Η ελληνική κυβέρνηση θα μπορούσε να αντλήσει παραδείγματα από την Ευρώπη. Δεν μπορεί, για δύο λόγους. Τον πρώτο τον αναφέραμε: δεν έχει πια πνοή, δεν έχει δυνάμεις. Ο άλλος λόγος είναι οι ενδογενείς, οι δομικές αδυναμίες της, και τα αντιφατικά, αποσπασματικά ιδεολογήματα που διατρέχουν την πολιτική της. Τα πρόσωπα που την απαρτίζουν είναι άκαπνα, κουρασμένα, χωρίς ιδέες, χωρίς ιστορική φιλοδοξία, συχνά και χωρίς κοινό νου. Και κατατρύχονται, αφενός, από κακοχωνεμένα νεοφιλελεύθερα ιδεολογήματα-πασπαρτού περί ελεύθερης αγοράς, αφετέρου, από τον παραδοσιακό λαϊκισμό, την πελατειακότητα και τον νεποτισμό. Και την αδυναμία να διαγνώσουν τους κοινωνικούς ανταγωνισμούς και τις αναδυόμενες δυνάμεις.

Το μίγμα στρατηγικών αδυναμιών, προσωπικών ελλείψεων και τακτικών ηττών είναι εκρηκτικό. Οχι μόνο για την κυβέρνηση, που παραπαίει μες στην καινοφανή διεθνή κρίση, αλλά κυρίως για τη χώρα.

buzz it!

 

Οσο πυκνώνει η φιλολογία για τη χρηματοπιστωτική κρίση, τόσο πυκνώνει το σκοτάδι σχετικά με το πόσο βαθιά και εκτεταμένη είναι η κρίση και πώς αυτή θα επηρεάσει την πραγματική οικονομία και την καθημερινή ζωή. Ταυτόχρονα, από εφημερίδες όπως οι New York Times και η Wall Street Journal, μαθαίνουμε ότι ο πακτωλός κρατικού χρήματος, που ρέει ήδη προς τις πληττόμενες τράπεζες, δεν είναι βέβαιο ότι θα χρησιμοποιηθεί για τόνωση των νοικοκυριών και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Ο αμερικανικός τύπος επισημαίνει ότι μέγα μέρος από το χρήμα του Σχεδίου Πόλσον ετοιμάζεται να διοχετευθεί σε εξαγορές και κυνήγι ευκαιριών, και όχι για να θερμάνει την παγωμένη αγορά και τους φοβισμένους πολίτες.

Οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί, στεγνωμένοι από ρευστό μετά την κατάρρρευση της πυραμίδας “τοξικών” προϊόντων, ξαναμπαίνουν στο γνωστό τους παιχνίδι κερδοσκοπίας, αυτή τη φορά με το φτηνό χρήμα των φορολογουμένων. Οι Αμερικανοί αναλυτές ασκούν δριμεία κριτική στο σχέδιο Πόλσον, ακριβώς διότι δεν εξασφαλίζει πώς το πολύτιμο δημόσιο χρήμα  θα προφυλάξει την κοινωνία από την κρίση. Παρόμοια κριτική ακούγεται ήδη και στη χώρα μας, όπου η κυβέρνηση, μάλλον βιαστικά και πρόχειρα, έσπευσε να διοχετεύσει 28 δισ. ευρώ προς ενίσχυση των τραπεζών, με ένα νομοσχέδιο που αλλάζει διαρκώς και βασιζόμενη σε μια μυστική «συμφωνία κυρίων».

Καταρχάς, η «συμφωνία κυρίων» θυμίζει πρακτική της Καμόρας και της Μαφίας, εκεί όπου όλα τελούνται χωρίς χαρτιά, με χειροφιλήματα και δεσμεύσεις αίματος, μακριά από τα φώτα· όχι σε δημοκρατίες. Κι έπειτα, ευθύς μόλις μάθαμε για τη συμφωνία κυρίων, ακούσαμε και τις πρώτες αμφισβητήσεις της, προερχόμενες από το κλαμπ των κυρίων: κάποιες τράπεζες αρνήθηκαν ανοιχτά ότι είναι προβληματικές και αρνήθηκαν την κρατική ενίσχυση. Ακολούθησαν ομοβροντίες από τον Σύνδεσμο Ελληνικών Βιομηχανιών, από τους βιοτέχνες και τους επαγγελματίες,  που εξέφρασαν την ανησυχία τους, κατά πόσον η ρευστότητα των 28 δισ. θα περάσει στις επιχειρήσεις και θα τονώσει την αγορά. Ακόμη και οι χρηματιστηριακές εταιρείες διαμαρτύρονται, διαβλέποντας φαλκίδευση του ελεύθερου ανταγωνισμού, μέσω της μονομερούς κρατικής ενίσχυσης προς τις τράπεζες.

Το σημαντικότερο: οι ίδιες οι τράπεζες δεν έχουν δηλώσει δημοσίως την αδυναμία τους να αντιμετωπίσουν την κρίση. Και κανείς δεν γνωρίζει ακριβώς την έκταση και το βάθος της κρίσης στο εγχώριο χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Οι απορίες είναι πολλές και δεν είναι ασφαλώς τεχνικο-οικονομικές· ο πολίτης δεν νοιάζεται πώς θα μπαλωθούν οι τρύπες που άφησαν πίσω τα τοξικά παιχνίδια των golden boys. O πολίτης ενδιαφέρεται πρωτίστως για την διατήρηση της ατομικής και συλλογικής ευημερίας, όποιας του αναλογεί· ενδιαφέρεται για τη διατήρηση θεσμών και δικαιωμάτων, να λειτουργούν το σύστημα δημόσιας περίθαλψης, το σχολείο, οι συγκοινωνίες, οι δημόσιες υποδομές. Και βέβαια να είναι ενεργός και διαρκής ο δημοκρατικός έλεγχος σε ό,τι αφορά τη δημόσια σφαίρα.

Τα 28 δισ. ευρώ του Σχεδίου Αλογοσκούφη, όπως και τα 700 δισ. δολ. του Σχεδίου Πόλσον και τα 500 δισ. στερλ. του Σχεδίου Μπράουν και τα 400 δισ. ευρώ του Σχεδίου Μέρκελ κ.ο.κ. είναι δημόσια σφαίρα. Αρα υπόκεινται στον δημόσιο έλεγχο, μπορούν να κυκλοφορούν διαφανώς και μόνον διαφανώς, και όχι με ασαφή νομοσχέδια και ιδιωτικές “συμφωνίες κυρίων”. Κατά τούτο, η έως τώρα μεθόδευση της κυβέρνησης δεν έχει πείσει για την αποτελεσματικότητά της ούτε καν για τις προθέσεις της. 

Η κυβέρνηση έπεσε στη διεθνή κρίση βαριά τραυματισμένη πολιτικά και ηθικά, μετά την αλυσίδα σκανδάλων και κακών χειρισμών. Επιπλέον, όλο το στρατήγημά της περί μεταρρυθμίσεων και ιδιωτικοποιήσεων, αυτό που διατυμπανίζει μονότονα από το 2004, φαίνεται τώρα έωλο, ένα ιδεολόγημα χωρίς περιεχόμενο. Η εσπευσμένη αποχώρηση του κράτους από κρίσιμους τομείς της οικονομίας, συχνά υπό δυσμενείς ή διαβλητούς όρους, φαίνεται να διεξάγεται προς όφελος ολιγοπωλίων, χωρίς καμία ουσιαστική εξυγίανση της αγοράς. Ο διογκωμένος χρηματοπιστωτικός τομέας και η μανιώδης δημιουργία ‘υπεραξιών” μπορεί να φουσκώνει τεχνητά τα χαρτοφυλάκια και τους ισολογισμούς, αλλά δεν δημιουργούν πραγματική ανάπτυξη, δεν ανοίγουν θέσεις εργασίας, δεν βελτιώνουν το βιοτικό επίπεδο του πολίτη. 

Και τώρα με την χρηματοπιστωτική κρίση, ανακαλύπτουμε και πάλι, κι εδώ και αλλού, τη σημασία των δημόσιων επενδύσεων, ως ατμομηχανής της οικονομίας, αλλά και το πώς το κράτος οφείλει να διαθέτει δικά του εργαλεία για να επηρεάζει τη ροή του χρήματος. Ο Βρετανός πρωθυπουργός Γκόρντον Μπράουν, επί μακρόν υπουργός Οικονομικών στις κυβενρήσεις Μπλερ, πρωτοστάτησε στην απελευθέρωση της αγοράς και την ελάττωση της κρατικής παρουσίας. Σήμερα όμως ηγείται της δυναμικής παρέμβασης του κράτους στο πιστωτικό σύστημα, καθαιρώντας διοικήσεις τραπεζών και αναλαμβάνοντας τα ηνία: το δημόσιο χρήμα απαιτεί πολιτική ευθύνη και σχέδιο.

Η ελληνική κυβέρνηση θα μπορούσε να αντλήσει παραδείγματα από την Ευρώπη. Δεν μπορεί, για δύο λόγους. Τον πρώτο τον αναφέραμε: δεν έχει πια πνοή, δεν έχει δυνάμεις. Ο άλλος λόγος είναι οι ενδογενείς, οι δομικές αδυναμίες της, και τα αντιφατικά, αποσπασματικά ιδεολογήματα που διατρέχουν την πολιτική της. Τα πρόσωπα που την απαρτίζουν είναι άκαπνα, κουρασμένα, χωρίς ιδέες, χωρίς ιστορική φιλοδοξία, συχνά και χωρίς κοινό νου. Και κατατρύχονται, αφενός, από κακοχωνεμένα νεοφιλελεύθερα ιδεολογήματα-πασπαρτού περί ελεύθερης αγοράς, αφετέρου, από τον παραδοσιακό λαϊκισμό, την πελατειακότητα και τον νεποτισμό. Και την αδυναμία να διαγνώσουν τους κοινωνικούς ανταγωνισμούς και τις αναδυόμενες δυνάμεις.

Το μίγμα στρατηγικών αδυναμιών, προσωπικών ελλείψεων και τακτικών ηττών είναι εκρηκτικό. Οχι μόνο για την κυβέρνηση, που παραπαίει μες στην καινοφανή διεθνή κρίση, αλλά κυρίως για τη χώρα.

 

Καθημερινή 02.11.2008

Advertisements