Του Νίκου Γ. Ξυδάκη
Η Ρόζα, ο Κορνήλιος και ο Ερμπερτ
Στο όριο της φαιδρότητας ήταν η διαμάχη κυβέρνησης-αντιπολίτευσης, με αφορμή τη φράση «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα», που εκτόξευσε ο αρχηγός του ΠΑΣΟΚ Γ. Παπανδρέου. Τα κυβερνητικά στελέχη, που αντέδρασαν οργισμένα, δεν έχουν ακουστά ούτε την περίφημη θεωρητικό και ακτιβίστρια Ρόζα Λούξεμπουργκ, μητέρα της διλημματικής φράσης ήδη από το 1916, ούτε τον φιλόδοφο Κορνήλιο Καστοριάδη, συνεχιστή αυτής της στοχαστικής παράδοσης από το 1948 και μετά· κοντολογίς, αγνοούν μείζονα ρεύματα της πολιτικής σκέψης του 20ού αιώνα. Εξ ου και οι ανιστόρητες απάντήσεις τους υπήρξαν φαιδρές.
Ωστόσο φαιδρή εμφανίζεται και η αξίωση του σοσιαλδημοκράτη Γ. Παπανδρέου να εμφανιστεί κληρονόμος της κόκκινης Ρόζας, η οποία δολοφονήθηκε από τα παρακρατικά Freikorps, κατ’ αντολήν του σοσιαλδημοκράτη ηγέτη Φρίντριχ Ερμπερτ. Σε εκείνο το συγκείμενο βέβαια, του ταραγμένου 1919, με την Γερμανία και την Ευρώπη ερείπια από τον Α’ παγκόσμιο, και την Ρωσική Επανάσταση να αλλάζει τον ρου της ιστορίας.
Η ιστορία εμπεριέχει αντινομίες, κι όταν την χρησιμοποιείς σκοπιμοθηρικά, υπονομεύει τον πονηρό ρήτορα, τον ειρωνεύεται. Αυτήν ακριβώς την ειρωνεία δεν αντελήφθη ―φυσικά― ούτε η γραμματέας του ΚΚΕ, Αλέκα Παπαρήγα, η οποία για άλλη μια φορά διεκδίκησε το χρίσμα και την ορθοδοξία του σοσιαλισμού για το κόμμα της· αναθεματίζοντας για άλλη μια φορά την Ευρώπη, και χλευάζοντας το ΠΑΣΟΚ που δεν έχει σχέση με τον «γνήσιο» σοσιαλισμό… Η κ. Παπαρήγα διεκδικεί κι αυτή την σπαρτακίστρια-συμβουλιακή Ρόζα, με τον ίδιο πρωτόγονο τρόπο που το κόμμα της αναστηλώνει ιδεολογικά τον Στάλιν.
Η άγνοια, η επιπόλαιη χρήση της ιστορίας ως ατάκας, ο σοσιαλισμός ως λάιφστάιλ, η λατρεία δογμάτων, η αμορφωσιά, η ιδιοτέλεια, χαρακτηρίζουν και τούτη τη φαιδρή διαμάχη περί ονομάτων και εικόνων, και τούτο τον άσκοπο βερμπαλισμό ― όπως χαρακτηρίζουν σχεδόν τον σύνολο δημόσιο λόγο των πολιτικών σήμερα.

Στο όριο της φαιδρότητας ήταν η διαμάχη κυβέρνησης-αντιπολίτευσης, με αφορμή τη φράση «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα», που εκτόξευσε ο αρχηγός του ΠΑΣΟΚ Γ. Παπανδρέου. Τα κυβερνητικά στελέχη, που αντέδρασαν οργισμένα, δεν έχουν ακουστά ούτε την περίφημη θεωρητικό και ακτιβίστρια Ρόζα Λούξεμπουργκ, μητέρα της διλημματικής φράσης ήδη από το 1916, ούτε τον φιλόσοφο Κορνήλιο Καστοριάδη, συνεχιστή αυτής της στοχαστικής παράδοσης από το 1948 και μετά· κοντολογίς, αγνοούν μείζονα ρεύματα της πολιτικής σκέψης του 20ού αιώνα. Εξ ου και οι ανιστόρητες απαντήσεις τους υπήρξαν φαιδρές.

Ωστόσο φαιδρή εμφανίζεται και η αξίωση του σοσιαλδημοκράτη Γ. Παπανδρέου να εμφανιστεί κληρονόμος της κόκκινης Ρόζας, η οποία δολοφονήθηκε από τα παρακρατικά Freikorps, με την ανοχή του σοσιαλδημοκράτη ηγέτη Φρίντριχ Εμπερτ. Σε εκείνο το συγκείμενο βέβαια, του ταραγμένου 1919, με την Γερμανία και την Ευρώπη ερείπια από τον Α’ παγκόσμιο, και την Ρωσική Επανάσταση να αλλάζει τον ρου της ιστορίας.

Η ιστορία εμπεριέχει αντινομίες, κι όταν την χρησιμοποιείς σκοπιμοθηρικά, υπονομεύει τον πονηρό ρήτορα, τον ειρωνεύεται. Αυτήν ακριβώς την ειρωνεία δεν αντελήφθη ―φυσικά― ούτε η γραμματέας του ΚΚΕ, Αλέκα Παπαρήγα, η οποία για άλλη μια φορά διεκδίκησε το χρίσμα και την ορθοδοξία του σοσιαλισμού για το κόμμα της· αναθεματίζοντας για άλλη μια φορά την Ευρώπη, και χλευάζοντας το ΠΑΣΟΚ που δεν έχει σχέση με τον «γνήσιο» σοσιαλισμό… Η κ. Παπαρήγα διεκδικεί κι αυτή την σπαρτακίστρια-συμβουλιακή Ρόζα, με τον ίδιο πρωτόγονο τρόπο που το κόμμα της αναστηλώνει ιδεολογικά τον Στάλιν.

Η άγνοια, η επιπόλαιη χρήση της ιστορίας ως ατάκας, ο σοσιαλισμός ως λάιφστάιλ, η λατρεία δογμάτων, η αμορφωσιά, η ιδιοτέλεια, χαρακτηρίζουν και τούτη τη φαιδρή διαμάχη περί ονομάτων και εικόνων, και τούτο τον άσκοπο βερμπαλισμό ― όπως χαρακτηρίζουν σχεδόν τον σύνολο δημόσιο λόγο των πολιτικών σήμερα.

Advertisements