέστρος του μεγαλύτερου ίσως σκανδάλου πολιτικού χρήματος τις τελευταίες δεκαετίες, κυκλοφορεί ελεύθερος και ατιμώρητος, χωρίς μαρτυρία, χωρίς λογοδοσία στην Ελληνική Δημοκρατία, σε αναγκαστική υπερορία βέβαια, αλλά ελεύθερος.

Χωρίς την προασαγωγή του επικεφαλής της Siemens  ενώπιον της Δικαιοσύνης, χωρίς τη δική του μαρτυρία, η διαλεύκανση του σκανδάλου ματαιώνεται. Ολοι θα γνωρίζουν μέσες-άκρες ότι χρήμα πολύ κύλησε σε ταμεία πολιτικών και κομμάτων, αλλά κανείς δεν θα μπορεί να το αποδείξει, και κανείς δεν θα τιμωρηθεί.

Το σκάνδαλο Siemens δεν υπήρξε ποτέ. Ο φάκελος θα κλείσει. Οπως έκλεισε ο φάκελος των υποκλοπών  Vodafone, όπως κλείνουν ένας ένας οι φάκελοι των κουμπάρων και των καρτέλ, της λεηλασίας των ταμείων δια των δομημένων ομολόγων, του Βατοπεδινού real estate και άλλα. Τα σκάνδαλα σκάνε, φουντώνουν στα μήντια και στα καφενεία, διαβρώνουν ακόμη βαθύτερα την εμπιστοσύνη στο δημοκρατικό κράτος, κι ύστερα σβήνουν μες στην ατιμωρησία και το κουκούλωμα, στη λήθη, έως ότου σκάσει το επόμενο σκάνδαλο, ακόμη πιο επαίσχυντο, ακόμη πιο παραλυτικό.

Το σκάνδαλο Siemens δεν υπήρξε ποτέ. Ηταν ένα απλό επεισόδιο στο διαρκές μεγασκάνδαλο που κατατρώει το πολιτικό σώμα της Ελληνικής Δημοκρατίας, απλό επεισόδιο στη διαρκή κυκλοφορία άοσμου πολιτικού χρήματος, στη σταθερή εναλλαγή δυναστειών και φατριών στην εξουσία, στη διαρκή συναλλαγή δωροδοτών και δωροληπτών σε κάθε μικρό και μεγάλο έργο.

Ηρεμοι, απαλλαγμένοι, βαδίζουμε προς την ανανέωση της δημοκρατίας δια της ψήφου μας.

«Κατάργησαν τα μάτια τους, τυφλοί. / Μάρτυρες δεν υπάρχουν πιά, για τίποτε.» (Γ. Σεφέρης)

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

  • Χρονική υστέρηση ή κενό επικοινωνίας ή … twitter.com/USAmbPyatt/sta… 2 weeks ago
  • Όσο ο Κυριάκος Μητσοτάκης αναβάλλει να ψηφίσει τα μνημόνια εφαρμογής της Συμφωνίας Πρεσπών η Τουρκία αγκαλιάζει Β.… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Στο αυτόφωρο ο δήμαρχος Μυκόνου, επειδή τα ξημερώματα ο Δήμος απομάκρυνε αυθαίρετες επεμβάσεις στην παραλία Καλό Λι… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Η Δεξιά είναι απενοχοποιημένη και αδίστακτη. Η Αριστερά, ας κρατήσει αυτό το χρήσιμο δίδαγμα, όταν θα γκρεμίζει τις… twitter.com/i/web/status/1… 2 months ago
  • O Xρυσοχοΐδης εφαρμόζει το πόρισμα. https://t.co/iVG6oHqxCo 6 months ago
  • Απετράπη η νυκτερινή αστυνομική εισβολή στο ΑΠΘ. Προς το παρόν. Ασπίδα φοιτητών και καθηγητών. #Χρυσοχοιδη_παραιτησου 6 months ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.019.123 hits
Αρέσει σε %d bloggers: