You are currently browsing the monthly archive for Απρίλιος 2009.

neratzia

Εμμονικός, μπανάλ, αναμενόμενος… Το δέχομαι. Αλλά θα ξαναπώ την έκπληξή μου και τη συγκίνηση και την εγκαρδίωση από την επαφή μου με τους γιατρούς και το προσωπικό του Εθνικού Συστήματος Υγείας. Γιατί αυτοί οι άνθρωποι, δουλεύοντας υπό αντίξοες συνθήκες, αποδεικνύουν έργω ότι είναι δυνατή η δημοκρατία, η φιλαλληλία, η αξιοπρέπεια, παντού, ακόμη και στη δυσκολότατη ώρα του ραγισμένου σώματος, του φόβου και του πόνου.

Ενα κακοδιαγνωσμένο κάταγμα συγγενικού πρόσωπου μάς έφερε πρωινιάτικα στο Γενικό Κρατικό Αθηνών, πρώην Ρυθμιστικό, νυν Γεννηματά. Είχα να πάω από φοιτητής, για μαθήματα ΩΡΛ, και μια επίσκεψη στο Οφθαλμολογικό Κέντρο, τότε ΚΟΦΚΑ. Εχει αλλάξει, δηλαδή έχει μεγαλώσει.

Στο εύτακτο προαύλιο σε υποδέχονται οι ολάνθιστες νερατζιές, σε παίρνουν με την ανθοσμία τους, δοξολογία στην άνοιξη, βάλσαμο φόβου.  Παρά τη μικρή εφημερία, η ατμόσφαιρα στα Επείγοντα είναι ήρεμη, πολιτισμένη. Περιμένουμε, περιμένουμε, τέλος εισβάλλουμε στο Ορθοπεδικό. Μας υποδέχονται προσηνείς, μια επιμελήτρια κι ένας ειδικευόμενος. Φροντίζουν ταυτοχρόνως τρία-τέσσερα περιστατικά, έκτακτα, περαστικούς, ατυχηματίες, πονεμένες αρθρώσεις, παίρνουν ιστορικό, τηλεφωνούν, προωθούν για ακτινογραφίες, συνταγογραφούν. Η γιατρίνα, μια ευγενική μορφή με αργυρά ριχτά μαλλιά, γλυκομιλάει σε γραϊδια, ροκ παλικάρια, ταλαιπωρημένες νοικοκυρές, σοκαρισμένους ηλικιωμένους με γραβάτα και «Καθημερινή» στο φορείο. Μα τι αγγελική γλύκα έχει αυτή η ομιλία της, το φέρσιμό της! Καλμάρει τους ασθενείς, τους γλυκαίνει και τους γαληνεύει. Σε μια γιαγιά στο αμαξίδιο καθώς την αποχαιρετά, της προσφέρει μια εικονίτσα της Παναγίας· η γραία βαριακούει μα καταλαβαίνει, της δίνει την ευχή της. Σαστίζω· μπροστά μου εκδραματίζεται σκηνή Παπαδιαμάντη, αφελής και γνησία, ζώσα ηθογραφία.

Οι πρώτες εξετάσεις και η εισαγωγή γίνονται στα γρήγορα. Εμείς αδρανούμε, αγκυρωμένοι στις προκαταλήψεις μας περί δημόσιου νοσοκομείου. Εχοντας πρόσφατο στα μάτια μου τον οκτάκλινο θάλαμο του Νικαίας, παρακαλώ για δίκλινο. Ολοι οι θάλαμοι μας είναι τρίκλινοι, μου απαντούν. Κι άλλη έκπληξη. Ο τρίκλινος θάλαμος είναι έξοχος. Ο ασθενής τακτοποιείται ταχύτατα. Μόλις κοντοστέκομαι στον διάδρομο, οι νοσηλεύτριες σπεύδουν για βοήθεια, για καθοδήγηση στα γραφειοκρατικά, τα χαρτιά του ΙΚΑ, τι αναλώσιμα να προμηθευτούμε, πώς κλείνουμε αποκλειστική νυχτερινή, τι τρώει ο ασθενής, όλα. Ολα είναι σε ρυθμό, δεν νιώθεις καμιά εγκατάλειψη.

Περιμένουμε τον γιατρό μας· σαράντα-κάτι, διδάκτωρ, λαμπρός χειρουργός, αφοσιωμένος κλινικός, από αυτούς τους παράδοξους επιστήμονες που στηρίζουν το ΕΣΥ με τις επιδόσεις και την αυταπάρνησή τους. Χίλια πεντακόσια ευρώ βασικός μισθός συν τις εφημερίες… Τόσο αποτιμάται η συμβολή τους στην έμπρακτη, την ουσιώδη δημοκρατία.

Οσο περνάει η ώρα, το πλήθος της εφημερίας πιέζει το νοσοκομείο, αλλά δεν το αποσυναρμολογεί, όπως περιμένω να δω· η εφημερία είναι μικρή, ώς τις δυόμιση, το Γενικό Κρατικό αντέχει. Στους διαδρόμους, στα κλιμακοστάσια, στους υπαίθριους χώρους, διακρίνεις τους συγγενείς σε ρόλο νοσηλευτικού προσωπικού ― είναι κι αυτό ένα σταθερό χαρακτηριστικό του ΕΣΥ. Μανάδες, κόρες, αδελφές, θείες, πηγαινοφέρνουν νερά, μαχαιροπίρουνα, πυτζάμες, τάπερ με σπιτικά μαγειρέματα, φροντίζουν τους ανθρώπους τους, άγρυπνες, αεικίνητες, με αναπαυτικά Nike και παντελόνι φόρμας· μπουκώνουν κανακάρηδες, καταγματίες φρεσκοεγχειρισμένους, δασύτριχους άντρακλες με σταυρουδάκι και σατέν πυτζάμες που ξεφυλλίζουν περιοδικά μοτοσικλέτας,  η τηλεόραση παίζει Μενεγάκη χωρίς ήχο. Οταν έρθει το γεύμα οι μανάδες-κόρες-σύζυγοι επιθεωρούν το τρόλεϊ με τους δίσκους, ξεδιαλέγουν το γιαούρτι και το φρούτο, μεταρρυθμίζουν το διαιτολόγιο· οι κανακάρηδες έχουν ήδη αποφάει τη σπανακοτυρόπιτα και τους κεφτέδες.

Στα πόδια του κρεβατιού, η φιάλη αντισηπτικού Ιμπιτάν. Στην κεφαλή του κρεβατιού, πλαστικοποιημένη εικονίτσα της Παναγίας. Στον μεγάλο τοίχο, μια θηκούλα. Με κάτι φτενά βιβλιαράκια μέσα, μπροστά είναι η Ακολουθία των Χαιρετισμών. Από έμφυτη ή επαγγελματική περιέργεια τα πιάνω, είναι τυπωμένα σε χαρτί εφημερίδας, προχειροκομμένα, βίοι Αγίων: Παχώμιος, Ονούφριος, Αρσένιος, ερημίτες της Αιγύπτου, αναχωρητές, υπεράνω του πόνου. Στα οπισθόφυλλα διαφημίζονται βιβλία και βίντεο ψυχωφελή· και τα μπεστ σέλερ, οι υποψήφιοι άγιοι του καιρού μας: Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης, ο ερημίτης της Πολυκλινικής στην άγρια Ομόνοια, και ο γέρων Παϊσιος ο Αγιορείτης. Και από πάνω το πρωινάδικο παίζει ζώδια και Eurovision. Ελλάδα συμφιλιωμένη και ασυμφιλίωτη, υπόκωφη, πολύτροπη.

Εξω οι νερατζιές οργίαζαν πολύτροπες: βαθύ πράσινο το φύλλωμα, λαμπρό πορτοκαλί ο καρπός, λευκό το άνθος το μεθυστικό.

Advertisements

Πού θα φτάσει η κατάσταση; Πού πάμε; Οπου και να σταθείς, αυτή την κουβέντα ακούς. Ενα ερώτημα χωρίς απάντηση, καμία εύκολη τουλάχιστον. Πού πάμε σαν κοινωνία, σαν χώρα, σαν λαός; Το ερώτημα περιέχει αμηχανία και αγωνία, αόριστο φόβο, σαστισμάρα και αδυναμία, αλλά και μια σπίθα θέλησης: αν μπορούμε, ας κάνουμε κάτι, δεν πάει άλλο.

Βαριές κουβέντες πασχαλιάτικα. Αλλά δεν μπορείς να τις προσπεράσεις. Ο τόνος που περιέχεται στο τωρινό «πού πάμε;» πηγαίνει πολύ πέρα από τις συνηθισμένες κουβέντες καφενείου, από τον συνήθη δεκάρικο του ρηχού κυνικού που στολίζει τους πολιτικούς με επίθετα απαξίωσης δηλωτικά. Οχι, ο τόνος διαφέρει. Από τη διάχυτη δυσθυμία, που διαπιστώνεται στο σώμα της εγχώριας μεταδημοκρατίας από το καλοκαίρι του 2007, σήμερα έχουμε φτάσει στην παράλυση. Παράλυτη κυβέρνηση, παράλυτο κράτος, παγωμένη οικονομία, αγωνιώσα ημιπαράλυτη κοινωνία.

Ο βίος συνεχίζεται κανονικά ― σχεδόν. Στα διόδια τα ΙΧ της εξόδου σχηματίζουν ουρές, τα αμνοερίφια παραγγέλθηκαν εγκαίρως και διεθνιστικά, αυγά θα τσουγκρίσουν, οικογένειες θα σμίξουν. Το περίβλημα στέκει όρθιο. Από μέσα όμως συντελείται διαρκώς μια εσωτερική κατάρρευση. Ενας φλοιός μάς συνέχει· η ψίχα φυραίνει αδιάκοπα. Η ψίχα είναι η ψυχή, η συλλογική ψυχή. Που δεν είναι πια ούτε ψυχή ούτε συλλογική.

Φυραίνει η πίστη στο σύστημα και τους θεσμούς, έχει χαθεί οριστικά η πίστη στις ηγεσίες. Ο,τι και να ψηφίσει στις προσεχείς εκλογές ο ερωτών «πού πάμε;», ξέρει ότι απάντηση πειστική δεν θα λάβει. Η ύφεση, οι περικοπές ημερών εργασίας και μισθών, το πολύσημο σοκ του Δεκεμβρίου, θέτουν τα δικά τους σκληρά ερωτήματα, τα οποία κανείς πολιτικός γόνος με pedigree δεν μπορεί να απαντήσει, ούτε καν να αντιμετωπίσει. Ιδού ένα ορατό ερείπιο: η πολιτική ελίτ αιωρείται μέσα στο περίβλημα, στο κενό της κατάρρευσης, αυτονομημένη από το κοινωνικό σώμα, αυτονομημένη από τις ανάγκες και τις αγωνίες της κοινωνίας, κινούμενη μόνο βάσει των δικών της ιδιοτελών αναγκών, κινούμενη αποκλειστικά για την αυτοαναπαραγωγή της. «Και οι άλλοι να ‘ρθουνε, τι θ’ αλλάξει; Ολοι ίδιοι είναι…» Η πικρή ισοπεδωτική απόφανση που ακούμε κάθε μέρα περιέχει παρ’ όλ’ αυτά συμπυκνωμένη την εκτίμηση για όλο το πολιτικό σύστημα: νεποτισμός, αναξιοκρατία, διαφθορά, ανικανότητα. Πικρά, πολύ πικρά όλα αυτά.

Παρόμοια πικρή γνώμη αιωρείται για την οικονομική ελίτ: εν μέρει παρασιτική, εν μέρει υπερεθνική, εν όλω προσοδοθηρική, και σε κάθε περίπτωση ελάχιστα αναπτυξιακή και ριψοκίνδυνη. Η χώρα αντιμετωπίζεται ως πεδίο άντλησης κέρδους και σπανίως ή ποτέ ως δημόσιος χώρος που πρόσφερε ευκαιρίες κερδοφορίας και αξίζει άρα να του επιστραφεί μέρος του κέρδους. Κατάρρευση κι εδώ.

Η γνώση αυτών των ασυμμετριών, λειψή και στρεβλή το συχνότερο, εκβάλλει πάντα στην πίκρα, στον φθόνο, τη μνησικακία, τη μεμψιμοιρία, τη μοιρολατρική αποδοχή της κατάρρευσης. Ηττημένος χωρίς μάχη, ο πολίτης μέμεφεται και ταυτοχρόνως φθονεί τους προνομιούχους κατεδαφιστές, αυτούς που έχουν το προνόμιο να επιζούν ενώ τα πάντα γύρω τους καταρρέουν. Η μνησικακία όμως ή η διάχυτη μικροδιαφθορά δεν σώζει· δεν προσφέρει αυτοπεποίθηση, πίστη, ελπίδα, δύναμη για να αντιστραφεί η διαδικασία της κατάρρευσης. Ετσι, την κατάρρευση πυροδοτεί κάθε πλευρά: η αυτοαναφορική, σχεδόν αυτιστική πολιτική ελίτ, η προσοδοθηρική, σχεδόν μοχθηρή οικονομική ελίτ, η παραλυμένη από φόβο μεσαία τάξη, τα κατώτερα στρώματα εξουθενωμένα προ πολλού από την ανέχεια και την αμάθεια, ακόμη και η νεολαία που βλέπει το μέλλον της διαψευσμένο και μαύρο προτού καν δοθεί της ζωής.

Χωρίς στοιχειώδη αυτογνωσία, χωρίς αυτοπεποίθηση και στρατήγημα, αυτή η πολυσθενής κοινωνία κινείται φυγόκεντρα και αντινομικά, κανιβαλίζεται· κάθε λόμπι, συντεχνία, προσωρινό σύμπηγμα συμφερόντων, κάθε ομάδα επιτίθεται η μία στην άλλη και όλες μαζί στο κουρελιασμένο κράτος, για να εξασφαλίσουν ένα ράκος προνομίου, μια υπόσχεση, έναν διορισμό, μια αύξηση κομίστρου, μια επιδότηση. Δεν κινείται ούτε ατομικιστικά ούτε συλλογικά· κινείται συντεχνιακά, τοπικιστικά και αποσπασματικά, τυφλά και μουγκά, παράγει φθορά. Αυτή η κερματισμένη κοινωνία παράγει κατάρρευση· την κατάρρευσή της.

«Δεν πάει άλλο…» Πράγματι, δεν έχουν μείνει πολλά να γκρεμίσουμε· κάποιες υγιείς εστίες, κάποιοι τελευταίοι πυρήνες απομένουν, από αυτούς αντλούμε όλοι. Δημόσιοι υπάλληλοι που είναι αποτελεσματικοί και έντιμοι, γιατροί που ξενυχτάνε, πυροσβέστες που ρισκάρουν, μαγαζάτορες που δεν καταπατούν το πεζοδρόμιο, καθηγητές που δεν λουφάρουν. Νέοι που σκορπάνε απλόχερα το γέλιο τους στην ανοιξιάτικη εσπέρα.

Να, γι’ αυτούς, τους νέους, χτυπάει πιο δυνατά η καμπάνα της Ανάστασης, αυτοί μπορούν ν’ ακούσουν πιο βαθιά το τραγούδι της Ανοιξης, και να αντιδράσουν, να ανασχέσουν την κατάρρευση, προτού αρχίσουμε να σωρεύουμε χαμένες γενιές, γενιές ηττημένες χωρίς μάχες, ψαλιδισμένες, ξενιτεμένες, διαψευσμένες, στεγνές. Προτού στερέψουμε.

Ας τους επιτρέψουμε τουλάχιστον να πιστέψουν στον εαυτό τους και να ανοιχτούν στον μακρύ χρόνο.

«Ακου τα σήμαντρα / των εξοχικών εκκλησιών. / Φτάνουν από πολύ μακριά / από πολύ βαθιά. / Απ’ τα χείλη των παιδιών / απ’ την άγνοια των χελιδονιών / απ’ τις άσπρες αυλές της Κυριακής…»
Η Εαρινή Συμφωνία του Γιάννη Ρίτσου είναι σαν να γράφτηκε για τον καιρό μας τον δύσκολο. Αντηχεί τον μακρύ ιστορικό χρόνο, ενοποιεί την παιδική Εδέμ με το παρόν, ανοίγει παράθυρο στην ελπίδα και την καταλαγή.

Την χρειαζόμαστε την ποίηση αυτό τον καιρό, χρειαζόμαστε την αίσθηση της μακράς διάρκειας αυτές τις μέρες, καθώς γυρνάμε στη γη, αντικρίζουμε ουρανό και αγριολούλουδα, μυρίζουμε φρέσκο χώμα· καθώς αφήνουμε πίσω μας το άστυ, την ύφεση, τη δυσθυμία, το αβέβαιο παρόν. Στην ολάνθιστη φύση του “ξανθού Απρίλη” ―ας μην είναι δάσος και λειμώνας, ας είναι κηπάριο, μια ταπεινή αυλή― συντροφεμένοι από οικογένειες και φίλους, αφήνουμε πίσω το παρόν, και ανοιγόμαστε στο μέλλον. Τη χρειαζόμαστε τούτη την ηθογραφία.

Συνωστιζόμαστε σε διόδια και λιμάνια, σε αεροδρόμια, σταθμούς. Πλέουμε, πετάμε, οδεύουμε προς μια φυσαλίδα χαρμόσυνου μέλλοντος, ανερχόμαστε από τον Αδη της πραγματικότητας προς το φως της γιορτής, προς το διαρκές τάμα να γιορτάζουμε το Πάσχα ρωμέικο, σε ραχούλες και βραχονησίδες, σε ρεματιές και πλατείες, σε Βρυξέλες, Σίδνεϊ, Σκιάθο, Νέα Υόρκη. Πάσχα ρωμέικο, βακχείας και χαρμολύπης, γιορτή ανθρώπων αντινομικών, αρχαίων, παράφορων, αλλοπρόσαλλων, που ζουν τη ζωή σαν ηθογραφία διάστικτη από ποταπότητα και μεγαλείο. Σαν να μας ιστορεί ακόμη ο Παπαδιαμάντης, όπως ιστορεί τον Κερκυραίο μπαρμπα-Πύπη, βαφτισμένο καθολικό μα πολέμιο του Πάπα, γαλουχημένο Δυτικό μα πολέμιο των Αγγλων, όστις τα «πατερμά του ήξευρε ρωμέικα» και τάμα είχε να πηγαίνει πεζός ως τον Πειραιά να αναστήσει.

Ετσι ακόμη. Μες στην ηθογραφία μας ζούμε, κάθε πόδι σ’ άλλη βάρκα. Κι έτσι εισβάλλουμε στο Πάσχα, λουζόμαστε το Φως.

Σόλωνος, Κυριακή των Βαΐων

Σόλωνος, Κυριακή των Βαΐων

Ζωοδόχου Πηγής, 12.04.2009

Ζωοδόχου Πηγής, 12.04.2009

buzz it!

Τρεις πρόσφατες ταινίες, τρία δράματα, μας υπενθυμίζουν πόσο δραστικός και καίριος μπορεί να είναι ο αμερικανικός κινηματογράφος, πόσο καλά αφουγκράζονται το παρόν και τους κοινωνικούς κραδασμούς οι Αμερικανοί κινηματογραφιστές, και πόσο γρήγορα και αποτελεσματικά μπορούν να μετουσιώσουν ένα κοινωνικό φαινόμενο σε αφήγημα, σε δράμα, σε έργο τέχνης. Οι τρεις ταινίες είναι το “Παγωμένο ποτάμι”, to “Gran Torino” και το “The Visitor”. Ολες οι ταινίες είναι παραγωγές μικρομεσαίου κόστους και ολιγοπρόσωπες, και όλες καλογυρισμένες, με ερμηνείες υψηλού επιπέδου, με σχετικά άγνωστους σκηνοθέτες και ηθοποιούς, εκτός του Κλιντ Ιστγουντ (Gran Torino).

Σε όλες τις ταινίες θέμα είναι η μετανάστευση, ο ξένος, ο φτωχός, ο σε αποκλεισμό ή κατατρεγμό, και η σχέση του ξένου με τον γηγενή, που τραβάει κι αυτός παρόμοια βάσανα, άλλης κλίμακας, αλλά ίδιου πυρήνα: φτώχεια, μοναξιά, φθορά, δυσκολίες προσαρμογής στο καινοφανές περιβάλλον.

Το θέμα των ταινιών είναι ο καιρός μας, η ανθρώπινη συνθήκη στον 21ο αιώνα: οι ανισότητες, οι μετακινήσεις, οι αποκλεισμοί, ο αμήχανος άνθρωπος ενώπιον του απειλητικά αναδυόμενου νέου, οι άνθρωποι σε μεταιχμιακή κατάσταση, η μοναξιά, η δύσκολη διατήρηση της αξιοπρέπειας, η σκληρή δοκιμασία των παλαιών ηθικών αρχών.

frozen-river

Στο Παγωμένο Ποτάμι μια γυναίκα της εργατικής τάξης παλεύει να κρατήσει ενωμένη και σώα την οικογένειά της, δυο ανήλικα αγόρια, στα παγωμένα αμερικανοκαναδικά σύνορα, με -28 βαθμούς σ’ ένα φτενό λυόμενο που μπάζει, με μερική απασχόληση, με σύζυγο τζογαδόρο που έχει αποδράσει. Σε τρεις σκηνές, περιγράφεται όλο το δράμα των πληβείων της πλουσιότερης χώρας. Για να τα βγάλει πέρα, συνεργάζεται με μια μοναχική Ινδιάνα: περνούν στις ΗΠΑ λαθρομετανάστες, διασχίζοντας το παγωμένο ποτάμι, το σύνορο. Γιατί έρχονται εδώ οι Κινέζοι και οι Πακιστανοί, αναρωτιέται η γυναίκα, ποιον παράδεισο περιμένουν να δουν; Δεν υπάρχει παράδεισος. Για την λευκή Αμερικανίδα, όλα είναι κόλαση, όλα κρέμονται σε μια κλωστή, η απόλυτη φτώχεια, η ζωή των παιδιών της, προ πάντων η αξιοπρέπειά της και η πίστη στη ζωή. Μια αποκαλυπτική εμπειρία, μια παρ’ ολίγον τραγωδία, ενώνει τις δυο γυναίκες, λευκή και ινδιάνα, δυο μητέρες που κινδυνεύουν να χάσουν τα παιδιά τους, δυο not good enough μάνες που βυθίζονται στην ενοχή και την αναξιότητα. Με μια θυσία, κερδίζουν τα παιδιά τους και την υστάτη νησίδα, την ανθρωπινότητα, τη ζωή με αξιοπρέπεια.

Στο Παγωμένο Ποτάμι, οι μετανάστες είναι στο φόντο, ανθρώπινα φορτία που στιβάζονται στο πορτ-μπαγκάζ· κι από εκεί όμως δρουν καταλυτικά πάνω στους ήρωες. Στο Gran Torino και στο Visitor, οι μετανάστες είναι στο προσκήνιο, πρωταγωνιστές. Με άλλο, ομιλητικό τρόπο, δρουν κι αυτοί καταλυτικά στις ζωές των γηγενών που έρχονται σε επαφή μαζί τους. Ο μοναχικός γερόλυκος Ιστγουντ, απομεινάρι της πατρίδας του Ψυχρού Πολέμου και της Βιομηχανικής Εποχής, ξεκουκκίζει τις τελευταίες μέρες του σε μια γειτονιά που έχει ξεπέσει σε γκέτο συμμοριών. Οι τελευταίες μέρες του, σε έναν κόσμο που δεν καταλαβαίνει, θα φωτιστούν από δυο Κινεζάκια γειτονόπουλα, μια ακατανόητη νιότη, μια νέα Αμερική· και θα τον οδηγήσουν σε μια επική έξοδο από τον παλιό κόσμο, συμβολικά και σωματικά· σε μια θυσία υπέρ των νέων φίλων, της οιονεί οικογένειας.

Αντίο χαμπίμπι...

Αντίο χαμπίμπι...

Στο Visitor, ο γηγενής είναι ένας μονόχνωτος WASP, καθηγητής στο Γιέιλ, ένας άνθρωπος ηττημένος και στείρος, πικράντερος, μονάχος, που παρακολουθεί τη ζωή του να τελειώνει χωρίς νόημα. Η απρόοπτη εισβολή δυο νεαρών λαθρομεταναστών στο νεοϋορκέζικο διαμέρισμά του, ανατρέπει τη θλιβερή κανονικότητά του και τον αφήνει έκθετο στα κύματα της ζωής, στα αισθήματα, στη μουσική, στη φιλοξενία, ακόμη και στον έρωτα για την ώριμη χήρα από τη Συρία. Δίνει φιλοξενία, προσφέρει· και του δίδεται: φιλία, αγάπη. Ο νεαρός τον μαθαίνει μουσική, να ακούει με το σώμα τη μουσική, να την ακολουθεί χωρίς να σκέφτεται. Ο WASP ανταποδίδει, αποκολλάται από την ερημιά του εγωτισμού του, γίνεται αρωγός και ικέτης· επισκέπτης φυλακών, επισκέπτης της άλλης πραγματικότητας, των γκρίζων ανθρώπων sans papiers. Αλλάζει. Η μητέρα του νεαρού, βγαλμένη από θάνατο και στέρηση, του δίνει τα δώρα της αξιοπρέπειας και της αγάπης, αποκαλεί αυτόν τον στερεμένο, ”χαμπίμπι”, αγαπημένο. Τα κύματα της ζωής τούς παίρνουν και τους πετούν σαν καρυδότσουφλα, ο καθένας μονάχος και πάλι, οι κόσμοι χωριστά, κι ο καθένας να κουβαλάει μια ουλή, ένα άγγιγμα, μια αστραπή ονείρου.

Εργα συγκινητικά και αληθινά. Εργα για τον καιρό μας, και τον καιρό που έρχεται. Σκέφτηκα: Τι έργα αναλόγως δραματικά κι αληθινά φτιάχνουν οι Ελληνες κινηματογραφιστές;  Πώς αφηγούνται τον δύσκολο καιρό μας; Σκέφτομαι.

buzz it!

Athen brennt. Am Rote Fabrik.

Athen brennt. Am Rote Fabrik.

Ζυρίχη, 25η Μαρτίου 2009. Χιόνι, βροχή, χιονόνερο, ριπές παγωμένου ανέμου από τα βουνά υπεράνω της λίμνης· ο άστατος, στυφός καιρός σαρώνει τους δρόμους της καλοκουρδισμένης, φιλικής πόλης, με τα καλοκουρδισμένα τραμ, τα τέλεια τρένα, τα ωραία κτίρια, τις πάπιες και τους κύκνους στην πεντακάθαρη λίμνη. Εργατικοί, μετανάστες, μικροαστοί, νεολαία με iPod, κυκλοφορούν στο κέντρο της μικρής πόλης· οι κροίσοι, οι τραπεζίτες, τα γκόλντεν μπόις, κυκλοφορούν στα προάστια, στα καλά ξενοδοχεία, ή δεν κυκλοφορούν καθόλου.

Η ποσότητα και η ποιότητα των δημόσιων χώρων εντυπωσιακή. Ζηλεύουμε. Μη ζηλεύεις, μου λένε Ελληνες φίλοι από τη Γερμανία· όλα ωραία φαίνονται, αλλά είναι ανιαρά, χωριό είναι… Οι φίλοι έχουν μεγαλώσει και ζουν σε μητροπόλεις, όπως το Βερολίνο και το Αμβούργο. Επιμένω. Οκέι, υποχωρούν, δεν είναι άσχημα, για να δουλέψεις και να ζήσεις λίγα χρόνια, οι μισθοί είναι τριπλάσιοι από τη Γερμανία, αλλά μόνο για λίγα χρόνια, δεν συμβαίνει τίποτε εδώ, τη νύχτα πέφτει νέκρα. ΟΙ Ελβετοί φίλοι χαμογελούν.

Το βράδυ συμμετέχουμε σε μια ανοιχτή πολιτική συζήτηση. Θέμα: “Athen brennt – H Αθήνα καίγεται”. Βρισκόμαστε στην περίφημη Rote Fabrik, έναν μεγάλο πολιτιστικό οργανισμό, από τους σημαντικότερους αυτοδιαχειριζόμενους χώρους στην Ευρώπη. Από τις αίθουσες της Kόκκινης Φάμπρικας (χτισμένης με κόκκινα τούβλα), στα 29 χρόνια ζωής της, έχουν περάσει ποπ αστέρια, ζωγράφοι, σκηνοθέτες, χορευτές, φιλόσοφοι, συγγραφείς και ποιητές, κάθε πρωτοποριακό ρεύμα, αλλά και οι κορυφαίοι εν ζωή· από Nirvana και Red Hot Chili Pepper, έως Πιερ Μπουρντιέ, Νόαμ Τσόμσκι και Γκύντερ Γκρας. Ο Δήμος της Ζυρίχης επιχορηγεί το χώρο με 2,4 εκατ. φράγκα ετησίως.

Η Rote Fabrik συνδιοργανώνει τη βραδιά για τον Ελληνικό Δεκέμβρη, μαζί με την εβδομαδιαία εφημερίδα Die Wochenzeitung (WOZ, ιδρ. 1981), μια από τις εγκυρότερες αριστερές εφημερίδες του γερμανόφωνου χώρου, αυτοδιαχειριζόμενη κι αυτή,  κολεκτίβα. Παράδοξη μοίρα… Η Φάμπρικα και η WOZ είναι τέκνα της ιστορικής εξέγερσης του 1980, όταν η ελβετική νεολαία έσπαγε την Οπερα και τις τράπεζες της περίφημης Bahnhofstrasse· όταν η υπόλοιποη Ευρώπη παρακολουθούσε εμβρόντητη την εξέγερση των “χορτάτων”. «Δεν ήταν ακριβώς έτσι…» διορθώνει ευγενικά ο δημοσιογράφος Ντάνιελ Στερν, βετεράνος του κινήματος, και αξιοσέβαστος διεθνής αναλυτής στη WOZ σήμερα. «Η νεολαία ξεσηκώθηκε κατά της ισοπέδωσης της μπουρζουάδικης κουλτούρας και του αφόρητου πουριτανισμού. Από τις συγκρούσεις και τις καταλήψεις ξεπήδησαν τα πιο δημιουργικά μυαλά της γενιάς μας, κινηματογραφιστές, καλλιτέχνες, διανοούμενοι, μάνατζερ… Μερικοί δεν θέλουν να ακούσουν πια για το ‘80. Αλλοι, οι πιο φτωχοί και αδύναμοι, μετά το ‘80, βούλιαξαν στην ψυχασθένεια, τις αυτοκτονίες, τα ναρκωτικά…»

Eίμαι συγκινημένος. Η ταραγμένη Ζυρίχη του ’80 ενέπνεε τους νεαρούς Ελληνες αυτόνομους  τότε,  πρωταγωνιστούσε στα περιοδικά τους μαζί με τους καταληψίες-κράκερ του Βερολίνου και του Αμστερνταμ. Το λέω: Είκοσι εννέα χρόνια αργότερα, είμαστε εδώ, για να ανταλλάξουμε εμπειρίες και αισθήματα. Ολα έχουν αλλάξει, μα μερικά μένουν ίδια: η δίψα για ζωή, το όραμα της αυτονομίας, η ανάγκη της αυτοδιαχείρισης, ας πούμε. Ο ελληνικός Δεκέμβρης απελευθέρωσε το καρναβάλι και την καταστροφή, ορμή ζωής και ενόρμηση θανάτου· τώρα οι νέοι, το πρεκαριάτο, βρίσκονται στο μεταίχμιο, με φόντο τη διεθνή κρίση: θα τραβήξουν προς τη ζωή, στη δύσκολη ανηφόρα, υπερασπιζόμενοι ένα τόσο-δά συμβολικό παρκάκι, μια κατάληψη; Ή θα τους ρουφήξει η καταστροφική ενόρμηση, το τυφλό μπάχαλο, ο αυτοχειριασμός; Στη Ζυρίχη, οι πλούσιοι ρεπουμπλικάνοι αναγνώρισαν πάραυτα την κατάληψη της Rotte Fabrik, την άφησαν αυτοδιαχειριζόμενη και οιονεί αυτόνομη, τη χρηματοδότησαν γενναιόδωρα, την ενσωμάτωσαν στην κοινωνία, την αφομοίωσαν. Στην Αθήνα, ο δήμαρχος επιτίθεται στα καχεκτικά δέντρα και ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ερευνά ιστορικές καταλήψεις· έτσι ώστε ο δημόσιος χώρος αφενός να τσιμεντωθεί ολοσχερώς, οι δε νέοι να παραδοθούν στα Μώλ, στα Στάρμπακς, στην πρέζα και στην αυτοδικία.

Αφομοίωση… Ενσωμάτωση… Ρεφορμισμός… Το σκέφτομαι. Το συζητώ επιτόπου με τον Ντάνιελ της Ζυρίχης, με τον Βασίλη και τον Κύρο του Αμβούργου. Τι ακολουθεί τις φλόγες και τα οδοφράγματα; Η καταστολή, η αντιμεταρρύθμιση, η παλινόρθωση, η σκληρότητα, η εκδίκηση, η τυφλότητα, μια κοινωνία με κάγκελα και κάμερες και μίσος, ή… Ή, ένας ριζοσπαστικός ρεφορμισμός, που χτίζεται κάθε μέρα, κάθε μήνα, που ανοίγει δρόμους και στις επερχόμενες γενιές, ανοίγει δυνατότητες δημιουργικής εκδίπλωσης, συλλογικού βίου και αυτόνομων ζωνών στις γενιές των 15χρονων.

Η Ζυρίχη του Ζβίγγλιου και των τραπεζών, της αυτόνομης Rote Fabrik και της κολεκτιβίστικης WOZ, έχει κάτι να μας διδάξει γι’ αυτή την ανοιχτή δυνατότητα. Και μπορούμε πάντα να μην επαναλάβουμε τα λάθη τους.

ADDENDUM

Ο Ζβίγγλιος με τη ρομφαία.

Ο Ζβίγγλιος με τη ρομφαία.

1980, κατάληψη

Ζυρίχη 1980, κατάληψη.

Ζυρίχη 1980. Κάτω από την άσφαλτο, ο κήπος...

Ζυρίχη 1980. Κάτω από την άσφαλτο, ο κήπος...

Ζυρίχη 1980. Οδόφραγμα με τηλεοράσεις.

Ζυρίχη 1980. Οδόφραγμα με τηλεοράσεις.

Χιλιάδες Νεοέλληνες κατέκλυσαν την περασμένη Τετάρτη το Μέγαρο Μουσικής, σπρώχτηκαν για ένα δελτίο εισόδου. Ποιο αστέρι της τέχνης προκάλεσε την πρωτοφανή κοσμοσυρροή; Ενας ψυχαναλυτής· με μια διάλεξη περί θανάτου. Ο 77χρονος Ιρβιν Γιάλομ, συγγραφέας διδακτικής μυθοπλασίας και ψυχαναλυτής, λατρεύεται με ασυνήθιστη ένταση στη χώρα μας. Στις ΗΠΑ είναι πολύ λίγο γνωστός. Εδώ, διαβάζεται και λατρεύεται περίπου ως γκουρού.

Υποψιάζομαι ότι οι περισσότεροι αναγνώστες του Γιάλομ δεν έχουν ακολουθήσει κάποιους είδους σοβαρή ψυχοθεραπεία αναλυτικού τύπου. Προτιμούν το διάβασμα από τη θεραπεία ― το διάβασμα είναι ανώδυνο και φτηνό, δεν απαιτεί εμπλοκή. Μα ασφαλώς οι αναγνώστες και ακροατές του Γιάλομ αναζητούν απαντήσεις, λύσεις, ελπίδα, παρηγοριά· για τον φόβο του θανάτου, για τις ενοχές, για τα συναισθηματικά κενά, για τον πόνο της ύπαρξης, για την απουσία χαράς.

Ακριβώς τα ίδια αναζητούσαν προ μηνών και τα πλήθη που συνέρρεαν στους ναούς της Αττικής για να προσκυνήσουν το λείψανο του Ρώσου Αγίου Σεραφείμ του Σάροφ. Συγχώρεση για τις αμαρτίες του αδύναμου ανθρώπου, παρηγοριά έναντι του θανάτου, αποκούμπι μες στον δύσκολο βίο.

Ψυχές πονεμένες και αγωνιώσες, με ερωτήματα και φόβους, κι εδώ κι εκεί. Εντός της εκκλησίας, την παρηγοριά και τη συγχώρεση οικονομεί ο πνευματικός, ο εξομολόγος· ακούει πολύ, μιλάει λίγο, μεσιτεύει τον Λόγο στον πιστό, νουθετεί· κυρίως, μεσιτεύει τη συγχώρεση, κάνει το βάρος της ενοχής λιγότερο αβάσταχτο. Στο κοσμικό πλαίσιο, το έργο της μεσιτείας αναλαμβάνει ο ψυχοθεραπευτής: οδηγεί τον θεραπευόμενο στον εαυτό του, να συγχωρέσει τον εαυτό του και να τον αποδεχθεί, να αναγνωρίσει τα αισθήματα και τα πάθη του, ενδεχομένως να μάθει να αγαπά και ν’ αγαπιέται.

Ιδια η αγωνία, πυρηνικά ίδια η διαχείριση. Οι άνθρωποι ζητούν απαντήσεις και παρηγοριά. Ενας διαφορισμός: στο λείψανο συνέρρευσε η φτωχολογιά, θεοφοβούμενοι, ρωσόφωνοι· στον ψυχαναλυτή συνέρρευσε η εκκοσμικευμένη μεσαιοανώτερη τάξη.

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

Twitting

  • Χτες στο @Radiofono247 για πόθεν έσχες δικαστών: Η στάση τους προσφέρει εξόχως ένα πολιτικό παιδαγωγικό παράδειγμα.… twitter.com/i/web/status/9… 1 day ago
  • Τώρα έρχεται ξανά η στιγμή που μπορούμε να παίξουμε έναν πολύ σοβαρό και καταλυτικό ρόλο στην βαλκανική και δεν θα… twitter.com/i/web/status/9… 1 day ago
  • Η Ελλάδα είναι το τελευταίο διάστημα αναβαθμισμένη γεωστρατηγικά. Την ωφελεί και επιβάλλεται να είναι εξωστρεφής κα… twitter.com/i/web/status/9… 1 day ago
  • Από άποψη εθνικής στρατηγικής βλέπουμε μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα τα οφέλη από την επίσκεψη Ερντογάν και την α… twitter.com/i/web/status/9… 4 days ago
  • Πολιτικός στόχος της κυβέρνησης το επόμενο διάστημα θα πρέπει να είναι η κατοχύρωση της προστασίας των λαϊκών A' κα… twitter.com/i/web/status/9… 1 week ago
  • Η Ελλάδα προστάτευσε τα ευρωπαϊκά σύνορα, έσωσε ζωές, υπερασπίστηκε την τιμή της ΕΕ - τι είπα στη Βουλή για την προ… twitter.com/i/web/status/9… 1 week ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 991,140 hits
Αρέσει σε %d bloggers: