Οτι οι πολιτικοί εξαρτώνται όλο και περισσότερο από τους συμβούλους επικοινωνίας, είναι γνωστό. Προχθές, στην κυριακάτικη “Κ”, παρουσιάζονταν οι περισσότεροι γνωστοί επικοινωνιολόγοι που πλαισιώνουν τους κορυφαίους της κυβέρνησης. Κάποιοι απ’ αυτούς, όπως μαθαίνουμε, συμβουλεύουν τους πελάτες τους να χρησιμοποιούν χαλαρά τα Νέα Μέσα, λ.χ. το Facebook, και να επιδεικνύουν χόμπι και καθημερινές στιγμές, ροφούς και εξαρτύσεις καταδύσεων.

Τα επικοινωνιακά τεχνάσματα μπορεί να κατασκευάζουν εικόνα, ίματζ, προφίλ, μια κάποια αύρα, αλλά δεν παράγουν πολιτική. Αντιθέτως, μπορεί να παράγουν το αντίθετο αποτέλεσμα: εκεί που κατασκευάζεται μια ζώνη συμπάθειας, μια νησίδα ανέμελου λάιφστάιλ, εκεί ακριβώς ενδέχεται να προκύψει μια ζώνη αντιπάθειας, μια αφορμή φθόνου, μια πρόκληση για το, πάντα απρόβλεπτο, κοινό αίσθημα. Το κόστος βέβαια, σε κάθε περίπτωση και δικαίως, το εισπράττει ο πολιτικός, αυτός που καταφεύγει στην επικοινωνιακότητα, αντί στην πολιτική. Ο σύμβουλος ίματζ-μέικερ το πολύ να ρισκάρει μελλοντικές δουλειές και να πέσει το κασέ του. Πολιτική ευθύνη δεν έχει.

Ομως οι σύμβουλοι επικοινωνίας κατασκευάζουν πολιτικούς, άρα και πολιτική, στο βαθμό που οι πελάτες-πολιτικοί πρωτίστως ενδιαφέρονται για την επανεκλογή τους και την εξασφάλιση ανοχής, και δευτερευόντως ή καθόλου για την παραγωγή έργου και την διακινδύνευση ενώπιον της ιστορίας. Εξ ου και οι σύμβουλοι επικοινωνίας έχουν αναγορευθεί σε γκουρού και χρησμοδότες, σε διερμηνείς των δημοσκοπήσεων και του κλίματος, σε αναλυτές οιωνών και εικόνων. Κάποιοι εξ αυτών μάλιστα αρθρογραφούν τακτικά και αναλύουν τις ισορροπίες δυνάμεων και τις μεταστροφές του κλίματος. 

Ο ατύπως επικοινωνιακός σύμβουλος του πρωθυπουργού κ. Γιάννης Λούλης, εκ των επιφανεστέρων του κλάδου, στην πυκνή αρθρογραφία του στον τύπο, αναλύει τα πολιτικά δρώμενα ψύχραιμα και τεχνικά, σχεδόν πειστικά, παραπέμποντας και στον επαγγελματικό του ιστότοπό για περαιτέρω αναγνώσεις. Σχεδόν πειστικά: ο κ. Λούλης γράφει σαν να μη μετέχει στην διαμόρφωση της τρέχουσας πολιτικής πραγματικότητας καθ’ οιονδήποτε τρόπο, σαν εξωτερικός ανεξάρτητος παρατηρητής. Πράγμα που δεν είναι αληθές. Διότι, ανεξαρτήτως του αν η θέση του παρά τω πρωθυπουργώ είναι άτυπη, ασχέτως του αν εισακούονται οι συμβουλές του, πάντως συμμετέχει στη διαμόρφωση της εικόνας που εκπέμπει το Μέγαρο Μαξίμου. Τουλάχιστον αυτό.

Ασφαλώς οι  υπερισχύουσες τελικές εισηγήσεις για την επικοινώνηση της πολιτικής ― δηλαδή, την πολιτική― μπορεί να προέρχονται από τον αρμόδιο επικοινωνιακό υπουργό κ. Θοδωρή Ρουσσόπουλο, και το βάρος των αποφάσεων εν πάση περιπτώσει βαρύνει τον ίδιο τον πρωθυπουργό. Αλλά ο άτυπος σύμβουλος συγκολυμβά στη δεξαμενή σκέψεως, συμβάλλει στη ζύμωση και στη χάραξη της κυβερνητικής στρατηγικής ― της επικοινωνιακής, έστω.

Γι’ αυτό και είναι παράδοξο, τουλάχιστον, να αντικρίζουμε τον πρωθυπουργικό σύμβουλο να αναλύει τα τρέχοντα σαν τρίτος, σαν ουδέτερος, σαν ξένος. Να αναλύει τα σκαμπανεβάσματα των ποσοστών δημοφιλίας, να ερμηνεύει την ηεγτικότητα, να ανατέμνει εικόνες και κινήσεις. Ο κ. Λούλης ― και όχι μόνο αυτός― αναλύει σαν τρίτος τα αποτελέσματα των ενεργειών του, των συμβουλών που έχει παράσχει στον εργοδότη-πελάτη του. Αναλύει τον εαυτό του σαν τρίτος. 

Πόσο πειστικός μπορεί να είναι ο επαγγελματίας που περιγράφει δημοσίως την εργασία του χωρίς αυτοκριτική, χωρίς κόστος; Πώς μπορεί να είναι ταυτοχρόνως κριτής και κρινόμενος; Να αλλάζει καρέκλες και ρόλους; Βάσει ποιας επαγγελματικής δεοντολογίας;

Σκέφτομαι ότι η εναλλαγή ρόλων ωφελεί ασφαλώς το επαγγελματικό του προφίλ: όταν μιλά δημοσίως ο πρωθυπουργικός σύμβουλος, άτυπος έστω, εξυπακούεται ότι μιλά ένας insider, έχων πρόσβαση σε άλλης τάξεως πληροφορίες και σκέψεις, ένας προνομιακός συνομιλητής της εξουσίας· δεν μιλά ένας ελεύθερος σκοπευτής, ένας άσχετος. Αρα κάθε δημόσια εμφάνισή του είναι επαγγελματική προβολή.

Στην πολιτική ιστορία είναι γνωστός ο ρόλος των συμβούλων· ελάχιστοι όμως έγιναν διάσημοι· η συντριπτική πλειονότητα έμεινε στη σκιά των ηγεμόνων, από σωφροσύνη και προφύλαξη. Αυτό είναι το δίδαγμα του περίφημου Μπαλτασάρ Καστιλιόνε, στο Εγχειρίδιο του Καλού Αυλικού, αυτή και η διδασκαλία του Μακιαβέλι και του Γκρασιάν: μετριοπάθεια, σύνεση, ζύγισμα του Καιρού και της Fortuna, μη εξωτερίκευση των βαθύτερων σκέψων. 

Ας μη μακρύνουμε. Ο επικοινωνιακός ―δηλαδή πολιτικός― σύμβουλος, που εκπέμπει τις γνώμες του στον δημόσιο χώρο ως αμερόληπτες, δεν μπορεί να είναι πειστικός. Είτε θα μένει πιστός και εχέμυθος στον πελάτη του είτε θα εξαπατά την κοινή γνώμη. Tertium non datur.

Καθημερινή 23.09.2008

buzz it!

Advertisements