Διηνεκώς ημιαυθαίρετοι, καθολικά ημινόμιμοι
― Ασε, εμείς θα κάνουμε άλλη μαγκιά, ε… ―Γι’ αυτό σου λέω, ειναι ηλίθιοι οι άνθρωποι, δεν ξέρουν να κάνουνε δουλειές… ―Εμένα θα μου πεις; Γά…σέ τα. Αβγοτάραχο τελείως. ―Το ξέρω… Εμείς Αγιο Μαυρίκιο, ακούς; Εκεί… ―Ναι,ναι, ναι. ―Αιώρα, αιώρα, ξέρεις τι είναι η αιώρα; ―Οffshore ναυτιλιακή…
Οι υποκλαπείσες συνδιαλέξεις του κατάδικου Βλαστού με τους συνεργάτες του στο συνδικάτο εγκλήματος, αποσπασματικές, σπασμένες, ακατάληπτες κατά διαστήματα, με επαναλήψεις και εμμονές, λόγια ανάκατα με ρεκασμούς, κομματάκια μιας ομιλίας καρτοκινητής, αυτές οι συνομιλίες καθρεφτίζουν παρ’ όλ’ αυτά έναν διάχυτο λόγο, διάχυτο παντού, ένα discours ριζωμένο στο συλλογικό φαντασιακό, διάσπαρτο σε καφετέριες, μπαράκια, ταβέρνες, έναν λόγο δημόσιο. Είναι τα θραυσματικά λόγια μιας θρυμματισμένης συνείδησης, ανδρών και γυναικών μοιραίων, ματαιωμένων, λυσσασμένων για μια νίκη με τα χρώματα της Φεράρι Τεσταρόσα, τόσο ματαιωμένων και λυσσασμένων, που μιλάνε για φέρετρα κλειστά και κεφάλια ανοιγμένα όπως μιλάνε για μεζονέτες και τζιπ.
Είναι θρυμματισμένα λόγια από μια ραγισμένη κοινωνία, γκρίζα απ’ άκρη σ’ άκρη, διηνεκώς ημιαυθαίρετη, καθολικά ημινόμιμη, που ξεπλένει χρήμα και μακιγιάρει περσόνες μεγάλων, αρχηγών και γιγαντοτεράστιων. Και είναι λόγος των κυρίαρχων, των άνετων, των ισχυρών.
Είναι λόγια που ακούμε παντού γύρω, αυθάδη και άπληστα, κυνικά. Σπασμένα λόγια στο μετρό, στα πεζοδρόμια, τερατώδης αφασία πληθωρισμένη με εκατομμύρια κινητά. Και απελπισμένα ομογενοποιητικά: τα λένε οι έχοντες, τα λένε και οι φτωχοδιάβολοι, φενακισμένα ανθρωπάκια, ανεπίληπτοι μάνατζερ, γκάνγκστερ, πολιτικοί, δημόσιοι λειτουργοί, όλοι μαζί στη στρατόσφαιρα της αιώρας, του Αγιου Μαυρίκιου, της offshore, όλοι με την ίδια αγωνία: πώς θα μαζέψουν και πώς θα ξεπλύνουν το χρήμα.
Τα λόγια του κατάδικου και του χωματουργού είναι διάλογοι από παρωδία του Ταραντίνο, είναι όμως και λόγια που μοιάζουν ανατριχιαστικά με λόγια του 1989, με υποκλαπέντες διαλόγους κορυφαίου υπουργού και κορυφαίου εκδότη για τα λεφτά του Κωσκοτά και την τιμή του πολιτικού κόσμου: «Aρ…ια μοιραλέικα!» Ιδιο discours, ίδιο θέμα: ο βούρκος της καθολικής ημινομιμότητας.

― Ασε, εμείς θα κάνουμε άλλη μαγκιά, ε… ―Γι’ αυτό σου λέω, ειναι ηλίθιοι οι άνθρωποι, δεν ξέρουν να κάνουνε δουλειές… ―Εμένα θα μου πεις; Γά…σέ τα. Αβγοτάραχο τελείως. ―Το ξέρω… Εμείς Αγιο Μαυρίκιο, ακούς; Εκεί… ―Ναι,ναι, ναι. ―Αιώρα, αιώρα, ξέρεις τι είναι η αιώρα; ―Οffshore ναυτιλιακή…

Οι υποκλαπείσες συνδιαλέξεις του κατάδικου Βλαστού με τους συνεργάτες του στο συνδικάτο εγκλήματος, αποσπασματικές, σπασμένες, ακατάληπτες κατά διαστήματα, με επαναλήψεις και εμμονές, λόγια ανάκατα με ρεκασμούς, κομματάκια μιας ομιλίας καρτοκινητής, αυτές οι συνομιλίες καθρεφτίζουν παρ’ όλ’ αυτά έναν διάχυτο λόγο, διάχυτο παντού, ένα discours ριζωμένο στο συλλογικό φαντασιακό, διάσπαρτο σε καφετέριες, μπαράκια, ταβέρνες, έναν λόγο δημόσιο. Είναι τα θραυσματικά λόγια μιας θρυμματισμένης συνείδησης, ανδρών και γυναικών μοιραίων, ματαιωμένων, λυσσασμένων για μια νίκη με τα χρώματα της Φεράρι Τεσταρόσα, τόσο ματαιωμένων και λυσσασμένων, που μιλάνε για φέρετρα κλειστά και κεφάλια ανοιγμένα όπως μιλάνε για μεζονέτες και τζιπ.

Είναι θρυμματισμένα λόγια από μια ραγισμένη κοινωνία, γκρίζα απ’ άκρη σ’ άκρη, διηνεκώς ημιαυθαίρετη, καθολικά ημινόμιμη, που ξεπλένει χρήμα και μακιγιάρει περσόνες μεγάλων, αρχηγών και γιγαντοτεράστιων. Και είναι λόγος των κυρίαρχων, των άνετων, των ισχυρών.

Είναι λόγια που ακούμε παντού γύρω, αυθάδη και άπληστα, κυνικά. Σπασμένα λόγια στο μετρό, στα πεζοδρόμια, τερατώδης αφασία πληθωρισμένη με εκατομμύρια κινητά. Και απελπισμένα ομογενοποιητικά: τα λένε οι έχοντες, τα λένε και οι φτωχοδιάβολοι, φενακισμένα ανθρωπάκια, ανεπίληπτοι μάνατζερ, γκάνγκστερ, πολιτικοί, δημόσιοι λειτουργοί, όλοι μαζί στη στρατόσφαιρα της αιώρας, του Αγιου Μαυρίκιου, της offshore, όλοι με την ίδια αγωνία: πώς θα μαζέψουν και πώς θα ξεπλύνουν το χρήμα.

Τα λόγια του κατάδικου και του χωματουργού είναι διάλογοι από παρωδία του Ταραντίνο, είναι όμως και λόγια που μοιάζουν ανατριχιαστικά με λόγια του 1989, με υποκλαπέντες διαλόγους κορυφαίου υπουργού και κορυφαίου εκδότη για τα λεφτά του Κωσκοτά και την τιμή του πολιτικού κόσμου: «Aρχ..ια μοιραλέικα!» Ιδιο discours, ίδιο θέμα: ο βούρκος της καθολικής ημινομιμότητας.

Advertisements