«Είμαι ο γιος ενός ταχυδρόμου...»

 

«Πώς μπορεί να προσδοκά κανείς ότι από ένα τόσο στρεβλό ξύλο (τον άνθρωπο) θα κοπεί κάτι τελείως ίσιο»

Ιμμάνουελ Καντ

 

Ο Θ. Ρουσόπουλος, τέκνο της μεταπολιτευτικής κοινωνικής κινητικότητας, απορεί που υπάρχουν ακόμη έλεγχοι, αναταγωνισμοί, φθόνος. Παρά την τριβή του με την εξουσία ―μάλλον, εξαιτίας ακριβώς της στενής συναναστροφής του με την κορυφή της εξουσίας, επειδή ποτέ δεν βρρέθηκε απέναντι από την εξουσία, αλλά μόνο πλάι της κι εντός της―, δεν μπορεί να καταλάβει πώς ο δημόσιος άνδρας ελέγχεται και πίπτει. Ακόμη όμως και στη μισερή ελληνική δημοκρατία, ακόμη και με τόσους βαθμούς χειραγώγησης και διαπλοκής στα μήντια, ακόμη και με τον κυνισμό να διαχέεται και να διαβρώνει όλο το κοινωνικό σώμα, ο έλεγχος κάποτε λειτουργεί. Ακόμη και σαν φθόνος.

Ο οννεδίτης Γ. Βουλγαράκης και ο πολύ-παλιά-αριστερός Θ. Ρουσόπουλος, πενήντα-κάτι, πενήντα-παρά-κάτι, είναι δυό τυπικές προσωπικότητες πολιτικών, που αναρριχήθηκαν ψηλά χωρίς να συγκρουστούν, χωρίς να ματώσουν, χωρίς να σκεφτούν το κόστος. Ηθελαν μόνο κέρδη. Κι έτσι έπεσαν, προσωρινά. Και τους δύο, ο Κ. Καραμανλής τους υπερασπίστηκε μέχρι την πτώση, με παρόμοια έκπληξη και άγνοια κινδύνου, κι έχασε κι αυτός.

 

Την ώρα που άλλαζε ο κόσμος ολόκληρος, το 1989-90, και η γειτονιά μας ετοιμαζόταν πυρετωδώς να πνιγεί στο αίμα, εμείς οι Ελληνες κυνηγούσαμε Πάμπερς και στήναμε δικαστήρια κάθαρσης. Στήναμε τον δικό μας, καταδικό μας, μικροεμφύλιο. Και αργότερα, με χαρακτηριστική καθυστέρηση, αντικρίζαμε τα πλήθη μεταναστών να περνούν τα ορθάνοιχτα σύνορα, κάποιους γείτονες να διεκδικούν το όνομά μας, τα σχολεία και τις συνοικίες να αλλάζουν δημογραφικά, τη ζωή να μην είναι πια ίδια. Η παγκοσμιοποίηση συνέβαινε πάνω μας, στο πετσί μας, στη γειτονιά μας, κι εμείς περιμέναμε να τη μάθουμε από τα τριτοδρομικά εγχειρίδια του Γκίντενς κι από την wikipedia, αποκρυσταλλωμένη, σίγουρη, έτοιμη προς χρήσιν…

Κάπως έτσι και τώρα. Η χρηματοπιστωτική κρίση διαπερνά τον κόσμο, απειλεί λαούς, κλονίζει πεποιθήσεις. Ο κόσμος αλλάζει δραματικά, οι μέρες θυμίζουν το 1989. Κι εμείς, οι Hellenes, έχουμε βρει και πάλι εργόχειρο σολιψισμού. Το λέμε Βατοπέδι, το λέμε παραπαίουσα κυβέρνηση, το λέμε παραπαίον πολιτικό σύστημα, το λέμε γενικευμένη σύγχυση.

Το πολιτικό σύστημα φροντίζει να αφήνει τεκμήρια συγχύσεως για τον ιστορικό του μέλλοντος. Σύγχυση εννοιών, σύγχυση νόμων και ορίων, σύγχυση ηθικής, συγκεχυμένη απουσία στόχων και φιλοδοξιών. Μπορούμε να τη διακρίνουμε εναργέστερα στα πρόσωπα, μια γενιά διαχειριστών και πολιτικών που παραπαίει σήμερα χωρίς σχέδιο και στόχους, και μαζί τους παραπαίει σχεδόν όλη η χώρα.

Ο ιστορικός του μέλλοντος θα σταθεί σε αυτή τη γενιά των πενηντάρηδων, που σήμερα κυβερνούν ― ή υποδύονται ότι κυβερνούν. Θα σταθεί στις πολιτικές ομιλίες και τις συμπεριφορές του Γιώργου Βουλγαράκη, του Θοδωρή Ρουσσόπουλου, του Γιώργου Αλογοσκούφη, του Κώστα Καραμανλή. Θα μελετήσει τους λόγους τους, θα τους συγκρίνει με τα έργα τους· θα συγκρίνει λόγια και έργα με την ιστορική συγκυρία, με τις απαιτήσεις του καιρού· θα εξετάσει την αποτελεσματικότητά τους, πώς αναταποκρίθηκαν στις προκλήσεις, πώς ενέπνευσαν τους πολίτες, ποιους στόχους έθεσαν, πώς προοικονόμησαν το μέλλον.

Μακάρι ο ιστορικός να δει κάτι που δεν βλέπουμε τώρα εμείς, να διακρίνει κάποιο σχέδιο. Γιατί εμείς, τώρα, δεν διακρίνουμε τίποτε, κανένα σχέδιο, παρεκτός μεγαλοστομία, παλινωδίες, ρηχό ορίζοντα, αναποφασιστικότητα, προπαγάνδα, ελαττωμένες ικανότητες. 

Και αλαζονεία. Και απληστία. Και έλλειψη αίσθησης του πραγματικού. Το discours, o λόγος, των Γ. Βουλγαράκη και του Θ. Ρουσόπουλου, κατά την αναγκαστική παραίτηση-πτώση τους, περιέχει όλα τα παραπάνω. Και οι δύο καταγγέλλουν σκοτεινά κέντρα και άθλιες μεθοδεύσεις σπίλωσης ― χωρίς να τα κατονομάζουν. Και οι δύο υπερασπίζονται με απορία και σθένος το λάιφστάιλ και τα υλικά προνόμια που απέκτησαν μέσω πολιτικής. Ο Γ. Βουλγαράκης μάλιστα εισηγήθηκε νέο σύστημα ηθικής: Ο,τι είναι νόμιμο, είναι ηθικό. Ο Θ. Ρουσόπουλος επικαλέστηκε την επαγγελματική του προσφορά και την κοινωνική του καταγωγή για να απαντήσει στις αιτιάσεις της αντιπολίτευσης και στη δυσαρέσκεια της κοινής γνώμης. Χορτάτος από επιτυχημένο εαυτό, έκπληκτος που του ζητούσαν να λογοδοτήσει για όσα απέκτησε, κατάπληκτος που το “σύστημά” του δεν λειτουργούσε πια, απήγγειλε το περίφημο “ο γιος του ταχυδρόμου”. Και θύμισε το άλλο περίφημο “ο γιος του αγωγιάτη”: έτσι χλευάστηκε κάποτε, προ ετών, ο Δ. Τσοβόλας, σε σοβαρή εφημερίδα από νυν αριστερό τηλεαστέρα. 

Ο Θ. Ρουσόπουλος, τέκνο της μεταπολιτευτικής κοινωνικής κινητικότητας, απορεί που υπάρχουν ακόμη έλεγχοι, αναταγωνισμοί, φθόνος. Παρά την τριβή του με την εξουσία ―μάλλον, εξαιτίας ακριβώς της στενής συναναστροφής του με την κορυφή της εξουσίας, επειδή ποτέ δεν βρρέθηκε απέναντι από την εξουσία, αλλά μόνο πλάι της κι εντός της―, δεν μπορεί να καταλάβει πώς ο δημόσιος άνδρας ελέγχεται και πίπτει. Ακόμη όμως και στη μισερή ελληνική δημοκρατία, ακόμη και με τόσους βαθμούς χειραγώγησης και διαπλοκής στα μήντια, ακόμη και με τον κυνισμό να διαχέεται και να διαβρώνει όλο το κοινωνικό σώμα, ο έλεγχος κάποτε λειτουργεί. Ακόμη και σαν φθόνος.

Ο οννεδίτης Γ. Βουλγαράκης και ο πολύ-παλιά-αριστερός Θ. Ρουσόπουλος, πενήντα-κάτι, πενήντα-παρά-κάτι, είναι δυό τυπικές προσωπικότητες πολιτικών, που αναρριχήθηκαν ψηλά χωρίς να συγκρουστούν, χωρίς να ματώσουν, χωρίς να σκεφτούν το κόστος. Ηθελαν μόνο κέρδη. Κι έτσι έπεσαν, προσωρινά. Και τους δύο, ο Κ. Καραμανλής τους υπερασπίστηκε μέχρι την πτώση, με παρόμοια έκπληξη και άγνοια κινδύνου, κι έχασε κι αυτός.

Ένα βλέμμα, Καθημερινή 02.11.2008

buzz it!

Advertisements