molotov

[…]

Πώς έφτασαν τα παιδιά της μεσαίας τάξης, με τα χούντις και τα όλσταρ, τα δικά μας παιδιά, πώς έφτασαν να λιθοβολούν αστυνομικά τμήματα και να φωνάζουν «πυροβολήστε μας»; Ταυτίστηκαν με τον νεκρό Αλέξη, τον μάρτυρα της γενιάς τους; Ναι, ασφαλώς, είναι μια απάντηση, όχι όμως η απάντηση. Ναι, είναι ο εξεγερσιακός ρομαντισμός, η αδρεναλίνη, η αποκοτιά, το αναγκαίο rite de passage, η μύηση στο δρόμο, ο διονυσιασμός μαζί με την εξωτερίκευση του πένθους, ναι, ναι, όλα αυτά ισχύουν, λειτούργησαν και θα λειτουργούν.

Μα είναι κι άλλα… Πολλά. Γιατί η πυρκαγιά που λαμπάδιασε τη χώρα, ψυχικά και ηθικά, δεν αφορά μόνο τα λυκειόπαιδα με τα χούντις και τα sms. Αφορά και τους φοιτητές, παρκαρισμένους εκτός μετρήσεων ανεργίας σε ετοιμόρροπες σχολές, αφορά και τους no future πολυπτυχιούχους που μετριούνται ως άνεργοι, αφορά το ετοιμόρροπο «ένα τρίτο» στο χείλος του αποκλεισμού, αφορά τους νεόπτωχους μικρομεσαίους που στενάζουν, αφορά πια και τα ημιπρονομιούχα «δύο τρίτα» της κοινωνίας. (Δεν τολμώ να σκεφτώ πώς και πόσο αφορά τους ένα εκατομμύριο μετανάστες, χωρίς ψήφο και χωρίς χαρτιά.)

Η οργή για το φόνο, ένα στοιχείο. Η βαθιά περιφρόνηση προς το πολιτικό σύστημα, άλλο. Η δυσπιστία προς τους θεσμούς. Η καχυποψία προς το ισχύον κράτος δικαίου. Η βίαιη απόρριψη των προσφερόμενων προτύπων. Κι άλλα, βαθύτερα, πιο σκοτεινά, πιο περίπλοκα.

Ολα μαζί διαμορφώνουν μια κοινωνία σε μανιοκατάθλιψη, χωρίς αυτοπεποίθηση, με πεσμένο ηθικό, με μειωμένη αυτοεκτίμηση, με εκρήξεις υπεραναπλήρωσης, με εμμονές και φοβίες, με βαθιά απαισιοδοξία. Είναι η δύσθυμη μεταδημοκρατία που διαπιστώνουμε μονότονα από το 2005 τουλάχιστον, αφότου εξατμίστηκε η προσωρινή ευφορία του 2004, αφού ξεθύμανε η τονωτική επήρεια των Ολυμπιακών και του Euro στο συλλογικό φαντασιακό.

Ολοι θυμόμαστε το μακρύ καλοκαίρι του 2004: οι Ελληνες χόρευαν αγκαλιασμένοι στις παραλίες και στις πλατείες, με κυανόλευκα τι-σερτ και μπουκάλια μπίρας. Και θυμόμαστε το καλοκαίρι του 2007, τις πυρκαγιές και το πένθος, τις βουβές διαδηλώσεις, τη βαριά δυσθυμία, το ανέκφραστο πολιτικό, τις μούτζες προς τη Βουλή, το αδιάμορφωτο πλήθος της μεταδημοκρατίας που σάλευε και κόχλαζε κι έβραζε στο ζουμί του.

Από αυτό το πλήθος ξεπήδησαν τώρα απροσδόκητα τα χούντις των λυκείων κι οι αλαφιασμένοι γονείς τους, από αυτό το πλήθος ξεπήδησαν πολλαπλάσιοι και ξαναμμένοι οι σπάστες και οι μπάχαλοι, η οργή, η αγανάκτηση, η φυσική βία, η τυφλή μανία. Το πλήθος μετακινήθηκε στο δίπολό του: από την κατάθλιψη προς τη μανία. Και ιδού: οι γιορτινές μπίρες του 2004 έγιναν οι οργισμένες μολότοφ του 2008. Το πεδίο γιορτής έγινε πεδίο καταστροφής: οι δύο εκδοχές της βακχείας.

Η εξέγερση δεν προέρχεται μόνο από σπασμό του θυμικού. Προέρχεται και από έλλογη δυσαρέσκεια, από αγανάκτηση για την ανάπηρη δημοκρατία. Ο κόσμος έχει χάσει την πίστη του στις εξαγγελίες εκσυγχρονισμού και μεταρρυθμίσεων, όπως τα ακούει από τη δεκαετία ‘90. Βλέπει τους θεσμούς διάτρητους και αναξιόπιστους, βλέπει το πολιτικό σύστημα να μη διαφυλάσσει το κύρος των θεσμών αλλά απλώς να φροντίζει για την αυτοαναπαραγωγή του και τον πλουτισμό μου, άνομο και άνηθικο. Το σύστημα γλιστράει: από δημοκρατία, μαζική και τυπική έστω, προς ένα υβριδικό καθεστώς με φεουδαρχικά χαρακτηριστικά, με ξεδιάντροπο νεποτισμό, με αναξιοκρατία, δομημένο γύρω από συμφέροντα, προπαγανδιστικά τρικ, χειραγωγούμενα μήντια, φαμίλιες και clan.

Ο καπνός των μολότοφ, τα σύννεφα των δακρυγόνων, το πένθος για το παιδί, θα περάσουν· το σοκ θα καταλαγιάσει. Η Ελλάδα θα μείνει ίδια;

 

sneak preview

buzz it!

Advertisements