tatt

Ο ξυλοδαρμός του εγκληματολόγου Γιάννη Πανούση, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, μέσα σε πανεπιστημιακό χώρο, από ομάδα κουκουλοφόρων, μάς περνάει σε άλλη φάση από τις ταραχές των Δεκεμβριανών και τις συμβολικές δράσεις που ακολούθησαν. Αν η βία των διαδηλωτών στους δρόμους, με το συναισθηματικό φορτίο ενός αθώου νέκρου παιδιού, μπορεί να βρει εξηγήσεις, ακόμη και δικαιολογίες, η τυφλή τραμπούκικη βία εναντίον οποιουδήποτε διαφωνούντος ή κριτικά ιστάμενου, δεν μπορεί να προβάλει καμία πολιτική αξίωση.

Η βία, με αυτή τη μορφή και αυτή την τυφλότητα, δείχνει τους φορείς της αποκομμένους από κάθε πολιτική παράδοση πλην μηδενισμού, αποκομμένους εν πολλοίς από το εξεγερμένο σώμα του Δεκέμβρη, αποκομμένους από την πραγματικότητα. Είναι βία μη πολιτική· είναι βία που συγγενεύει πολύ περισσότερο με τη βία των μητροπολιτικών συμμοριών, των φυλών του περιθωρίου, και των παραβατικών ντεσπεράντος των γκέτο και των slums.

Είναι η Αθήνα όμως slum; Είναι φαβέλα και παραγκούπολη; Οχι. Μπορεί να διακρίνονται πλέον έντονα οι μητροπολιτικοί χαρακτήρες, μπορεί οι τάξεις των επισφαλών εργαζομένων να πληθαίνουν, το πρεκαριάτο να διογκώνεται και η μεσαία τάξη να αδυνατίζει, μπορεί οι 1,5 εκατομμύριο μετανάστες να πιέζουν τις δημόσιες υποδομές προς το όριο θραύσεως, μπορεί η φαύλη διοίκηση να διαχέει μια αίσθηση ανομίας και ατιμωρησίας στον δημόσιο χώρο, μπορεί ο καπιταλισμός να είναι άπληστος και ανάλγητος, παρ’ ολ’ αυτά η Αθήνα δεν είναι Σάο Πάολο, Λάγος, Βομβάη· δεν είναι καν τα Γόμορρα που περιγράφει ο Ιταλός συγγραφέας Ρομπέρτο Σαβιάνο, αναλύοντας την κατίσχυση του τρόμου της Καμόρα στον ιταλικό Νότο.

Η βία που εξαπολύεται από μεμονωμένες ομάδες εν ονόματι μιας ανώνυμης οργής, από άτομα που αυτοχρίζονται Ζορό και τιμωροί, η βία που στρέφεται τυφλά και αυτάρεσκα εναντίον του αριστερού Γιάννη Πανούση λ.χ., ή του Γ. Παπαδάτου, όπως και η απρόκλητη επίθετη εναντίον του τ. προέδρου της ΓΣΕΕ Χρ. Πολυζωγόπουλου, παλιότερα, αυτή η βία δεν αμφισβητεί το μονοπώλιο της κρατικής βίας, δεν είναι επαναστατική αντιβία· απεναντίας, είναι κατοπτρικό ισοδύναμο της αυθαίρετης, καταχρηστικής κρατικής βίας, είναι η πλήρης έκπτωση του λόγου και των ορίων, είναι η άκριτη υποταγή στη λατρεία της καταστροφής και του θανάτου.

Οχι. Καμία πολιτική επαναστατική παράδοση, καμία ρομαντική κληρονομιά, δεν μπορεί να χωρέσει αυτό τον άξεστο τσαμπουκά, την τζάμπα μαγκιά: μια ομάδα ανωνύμων νταήδων να αφήνει αιμόφυρτο ή ημιθανή έναν άνθρωπο που διατυπώνει τις αντιρρήσεις του επώνυμα και διά λογου, όχι με βόμβες. Καμία επαναστατική παράδοση δεν μπορεί να χωρέσει το νταηλίκι του «τζάμπα τρώμε και πίνουμε» στα μαγαζιά των Εξαρχείων, στην ταβέρνα ενός μεροκαματιάρη που κρέμεται από δάνεια· ο λύκος δεν κυνηγάει στην περιοχή του, στα μαρκαρισμένα του· μόνο οι πτωματοφάγες ύαινες δεν αναγνωρίζουν όρια.

Ούτε χωρούν σε καμιά πολιτική επαναστατική παράδοση οι τυφλοί πολυβολισμοί κτιρίων και η τοποθέτηση βομβών ισχύος Βυρητού και Βαγδάτης. Αυτές οι ενέργειες μαρτυρούν μέθη των όπλων και απογείωση από το έδαφος του πραγματικού, μαρτυρούν ανθρώπους ματαιωμένους ασφαλώς, πληγωμένους, με συσσωρευμένο μίσος για το Σύστημα, αλλά επίσης ανθρώπους έξω από τη σφαίρα του έλλογου και της συμπόνιας, ανθρώπους που βουλιάζουν στην απανθρωπιά όσο ακριβώς και οι δυνάστες που μέμφονται. Δεν μπορούμε να αντιληφθούμε πώς ένας νεκρός καθηγητής ή ένας κρατήρας από βόμβα στην πόλη διακονούν την κοινωνική δικαιοσύνη ή την πορεία προς την ουτοπία. Αντιθέτως, κρίνοντας από τον πόνο των κρατήρων της Βυρητού, από τον πόνο των ακρωτηριασμένων και των ορφανών των εμφυλίων, εκεί και αλλού, εκεί και εδώ, με ισχυρή πάντα τη μνήμη του εμφυλίου και του αδελφικού αίματος στη Μεσόγειο, τα Βαλκάνια, την Ελλάδα, γνωρίζουμε πολύ καλά, κυτταρικά, πού πάνε οι κοινωνίες με συμμορίτικη βία, με τυφλά χτυπήματα, με φυλές επιδρομέων και τιμωρών, με κρατήρες στο σώμα της πόλης.

Μεσούντος του ταραγμένου Δεκεμβρίου, είχαμε γράψει για το ενδεχόμενο η εξεγερσιακή ορμή και τα δρώντα καινοφανή υποκείμενα να χάσουν τα πολιτικά προτάγματα και να υποπέσουν στην τυφλότητα. Φοβόμασταν ότι μπορεί να χαθεί η δυνατότητα μετασχηματισμού του υπαρξιακού τινάγματος σε πολιτική σκέψη, σε επανορισμό του κοινοτικού βίου και του δημόσιου χώρου. Επιχειρούσαμε μάλιστα να βρύμε κάποιες αναλογίες με το φαινόμενο του ιδιότυπου ιταλικού εμφύλιου στα τέλη της δεκαετίας ’70, όταν από ένα μαζικό εξεγερμένο φοιτηταριάτο και νεανικό προλεταριάτο πήγασε διάχυτη η αντικρατική βία, συγκροτήθηκαν εναλλακτικές κοινοτικές δομές, μα εντέλει εκφυλίστηκαν σε ένοπλο αντάρτικο πόλης, λουτρά αίματος και μαζική καταστολή. Σε ιστορικό τραύμα.

Ο αναδυόμενος μηδενισμός και η λατρεία θανάτου έλκουν την καταγωγή τους από το Viva la Muerte των φρανκικών μελανοχιτώνων, ή από τον γραφικό αναρχικό βομβιστή του τέλους του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ού, στο ζενίθ της Βιομηχανικής Επανάστασης και της αποικιοκρατίας. Πόσο πειστικές ή γοητευτικές μπορεί να είναι αυτές οι εικόνες στις σημερινές κοινωνίες της γνώσης, στις κοινωνίες των παγκοσμιοποιημένων κινδύνων και των δικτυακών κοινοτήτων; Πώς μπορεί η θανατολατρεία να είναι δραστικότερη από την ενόραση της ουτοπίας, τον κοινοτισμό, την αλληλεγγύη, την αγάπη και τη συμπόνια, τους πυρήνες της ελευθεριακής σκέψης; Δεν ξέρω.

Η λατρεία της βίας και ο μηδενισμός, παρόντα και τον Δεκέμβριο αλλά όχι κυρίαρχα, φωνασκούν τώρα πολύ ισχυρότερα από τις έλλογες και ρομαντικές τάσεις, και δίνουν τον δυσοίωνο τόνο τους, παρότι μειοψηφούν απελπιστικά. Ελάχιστες ενέργειες ελαχίστων ομάδων, με δραματικό όμως αντίκτυπο, είναι ικανές να σκεπάσουν τη δίψα για ζωή και δημιουργία που χαρακτηρίζουν το απολύτως πλειοψηφικό ρεύμα της νεολαίας. Το πρεκαριάτο δεν ζητάει τον θάνατο των άλλων, ζητάει τη ζωή που του ανήκει.

Καθημερινή 22.02.2009

buzz it!

Advertisements