You are currently browsing the monthly archive for Ιανουαρίου 2009.

Οταν η ανέγερση ενός σταδίου αναγορεύεται σε μείζον πολιτικό πρόβλημα, όταν ο κατασκευαστής στρέφεται εναντίον πολιτικού κόμματος, ο δήμαρχος εναντίον του Συμβουλίου της Επικρατείας, και ο «λαός του Παναθηναϊκού» καλείται να ψηφίσει γηπεδικά· όταν κάθε ποδοσφαιρική ανώνυμη εταιρεία έχει καλομάθει να ρυθμίζονται ευνοϊκά τα χρέη της, έτσι ώστε ο κάθε μεγαλομέτοχος να μπορεί να σωρεύει κι άλλα χρέη, που θα τα επιβαρυνθεί ο φορολογούμενος μη ποδοσφαιρομανής πολίτης, για να κυκλοφορεί ο μεγαλομέτοχος με πούρο και Πόρσε· όταν υπουργοί και βουλευτές και δήμαρχοι και αιρετοί άρχοντες κορδακίζονται κάθε Κυριακή στις VIP κερκίδες, ψυχαγωγούμενοι, διαπλεκόμενοι και ψηφοθηρούντες· όταν η πολιτεία χαρίζει εκτάσεις, σκαρώνει φωτογραφικούς νόμους, υπογράφει λεόντειες συμφωνίες (εις βάρος της βέβαια), φέρεται ως θεραπαινίδα των ΠΑΕ και των «λαών» τους· όταν η βιομηχανία του ποδοσφαιρικού τζόγου θεριεύει και κατακυριεύει την οικονομία και κατατρώει εισοδήματα, ε τότε μπορούμε να πούμε ότι ζούμε στην Α’ Ποδοσφαιρική Δημοκρατία, με πυλώνες τις προβληματικές ΠΑΕ.

Οι ΠΑΕ συμπεριφέρονται ως πανίσχυρα λόμπι, επιχορηγούμενα και χαϊδεμένα, ασκώντας πολιτική επιρροή, εκβιάζοντας ευνοϊκές οικονομικές και νομοθετικές ρυθμίσεις, επηρεάζοντας μήντια και οπαδικούς συλλόγους· επικαλούνται διαρκώς τη θέληση του λαού τους, φέρονται ως κόμματα εξουσίας, χωρίς βεβαίως να υπόκεινται στη δοκιμασία της λαϊκής ψήφου. Αντιθέτως, χαίρουν μιας ιδιότυπης πολιτικής ασυλίας: ιδίως οι ισχυρές ΠΑΕ έχουν εξασφαλισμένη εγκάρσια ανοχή και υποστήριξη από όλες τις πολιτικές δυνάμεις και αποχρώσεις ― σχεδόν.

Η χαρτιτωμένη «αρρώστια με την μπάλα» πολύ εύκολα μετατρέπεται σε αρρώστια οπαδισμού· οι οπαδοί γίνονται αγέλη, γίνονται «λαός» κόκκινος, πράσινος, κίτρινος, εμπριμέ· λαός έτοιμος να θυσιάσει το δημόσιο συμφέρον, να καταπατήσει τον δημόσιο χώρο, τη νομιμότητα, τη δημοκρατία, προς χάριν της ομαδάρας,της ΠΑΕ, των βαρώνων, των μετόχων, των εκμαυλιστών του. Για δυο ώρες ξέδωμα στην ακριβοπληρωμένη κερκίδα της ΠΑΕ- Θεέ.

 

charisiadis_cafe_web

Πριν από τέσσερις-πέντε δεκαετίες, όχι και τόσο παλιά δηλαδή, η φτωχή Ελλάδα υποδεχόταν το τουριστικό της θαύμα, αθώα και ειδυλλιακή. Ηταν η επιτομή της γραφικότητας, η χαρά του ανθρωπολόγου. Στα χωριά εδέσποζαν ο χωροφύλακας και ο παπάς, οι δημογέροντες του καφενείου, παιδιά κουρεμένα γουλί, γυναίκες ακαθορίστου ηλικίας με μαντίλες. Οι άνδρες άφαντοι· τους είχε καταπιεί η μετανάστευση.

Σταδιακά, οι άνδρες σταμάτησαν να μεταναστεύουν στη Γερμανία, την Αυστραλία, την Αμερική, οι δουλειές αβγάτιζαν στην ντόπια ανοικοδόμηση και στον τουρισμό, η αστυφιλία ερήμωσε τους δημογεροντικούς καφενέδες και γέμισε τα δυάρια και τριάρια, οι επήλυδες πρώην αγρότες ανακάλυψαν νέα επαγγέλματα: θυρωροί, κλητήρες, ψιλικατζήδες, λαχειοπώλες, τρικυκλατζήδες, μπακαλόγατοι ― ό,τι σήμερα ονομάζεται ευσχήμως γραφειοκρατία και παροχή εξειδικευμένων υπηρεσιών. Η ύπαιθρος ερήμωσε, οι μπαξέδες έγιναν χέρσα αγροτεμάχια, τα χορτολιβαδικά μεταλλάχθηκαν σε οικόπεδα, η τηλεόραση εκσυγχρόνισε τα ήθη και ισοπέδωσε τις ντοπιολαλιές, το ουίσκι των επιδοτήσεων παραμέρισε το τσίπουρο και τα στυφόκρασα. 

Παρομοίως, στα άστεα, δηλαδή στο ένα και τεράστιο Αστυ. Οι καφενέδες με πρέφα και ντεμπισίρι αντικαταστάθηκαν από καφετέριες φραπέ και φρέντο, οι δρομίσκοι ξεχείλισαν ΙΧ με δόσεις, οι λουτρομπιντέδες του Μάριου Χάκκα έγιναν τζακούζι σε αποικίες από μεζονέτες, η Ελλάς έπλεε πλησίστιος στη νεωτερικότητα των ευρωπαϊκών πακέτων.

Επιδοτούμενη ευημερία και εκσυγχρονισμός. Με ευρωπαϊκό χρήμα, με δανεικό χρήμα, με μαύρο χρήμα, με μαύρη εργασία μεταναστών. Μεταναστών; Ναι, η Ελλάδα εισάγει πια μετανάστες· οι γειτονικές χώρες, και οι πιο μακρινές, στέλνουν ανθρώπους πολύ φτωχούς, φτωχότερους από τους Ελληνες. Οι φτωχοί μετανάστες προσφέρουν άφθονη μαύρη εργασία, φτηνή, που μπαλώνει τρύπες και καλύπτει αδυναμίες. Η Ελλάς ευημερεί και με αυτούς, ξεκοκκαλίζοντας επιδοτήσεις, μαύρο χρήμα, αποταμιεύσεις, εφάπαξ, οικόπεδα, δάνεια και κυμαινόμενο επιτόκια… Χωρίς να το καταλάβει, τα έχει φάει όλα, ξεπουλάει έπιπλα και ασημικά, δανείζεται κι άλλο, κι άλλο… Και―

Και ύστερα ήρθε η κρίση. Σαν θύελλα. Οικονομική, κοινωνική, πολιτική, συστημική. Οι πόλεις ξεχείλισαν μετανάστες και πρόσφυγες, απόκληρους και πρεζάκια, ζητιάνους και παιδιά των φαναριών· η νομαδική φτώχεια δεν κρύβεται. Μαζί της αναδύεται και η νέα φτώχεια των ιθαγενών· οι μεγαλωμένοι με υποσχέσεις ευημερίας αντικρίζουν ένα περίκλειστο σύμπαν που όταν δεν τους αποκλείει στις παρυφές με τους γκασταρμπάιτερ, τους στριμώχνει σε τόσες δα χαραμάδες, στη χαραμάδα του βασικού μισθού, στην υπερεργασία, στην επισφάλεια, στον δανεισμό. Στη διάψευση.

Διάψευση. Το 2009, τα ασανσέρ της κοινωνικής ανόδου, της επιχειρηματικότητας, μιας οποιασδήποτε κινητικότητας, τέλος πάντων, έχουν τεθεί εκτός λειτουργίας, μονίμως στο Off. Kαι οι σκάλες είναι κατειλημμένες από τέκνα, σόγια και ημετέρα πελατεία. Η πανεπιστημιακή μόρφωση, αποκτημένη με κόπο και χρήμα, πτυχίο, μάστερ, διδακτορικό, δεν ενεργοποιεί το ασανσέρ, τα βιογραφικά σωριάζονται σε συρτάρια και mailbox, δεν ανοίγουν θύρες· οι θύρες μισανοίγουν μόνο με μέσον.

Οποιος βγαίνει «έξω», πανεπιστημιακός μετανάστης, αν πετύχει καλές σπουδές και ειδίκευση, θα βρει μια καλή δουλειά, ανάλογη των προσόντων του. Δεν γυρνάει. Αν γυρίσει, τραβιέται σε άσκοπα ίντερβιου, απογοητεύεται, ξαναφεύγει. Ή μισοβολεύεται, μένει, και σιχτιρίζει.

Γυρνάω το βλέμμα στα ’80s. Εως τότε, το πτυχίο οδηγούσε σε μια δουλειά, ένα επάγγελμα, μια καριέρα. Υπήρχε ένας στοιχειώδης παραγωγικός ιστός, ο αγροτικός τομέας δεν είχε αποδιαρθρωθεί εντελώς, ο τουρισμός και η οικοδομή πρόσφεραν θέσεις εργασίας και εισόδημα, οι υπηρεσίες είχαν περιθώρια ανάπτυξης. Οι νέοι μηχανικοί, γιατροί, δικηγόροι επέστρεφαν στις επαρχίες τους και πρόκοβαν, ζούσαν καλύτερα απ’ ό,τι στην Αθήνα. Μια μειοψηφία μόνο επιθυμούσε να μπει στο Δημόσιο και να πορευτεί με τους γλίσχρους μισθούς του· το επέλεγαν φιλόλογοι, φυσικομαθηματικοί και γυμναστές, ίσως και μερικοί των οικονομικών· όλοι οι άλλοι αναζητούσαν τύχη στο ελεύθερο επάγγελμα και στον ιδιωτικό τομέα. 

Από το ‘90 και μετά, εκλείπει και αυτή η δυνατότητα. Η υπερπροσφορά μαύρης, φτηνής εργατικής δύναμης από τα πλήθη των μεταναστών, η επέλαση της χρηματοπιστωτικής οικονομίας και των ιδιωτικοποιήσεων, η απίσχναση παραδοσιακών παραγωγικών δομών, η κατίσχυση ενός άπληστου καταναλωτικού ήθους, η απαξίωση των πτυχίων και της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, η υποβάθμιση του δημόσιου χώρου, η υπερσυγκέντρωση στις κατασκευές και στο εμπόριο, όλα μαζί προκαλούν κατάρρευση των μικρομεσαίων στρωμάτων. Καταρρέουν οι υλικές προϋποθέσεις, καταρρέει ο ορίζοντας προσδοκιών, καταρρέει το πλαίσιο αξιών. Τα γράμματα δεν οδηγούν στα άρματα:  όχι άνοδο και πλούτο, αλλά ούτε καν μια ήσυχη θεσούλα δεν προσφέρουν.

Εως πρόσφατα, όσοι πήγαιναν «έξω» ονειρευόντουσαν το εδώ, την πατρίδα, τη σωματική σχέση με την εστία, τη φύση, την οικογένεια και τους φίλους. Επέστρεφαν. Και μαζί έφερναν το δυναμικό τους, τη γνώση του έξω, τον κοσμοπολιτισμό μαζί με έναν υγιή πατριωτισμό.  Οχι πια. Οσοι πάνε έξω για κάτι παραπάνω από μονοετές μάστερ σε βρετανική φάμπρικα, είπαμε: Μένουν εκεί. Και νοσταλγούν την Ελλάδα ως τόπο διακοπών, ως γραφικότητα.

 Πολύ περισσότερο: Τώρα ακούω όλο και συχνότερα τους ίδιους τους νέους να θέλουν να φύγουν και να μην ξαναγυρίσουν. Και οι γονείς τους τι κάνουν; Τους  συμπαραστέκονται. 

Εξάγουμε μυαλά, τα καλύτερα μυαλά, τον ανθό της ελληνικής κοινωνίας. Ξαναγυρνάμε ειρωνικά και τραγικά, αντεστραμμένα, στο ‘50 και το ‘60, μείον την ελπίδα: στη γραφικότητα μιας χώρας γερόντων και δημογερόντων, χωρίς μυαλά, χωρίς νιότη. Η Ελλάδα του 2020 δείχνει από τώρα το πρόσωπό της: χωροφύλακες, θυρωροί, σεκιούριτι, ντελίβιρι, λιμενοφύλακες, τσιτσερόνε, γκαρσόνια, ημιαπασχολούμενοι, χασομεράνε σε απέραντα καφενεία μη καπνιστών. Είναι το ίζημα του ελληνισμού. Ο αφρός βρίσκεται στη Διασπορά.

raresteak.wordpress.com/2009/01/11/temp-eternity/

Αυτή η χώρα δεν έχει μέλλον… Ή: No future. Η βαριά αυτή κουβέντα, με δύο τρόπους ειπωμένη, ακούγεται από δαφορετικούς άνθρώπους. Ο πρώτος τρόπος είναι ανθρώπων που δεν έχουν πολύ μέλλον, αλλά έχουν πλούσιο παρελθόν· μάλιστα, σε αυτή τη χώρα, την τώρα περιγραφόμενη ως ζοφερή, οι συγκεκριμένοι μεσήλικες ή ηλικιωμένοι άνθρωποι έκαναν προκοπή, φάγανε ψωμάκι, βολεύτηκαν· τώρα, ξινίζουν με την τσογλανοπαρέα που κάνει κριτική.

Ο δεύτερος τρόπος, ο οργισμένος, ανήκει σε ανθρώπους που έχουν άφθονο μέλλον· μάλλλον, οι νέοι έχουν όλο το μέλλον, και από αυτή την άποψη η διαπίστωση No Future ηχεί παράδοξα, σαν τζάμπα μεμψιμοιρία.

Και οι δύο τρόποι είναι περίβλημα μιας κοινοτοπίας· το μέλλον δεν εξαρτάται από διαπιστώσεις. Μα και οι δύο τρόποι εκφράζουν, στερεοτυπικά έστω, μια κοινή αγωνία· όχι για το άδηλο μέλλον, μα για το υλικότατο, το σωματικό παρόν, και το περιγράφουν σχεδόν όμοια: σκοτεινό, δυσοίωνο, νοσογόνο. Ενα παρόν που σαμποτάρει την «ομαλή» εκδίπλωση του μέλλοντος.

Εδώ ακριβώς, στην «ομαλή» εκδίπλωση του μέλλοντος, διαφορίζονται ηλικιωμένοι και νέοι. Κάθε ομάδα το εννοεί, το προσδοκά, το διεκδικεί αλλιώς. Οι ηλικιωμένοι το θέλουν χωρίς εκπλήξεις, κεκανονισμένο, μοιρασμένο, με προτεραιότητα στους ήδη έχοντες. Οι νέοι το θέλουν όλο, τίποτε λιγότερο.

Διελκυνστίδα. Τραβάνε οι έχοντες, από τη μια, τραβάνε οι θέλοντες, από την άλλη. Σταδιακά, κάποιοι διεκδικούντες περνάνε απέναντι, καινούργιοι προστίθενται στους μη έχοντες κ.ο.κ. Στο αδρό αυτό σχήμα βέβαια, οι κοινωνικές και ταξικές διαστρωματώσεις, δηλαδή η υλική συνθήκη, συχνά βαραίνουν περισσότερο από τις διαφορές ηλικιών. Η βιολογική-ψυχική συνθήκη, της νεότητος ή του γήρατος, δεν γέρνει μόνο αυτή τη ζυγαριά των στάσεων.

Ωστόσο, στο ηλικιακό φάσμα 15-25 μπορούμε να διακρίνουμε εναργέστερα τα χαρακτηριστικά της αναδυόμενης κοινωνίας, ακριβώς διότι λόγω ηλικίας οι συμπεριφορές είναι αμεσότερες, λιγότερο διαμεσολαβημένες και υστερόβουλες. Η επισφάλεια λόχου χάριν, στην εργασία και στο κοινωνικό πλασάρισμα, η τυραννία του καταναλωτισμού και της καριέρας, ο χυδαίος υλισμός, ο ατομοκεντρισμός, ο κομφορμισμός, είναι τα βασικά στοιχεία που επιβάλλονται στη νεολαία. Στην εικονογραφία της διαφήμισης ο νέος σκιτσάρεται στερεοτυπικά σαν χαζοχαρούμενο πρόβατο που πραγματώνει την ύπαρξή του εκλιπαρώντας περισσότερες μονάδες για το κινητό με αργκό βελάσματα, καταβροχθίζοντας αυτιστικά γκέιμ και γκάτζετ, κουρέματα και piercing. Η ελευθερία του περιγράφεται σαν κατανάλωση στυλ. Στη νεότητα επιτρέπονται μόνο ασθητικές ακρότητες· είναι εμπορευματικό συμβάν, είναι τάργκετ γκρουπ. Στην πράξη, μέγα μέρος του μαζικού ποπ εμπορεύματος παράγεται βάσει αυτών των προδιαγραφών, δηλαδή των προεξοφλημένων αναπαραστάσεων για τη νεότητα: από τα μούλτιπλεξ και τα φαστοφουντάδικα έως το packaging των γκάτζετ, των ρούχων και των ταινιών.

Στην πράξη επίσης, η νεολαία, συμπιεσμένη ανάμεσα σε υπέρμετρες προσδοκίες και ταπεινές δυνατότητες, εξεγείρεται. Οι τσακισμένες χαρές καθρεφτίζονται σε σπασμένες βιτρίνες ― κάπως έτσι περιέγραψε τη βιωματική-πολιτική ανάδυση των νέων υποκειμένων και το νέο habitus, ένας Ελληνας ανθρωπολόγος αυτής περίπου της γενιάς. Ξαφνικά ο ανέμελος καταναλωτής, το πρόβατο των φροντιστηρίων, ο καταθλιπτικός της τερατώδους ανεργίας, o λοιδωρούμενος ως γραφικός emo, κάγκουρας, χουλιγκάνι, φύτουλας, μεταλάς και ράστα, όλες οι δήθεν φυλές, σπάνε τα στερεότυπα που τους κρατούν φυλακισμένους στην απάθεια και την αυτοανάλωση, σπάνε τη διάψευση και την κατάθλιψη, σπάνε τα όρια του πωλούμενου χωροχρόνου που τους αναλογεί, και απαιτούν το δημόσιο όλον, το παρόν, το εδώ και το τώρα, μουρμουρίζουν ή κραυγάζουν, χωρίς ενσυνείδητη μνήμη ίσως, αλλά με τρομερό ένστικτο, ένστικτο αυτοσυντήρησης πρωτίστως, αλλά και έντστικτο αναγνώρισης, χειρονομούν: το αρχαίο omnia sunt communia. Ολα. Η διαφήμιση, η υποκριτική νεολατρεία, η σχολική αγωγή, η οικογενειακή ανατροφή, όλοι τους τάζουν όλα, τους τα υπόσχονται, τα κρεμάνε δόλωμα, από το γυμνάσιο έως την μακρόσυρτη ένταξη στην αλυσίδα παραγωγής. Ολα. Αυτό ζητούν.

Η θραύση της βιτρίνας προσδοκιών και υποκρισίας από τη σημερινή γενιά 15-25 είναι το πέρασμά τους στον δημόσιο βίο με τους δικούς τους όρους, είναι η υπέρβαση της κατανάλωσης και του οικόσιτου πρόβατου, το άνοιγμα προς την δύσκολη ελευθερία του λύκου, είναι κατάκτηση του δικού τους habitus, αντιφατικού και εύθραυστου, δυσχερούς, όμως δικού τους. Αυτό κανείς δεν τους το υποσχέθηκε, κανείς δεν τους το χάρισε, κανείς δεν μπορεί να τους το πάρει.

soundtrack: Fuck Buttons – Colors Move

φωτ.: raresteak

buzz it!

waltz460

Μες στην παράξενη εκεχειρία των εορτών, στο διαυγές ψύχος έξω και στις θερμές συζητήσεις μέσα, ανάμεσα σε βομβαρδισμούς αμάχων και ένοχες οινοποσίες, με σφαίρες να βουίζουν νυχτιάτικα κι εκεί κι εδώ, με πόνο έξω και ανησυχία μέσα, είδαμε μια ταινία που δεν έμοιαζε με ταινία, συγκλονιστική σε μορφή και περιεχόμενο, συνταρακτική ώς προς τη συγκυρία. Το «Βαλς με τον Μπασίρ», του Ισραηλινού Αρι Φόλμαν, είναι ένας μοντέρνος στοχασμός για τον θάνατο και τη μνήμη, και μαζί μια ελεγεία για τη ζωή, για τη ζωή με ελευθερία και αξιοπρέπεια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Η επιστροφή στα σχολεία σημαίνει επιστροφή στις προδεκεμβριανές κανονικότητες. Η επιστροφή αυτή φέρνει ανακούφιση: το κοινωνικό σώμα δεν αντέχει επί μακρόν τη ρήξη με την κανονικότητα. Εντούτοις, η στιγμή του αρνητικού, που καταύγασε τις ελληνικές πόλεις, έδειξε συν τοις άλλοις και τα όρια της παλαιάς κανονικότητας· την έδειξε φθαρμένη και αλυσιτελή, μη λειτουργική, ακόμη και επικίνδυνη.

Οι ταραχές δεν οφείλονται μόνον σε έκρηξη του θυμικού και σε ευάριθμους απειθείς. Η βαλβίδα εξερράγη διότι το κοινωνικό υλικό υπερσυμπιέστηκε μέσα στη χύτρα, διότι οι ασυμμετρίες είναι εκρηκτικές, διότι οι θεσμοί του δημοκρατικού κράτους έχουν υποστεί βαρεία φθορά, διότι η χώρα έχει μετασχηματιστεί βαθιά, υλικά και ψυχικά, και αυτή η νέα ανθρωπογεωγραφία δεν εκφράζεται συστοίχως από τις πολιτικές ελίτ, ούτε καν την αντιλαμβάνονται.

Η αναδυόμενη Ελλάδα δεν είναι ομοιογενής όπως στο πρόσφατο παρελθόν, ούτε κοινωνικά ούτε εθνοτικά, και συγκροτείται από υπερμοντέρνα τμήματα και αρχαϊκούς θυλάκους. Μοντέρνα είναι η νεολαία (εξ ου και είναι ευάλωτη στη διάψευση και την απογοήτευση), μοντέρνο είναι μεγάλο μέρος της μεσαίας τάξης και των επιχειρήσεων· είναι οι ωφελημένοι αλλά και οι πληττόμενοι της παγκοσμιοποίησης και του κοσμοπολιτισμού. Αρχαϊκό παραμένει κατά κύριο λόγο το κράτος και το πολιτικό σύστημα: κατατρύχονται από πελατειακότητα, νεποτισμό, αναξιοκρατία, διαφθορά, διάχυση ανομίας.

Ανάμεσα και πλάι στα δέκα εκατομμύρια Ελληνες ζουν ένα έως ενάμισι εκατομμύριο μετανάστες, με περιορισμένα ή ανύπαρκτα πολιτικά δικαιώματα. Αυτό το ετερόκλητο πλήθος παραμένει άγνωστος παράγοντας: κατά πόσο μπορεί να αφομοιωθεί, με αμοιβαίο όφελος, αλλά και προς ποια πλευρά θα πέσει το βάρος του πλήθους. Προς την ανανέωση του κοινωνικού σώματος ή προς την καταβύθισή του;

Η κοινωνική αναταραχή του Δεκεμβρίου πρέπει να ερμηνευθεί πολύπλευρα και σε βάθος. Με ψυχραιμία, με σύνεση και γενναιότητα. Μόνο καταλαβαίνοντας τους εαυτούς μας μπορούμε να τους βελτιώσουμε.

Καθημερινή 10.01.2009

buzz it!

 

 

To header του mail

To header του mail

 

 

Στις 21 Δεκεμβρίου εστάλη στο vlemma ένα κείμενο από τη διεύθυνση anaflexis@gmail.com.
Το κείμενο είναι διαυγές και προφητικό, παρ’ όλα τα προβλήματα εννοιολόγησης της «μεσαίας τάξης». Μάλιστα στη λογική του, ομοιάζει πολύ με τις (link->) αντίστοιχες θέσεις του καταστασιακού συγγραφέα Τζανφράνκο Σανγκουϊνέτι, που περιγράφει την κατάσταση του ένοπλου και της τρομοκρατίας στην Ιταλία του 1977 και πέρα.

Ιδού τι λέει το anaflexis για ένοπλα και δολοφονίες:

[…] Θα προσπαθήσουν να μας χτυπήσουν με προβοκάτσια: Θα στήσουν τρομοκρατική οργάνωση, θα σκοτώνουν, και θα προσπαθήσουν να ενοχοποιήσουν το κίνημα για δολοφονίες.

Θα μάς ενοχοποιήσουν είτε έμμεσα είτε στρατολογώντας τους πιο αφελείς από εμάς.

Όπλα, εκρηκτικά και πρέζα έχουν να εισάγουν στο κίνημα μόνο οι μυστικές υπηρεσίες.

Αν το πετύχουν, ξεχάστε το κίνημα. […]

 

Ολο το κείμενο, εδώ: anaflexis (pdf), ακριβώς όπως εστάλη.

buzz it!

H νέα χρονιά αρχίζει φορτωμένη σκοτεινούς οιωνούς. Η κρίση, που διαπερνά τον πλανήτη και τη μικρή μας χώρα, δεν είναι μόνο οικονομική· είναι κρίση πολιτική και κοινωνική, είναι κρίση ηθική και κρίση αξιών. Πορευτήκαμε για πολλά χρόνια οδηγημένοι από στερεότυπα, μηρυκάζοντας κλισέ, αβασάνιστα, επιπόλαια, αφήνοντας τους εαυτούς μας σε ξένα χέρια, σε διαμεσολαβητές, σε δανεικά, σε έτοιμες λύσεις. Τώρα πορευόμαστε ανάμεσα σε διαψεύσεις. Με πικρή επίγνωση ― μα ευτυχώς, είναι επίγνωση.

Ανάμεσα στο σμήνος των σκοτεινών οιωνών, πεταρίζουν φωτεινά οι ελπίδες. Μέσα στον κρύο διαυγή Δεκέμβρη μάς φανερώνεται μια Ελλάδα μοντέρνα. Αντιφατική, με πλήθος θυλάκων καθυστέρησης, διάστικτη από αρχαϊσμούς, ναι ― παρ’ όλ’ αυτά, μοντέρνα. Με νεολαία ευαίσθητη και δυναμική, που αντιδρά, παλεύει, μορφώνεται, ταξιδεύει, επικοινωνεί· μια νεολαία χωρίς συμπλέγματα, διεθνή και ακομπλάριστη όσο ποτέ. Και ταυτόχρονα μεσογειακή και ελληνική, με αίσθηση του χωροχρόνου της, της παράδοσης και του προσώπου της.

Ακούω τα τραγούδια των νεότερων γενιών, βλέπω τις ζωγραφιές και τις παραστάσεις τους, πίνω ένα καφέ στα στέκια τους. Τους βλέπω πολύχρωμους και συντροφιασμένους, ρεαλιστές και παθιασμένους, κριτικούς και cool, πολύμορφους. Μητροπολιτικούς. Από το Μπραχάμι ώς τα Λιόσια, κι από τα Χανιά ώς την Καλαμαριά, από το πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ ώς τους δρόμους της Βαρκελώνης. Με ή χωρίς Ph.D.

Η εναλλακτική κουλτούρα, τα δίκτυα, οι παρέες, το κοινοτικό πνεύμα των νεοτέρων, αρχίζουν να διαχέονται στο υπόλοιπο, ημιαναίσθητο σώμα της κοινωνίας. Τα ραδιόφωνα ανακαλύπτουν εγχώρια σκα και ραπ, παραμερίζουν λιγάκι την κουρτίνα του σκυλοπόπ που μας τυφλώνει, στον Μελωδία και στο YouΤube, στο αυτοκίνητο, μες στον διαυγή Δεκέμβρη, ακούμε δοξαστικό το «Σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ» από μια οργιώδη μπάντα με έγχορδα και πνευστά, με έναν ακατάβλητο γκριζομάλλη τραγουδιστή: ο σχεδόν πενηντάρης Αγγελάκας συνομιλεί με τους εικοσάρηδες και τους λυκειακούς χούντις. Ενα τραγούδι καφρεφτίζει τον Καιρό.

 

exarchia_web

φωτ. copyright: Ελισάβετ Μωράκη

Παλιότερα, όταν άκουγα μύθους και τέρατα για τα Εξάρχεια, αδιαφορούσα, σνομπάριζα, υπομειδιούσα με συγκατάβαση. Τι ξέρουν… Ελεγα. Ζώ πολλά χρόνια εκεί, πάνω από δύο δεκαετίες, και τριγυρνάω στα δρομάκια τους, σε τυπογραφεία, γραφεία και μαγαζιά, από το χειμώνα του ‘77 όταν μπήκα στον Ηράκλειτο της οδού Κωλέττη. Από τότε, δεν τα άφησα ποτέ.

Στα Εξάρχεια παντρεύτηκα, στον Αγιο Νικόλαο Πευκακίων, εκεί κάναμε τη μία βάπτιση· στο Λόφο του Στρέφη βγήκαν τις πρώτες βόλτες τους τα μωρά με το καρότσι, κι ύστερα στον παιδικό σταθμό της Μαυρομιχάλη και στον πεζόδρομο της Μεθώνης. Τα πρώτα δέντρα που είδαν ήταν οι μουριές της Καλλιδρομίου και τα πεύκα του λόφου· κατόπιν είδαν αμπέλια και λεμονιές. Στο λόφο πρωτόπαιξαν χιονιές, στο λόφο κατέφυγαν τη μέρα του σεισμού, στο λόφο είδαν Καραγκιόζη, έπαιξαν ποδόσφαιρο και μπάσκετ.

Στη γειτονιά αυτή μεγαλώνουν παιδιά, κάνουν παρέες που διαρκούν ακόμη κι όταν σκορπάνε σε διάφορα σχολεία, ξαναβρίσκονται στους πεζόδρομους, πίνουν καφέ στην πλατεία, στους πεζόδρομους με τα γκράφιτι υποδέχονται συμμαθητές από τα βόρεια και τα ανατολικά. Σε συτή τη γειτονιά θα πάνε φροντιστήριο, θα πάρουν πανεπιστημιακά βιβλία, στο ποτάμι της Σόλωνος, σε βιβλιοπωλεία κιβωτούς και ναυτίλους, θα εμβαπτισθούν στη λογοτεχνία και την πολιτική, στην ποίηση, τα κόμικς και τη φιλοσοφία. Και στη Stournari Valley θα μυηθούν στη δική τους εποχή.

Μια γειτονιά που μεγαλώνει παιδιά δεν μπορεί να είναι άβατη. Ούτε σβησμένη. Μια γειτονιά, όπου σε κάθε καφενείο συγκροτείται μια κοινότητα σε διαρκή ώσμωση με την κοινότητα του παραδίπλα καφενείου, δεν μπορεί να θεωρείται κλειστή και άβατη· είναι κοινωνία, είναι σώμα. Η κοινότητα του ιστορικού Παρασκήνιου, υπό την άτυπη ηγεσία του Μίμη, με τη μυρωδιά απ’ το πούρο του αείμνηστου Νίκου Μπαλή, με τη μνήμη του Χρήστου Βακαλόπουλου (οδός Ασημάκη Φωτήλα), με τον θυμόσοφο ίσκιο του Κωστή Παπαγιώργη, με τις ατέλειωτες συζητήσεις ζωγράφων, ποιητών και ηθοποιών, αυτή η πυρηνική κοινότητα της Καλλιδρομίου συγκοινωνεί διαρκώς με τον βραδινό Ενοικο του Βαγγέλη, με το Αμα Λάχει του Χρήστου και του Μήτσου, με τα σαββατιάτικα ούζα στις Μουριές μες στην καρδιά της λάμπουσας λαϊκής, με τα νεανικά καφέ στους νότιους πεζόδρομους, με τα ροκ καφέ της πλατείας όπου ακόμη πίνει τον εσπρέσο του ο παλαίμαχος λιθογράφος Χρίστος της Ερεσσού.

Οσο θυμάμαι τον εαυτό μου στα Εξάρχεια, θυμάμαι παρέες και κοινότητες. Ελληνικές· παει να πει, κοινότητες με φαγωμάρες και οίστρους, με αγάπες και ψύχρες, με μεθύσια και ξενερώματα, με μεροκάματα και deadline, με ποιήματα και άγριες καζούρες, με χάπενινγκ και μελαγχολίες, με πτώσεις και θανατικά. Και οι γενιές μπαινοβγαίνουν στις κοινότητες, διαδέχονται η μία την άλλη, περνούν από μυητήριες τελετές· στο μπαρ Decadence, πρώην κατοικία Ζωιτάκη, όπου φωτογραφίζεται ο Σαββόπουλος και ρητορεύουν σκηνοθέτες ενώπιον ενζενύ στις αρχές του ‘80, το ίδιο μπαρ αναζητούν ακόμη σήμερα ροκ δεκαοχτάρηδες: «Συγγνώμη, ξέρετε πού είναι η οδός Πουλχερίας» ρωτούν τις νύχτες οι νεοσσοί. Επί τρεις δεκαετίες ο ανθός της ελληνικής νεολαίας μυείται στα Εξάρχεια, μυείται σ’ έναν ιδιότυπο, αντιφατικό, ρευστό μα γοητευτικό και πολύτιμο κοινοτισμό, τέτοιον που δεν προσφέρει κανένα mall, καμιά διασκεδασούπολη Ψυρρή, κανένα fun park.

Γιατί εδώ; Γιατί έτσι; Γιατί ποιητές, ζωγράφοι, θεατρίνοι και κινηματογραφιστές δουλεύουν και συγχρωτίζονται εδώ; Γιατί η καθημερινότητα των μόνιμων κατοίκων παραμένει ζωντανή και αναμμένη, παρά τους χαλασμένους δρόμους, σε πείσμα της εγκληματικής παραμέλησης του Δήμου, παρά τον κλεφτοπόλεμο των αναρχικών με τα ΜΑΤ, παρά το διαρκές νταραβέρι των τοξικομανών που συνεχώς προς το «άβατο» προωθούνται; Γιατί;

Είπαμε. Γιατί οι άνθρωποι έχουν ανάγκη έναν κοινόχρηστο χώρο, ελεύθερο δημόσιο χώρο, χώρο ολοήμερης και ολονύχτιας ζωής, έχουν ανάγκη μια συνοικία ονείρων και ανταλλαγών, μια γειτονιά ομιλιών και αντεγκλήσεων, να σε ανέχονται και να μη σε επικρίνουν γιατί δεν ταιριάζεις στις νόρμες, να σε αποδέχονται γι’ αυτό που είσαι, ό,τι είσαι, πένης, σαλός, νεραϊδοπαρμένος, προκομένος, μοναχοδαρμένος, υπερκοινωνικός, φαφλατάς, ανέστιος, πλάνης, και νοικοκύρης.

Τα Εξάρχεια, μυθολογημένα, παρεξηγημένα, στερεοτυπικά, αντιφατικά, ακόμη κι έτσι, είναι μια από τις λιγοστές προτάσεις πολύχρωμης οργάνωσης αστικού βίου, απέναντι στην επέλαση των υπνωτηρίων, των μεζονετών και της ραδιενεργού πλήξης των προαστίων.

Ένα βλέμμα, Καθημερινή 28.12.2008

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

  • Χρονική υστέρηση ή κενό επικοινωνίας ή … twitter.com/USAmbPyatt/sta… 2 weeks ago
  • Όσο ο Κυριάκος Μητσοτάκης αναβάλλει να ψηφίσει τα μνημόνια εφαρμογής της Συμφωνίας Πρεσπών η Τουρκία αγκαλιάζει Β.… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Στο αυτόφωρο ο δήμαρχος Μυκόνου, επειδή τα ξημερώματα ο Δήμος απομάκρυνε αυθαίρετες επεμβάσεις στην παραλία Καλό Λι… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Η Δεξιά είναι απενοχοποιημένη και αδίστακτη. Η Αριστερά, ας κρατήσει αυτό το χρήσιμο δίδαγμα, όταν θα γκρεμίζει τις… twitter.com/i/web/status/1… 2 months ago
  • O Xρυσοχοΐδης εφαρμόζει το πόρισμα. https://t.co/iVG6oHqxCo 6 months ago
  • Απετράπη η νυκτερινή αστυνομική εισβολή στο ΑΠΘ. Προς το παρόν. Ασπίδα φοιτητών και καθηγητών. #Χρυσοχοιδη_παραιτησου 6 months ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.019.123 hits
Αρέσει σε %d bloggers: