adonisvolanakis

 

H κρίση πλήττει όχι μόνο τις τράπεζες και τα golden boys, πλήττει ήδη τα μεγάλα εισοδήματα, όσα γιγαντώθηκαν με υπεραξίες και παγκοσμιοποιημένες κινήσεις χρήματος. Υπό μία έννοια, το εικονικό χρήμα ξεφουσκώνει, και οι εκρηκτικές ανισότητες μειώνονται. Αλλά η ύφεση που όλοι φοβούνται θα πλήξει βαρύτατα τα χαμηλά εισοδήματα, τα λαϊκά στρώματα, τα πλήθη που ζουν καταναλώνοντας παρόν, που σιζίτονται μόνο εκ της εργασίας τους· τα πλήθη που μεταναστεύουν μαζικά, εδώ και δεκαετίες, από τον Τρίτο και τον Δεύτερο Κόσμο, σαν φωτοπεταλούδες προς τις βιτρίνες του Πρώτου Κόσμου· τα μικρομεσαία πλήθη που γνώρισαν μερικές δεκαετίες ευημερίας μετά τον Πόλεμο, και τώρα καλούνται να συνεισφέρουν το υστέρημά τους, ασφάλιση, κοινωνικές παροχές, τιμαριθμική προσαρμογή μισθού, σχολείο, νοσοκομείο, αποταμίευση, για να ανορθωθεί το σύστημα που τους ρήμαξε.

Είναι αντιφατικό ασφαλώς, σχεδόν παράλογο, το δημόσιο χρήμα να σπεύδει να ανορθώσει τα ερείπια που αφήνουν πίσω τους οι αυτορυθμιζόμενες αγορές, αλλά αναλόγως παράλογη ήταν η νεοφιλελεύθερη αυτορύθμιση των αγορών ερήμην των κοινωνιών, που συνέβαινε τις τελευταίες δεκαετίες.

Αναλόγως παράλογη ήταν η πολιτική που οδήγησε σε αυτό το εκκρεμές: κρατισμός-αγορά-κράτος: Το νεοφιλελεύθερο ιδεολόγημα εφάρμοσαν ―στην Ερώπη τουλάχιστον― οι σοσιαλδημοκράτες, αυτοί ακριβώς που ιστορικά τάσσονταν υπέρ του ρυθμιστικού ρόλου του κράτους, οι υποστηρικτές του κράτους πρόνοιας και της δικαιότερης αναδιανομής του πλούτου μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι εκφραστές του κόσμου της εργασίας, συγκληρονόμοι της πλούσιας αριστερής παράδοσης της νεωτερικής Ευρώπης.

Είναι νωπά τα πρόσωπα και οι ιδεολογίες εντός της ευρωπαϊκής συνομοσπονδίας, όσα οραματίστηκαν και υλοποίησαν το νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα της απελευθέρωσης των αγορών, προτάσσοντας μια Ευρώπη των μεγάλων επιχειρήσεων, εις βάρος της κοινωνικής συνοχής, εις βάρος ακόμη και της κατακτημένης, δεδομένης ευημερίας του μεταπολέμου. Είναι οι ηγέτες της σοσιαλδημοκρατίας… Ολοι θυμόμαστε τον τρίτο δρόμο των Μπλαιρ και Σρέντερ, όλοι θυμόμαστε ποιοι συνέδεαν τις εκλογές με τον πίνακα της Σοφοκλέους.

Κι αν η σοσιαλοδημοκρατία πρόδωσε την παράδοσή της και μετετράπη σε διαχειριστή του πλιάτσικου, η ριζοσπαστική Αριστερά φάνηκε ιδεολογικός και διανοητικός ουραγός. Ενώ όλη η ρητορική της τα τελευταία χρόνια ήταν μια μονότονη καταγγελία του νεοφιλελευθερισμού, όταν η κρίση έφτασε, αυτή κοιμόταν, βρέθηκε χωρίς εργαλεία, χωρίς αναλύσεις, χωρίς ιδεολογικές εναλλακτικές. Η ελληνική αριστερά, λ.χ., η εκτός του απολιθωμένου ΚΚΕ, μετά το σοκ του ‘89, αναλώθηκε σε μάχες χαρακωμάτων υπέρ μιας συγκεχυμένης κουλτούρας δικαιωμάτων, σε καταγγελίες και μικροέριδες, που αφορούσαν το φαντασιακό μορφωμένων αστικών μεσοστρωμάτων, και καθόλου την υλική συνθήκη τους, πόσω μάλλον την υλική συνθήκη των οικονομικά και μορφωτικά αδύναμων.

Ο Συνασπισμός, το πιο ζωντανό και ενδιαφέρον μόρφωμα της αριστεράς, μπορεί να δώσει όλες του τις δυνάμεις σε συμβολικές μάχες, για τη συμβίωση ομοφυλοφίλων, για το βιβλίο Ιστορίας, για το μάθημα Θρησκευτικών κ.λπ., και καλώς πράττει. Αλλά πόσες δυνάμεις διαθέτει για τη μητέρα όλων των πολιτικών μαχών; Πώς συνομιλεί με τα δοκιμαζόμενα πλήθη όταν απειλείται όχι το συμβολικό, όχι το φαντασιακό, αλλά το υλικό, ο ζωτικός δημόσιος χώρος, η ήδη συρρικνωμένη ευημερία τους, η ίδια η ύπαρξή τους; Στην παρούσα χαοτική κατάσταση, όπου το διακύβευμα είναι η ίδια η αξία της πολιτικής, ο τρόπος που βλέπουμε τον πλανήτη και τους εαυτούς μας, δεν αρκεί η ευαισθησία για τα δικαιώματα και τις αποκλίνουσες συμπεριφορές, δεν αρκεί μια αριστερά σε ρόλο συνηγόρου του πολίτη.

Πολύ λίγα πράγματα λέει η αριστερά τώρα που ο κόσμος τη χρειάζεται περισσότερο από ποτέ, τώρα που οι μετά το ‘89 ιδεολογίες σωριάζονται μέσα στη σκόνη τους, όπως ακριβώς σωριάστηκαν οι προ ‘89. Δεν λέει τίποτε ουσιώδες για το ρημαγμένο ΕΣΥ, για το ξεχαρβαλωμένο σχολείο, δεν λέει τίποτε για τον θάνατο των μικρομεσαίων, δεν λέει ποιον πραγματικό κόσμο προτείνει, δεν δείχνει μια κάποια έξοδο από την κρίση. Διότι δεν είχε σκεφτεί επαρκώς. Διότι σκέφτεται με όρους γκάλοπ, και χορταίνει με ποσοστά. Ισως διότι εκτίμησε ότι πολιτική είναι να τσιμπολογάς τη δημοσκοπική δυσαρέσκεια. Ισως διότι δεν αγωνιά.

Αλλά με τον μανουτσαορεπουσομπαφισμό δεν απαντάς στην κρίση του καπιταλισμού· γίνεσαι παρελθόν, και το ΠΑΣΟΚ που έστησε φούσκες και ασυδοσία, κερδίζει πόντους στα γκάλοπ. Αυτή η καθυστέρηση μάς πονάει όλους.

Ένα βλέμμα, Καθημερινή 16.11.2008

Εικόνα: Αντώνης Βολανάκης, έκθεση Transleat me

Advertisements