Otto Dix

Otto Dix, "Hugo Erfurth with Dog", 1926. Tempera and oil on panel. 80 x 100 cm. Museo Thyssen-Bornemisza, Madrid.

«Ο,τι είναι νόμιμο είναι ηθικό». Η απάντηση του βαλλόμενου υπουργού Γιώργου Βουλγαράκη προς τους επικριτές του, σχετικά με την κατοχή εταιρείας για απόκτηση ακινήτων και αποφυγή φορολογίας, δεν είναι κυνισμός. Είναι συμπύκνωση της πολιτικής πρακτικής πολλών τελευταίων ετών.

Ο πολίτης ακούει το ήδη γνωστό: έτσι δουλεύει το πολιτικό σύστημα, στην κόψη της νομιμότητας, εκεί όπου τα προβλήματα νομιμοφάνειας επιλύουν δικηγόροι, συμβολαιογράφοι και φοροτεχνικοί· όχι στο ανοιχτό, δυσερμήνευτο και δεσμευτικό πεδίο της ηθικής, στο πεδίο της προσωπικής και πολιτικής ευθύνης, όπου το κόστος αναλαμβάνει το πρόσωπο, ο αιρετός, ο ηγέτης. Ο νόμος είναι στατικό, μετρήσιμο σύστημα· η ηθική είναι δυναμική, μη μετρήσιμη. Ο νόμος κουμαντάρεται εύκολα, είναι περατός, αφήνει διαύλους σύννομης διαφυγής· η ηθική είναι μη περατή, απαιτεί κόστος, και πειθαρχία σε αναδιαμορφούμενες αρχές.

Οταν ένας πολιτικός άνδρας αντλεί νομιμοποίηση για τις πράξεις του από τον φλοιό της νομιμότητας, και όχι από τον πυρήνα της προσωπικής ηθικής ευθύνης, πρέπει να δούμε πώς φτάσαμε ώς εδώ. Οταν ένας εκλεγμένος βουλευτής και υψηλόβαθμος κυβερνητικός αξιωματούχος αντιδιαστέλλει την νομιμότητα στην ηθική, δηλαδή αποφεύγει να κριθεί με ηθικούς όρους, τότε το θέμα πάει πέρα από μια ατελή απολογία ή μια φυγομαχία, τότε οφείλουμε να δούμε πώς λειτουργεί σήμερα η δημοκρατία, και κατά πόσον η ηθική μπορεί να είναι ακόμη δραστική στον κοινωνικό βίο.

Η ηθική αξιώνει καθολική, οικουμενική, ισχύ· οι αρχές της μπορεί να διαμορφώνονται ανάλογα με τις ιστορικές συνθήκες, αλλά η διαμόρφωση αυτή είναι μια δυναμική διαδικασία που εμπνέεται από ιδανικά και όχι μόνο από σκοπιμότητες και ισορροπίες δυνάμεων. Η δημοκρατία επιτρέπει ακριβώς στον αδύναμο να επικαλείται τις ηθικές αρχές για να ισορροπήσει το, ασήκωτο διαφορετικά, βάρος του ισχυρού. Η ηθική εντάσσεται σε έναν πολιτισμό, φέρει τα νοήματά του και υπενθυμίζει τα όρια, λ.χ. τα όρια μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου.

Ο σημαντικός Αμερικανός πολιτικός φιλόσοφος Michael Walzer, στο βιβλίο του «Η ηθική εντός και εκτός συνόρων» (μετ. Β. Βουτσάκης, εκδ. Πόλις) προσφέρει ένα εξόχως διαφωτιστικό παράδειγμα για την θραύση των ορίων: «Ενας πλούσιος συλλαμβάνεται ενώ επιχειρεί να δωροκδοκήσει ένα δημόσιο αξιωματούχο: περνά με αθέμιτο τρόπο από τη σφαίρα της αγοράς, όπου το χρήμα έχει σημασία, στην πολιτική σφαίρα, όπου υποτίθεται δεν έχει σημασία. Αν συλληφθεί επ’ αυτοφώρω, θα στηλιτευθεί από τις εφημερίδες, ίσως καταδικασθεί και από τα δικαστήρια ― γιατί στην προσπάθειά μας να θέσουμε τέρμα σε τέτοιες μορφές διάβασης των ορίων, κάναμε τη δωροδοκία παράνομη. Αλλά αν οι πλούσιοι ως τάξη ελέγχουν απόλυτα τους δημόσιους αξιωματούχους, πράγμα που θα γινόταν αν η διάβαση είχε ήδη παγιωθεί και η φαυλότητα συστηματοποιηθεί, τότε δεν πρόκειται για σκάνδαλο αλλά για τυραννία.»

Ο πλουτοκράτης, με εξουσία μη πολιτική προέλευσης, με τη δύναμη του χρήματος, επιθυμεί να ασκήσει πολιτική εξουσία, χωρίς τα ρίσκα και τη φθορά του πολιτεύεσθαι· αυτό είναι μια μορφή τυραννίας, κατά τον Walzer. Ο πολιτικός, που επιτρέπει στον πλουτοκράτη να τον χρησιμοποιήσει, υπονομεύει και αυτός εξίσου τη δημοκρατία. Το ίδιο: ο πολιτικός που επιθυμεί να ζει σαν πλουτοκράτης και πηγαινοέρχεται από τη μια σφαίρα στην άλλη, από την σφαίρα της πολιτικής στη σφαίρα της αγοράς, όπου οι αξίες και οι σημασίες δεν είναι ίδιες, τότε αυτός ο πολιτικός ενεργεί επιθετικά, σπάει τα όρια, αμφισβητεί έργω τη δημοκρατία.

Το λάιφστάιλ του πολιτικού προσωπικού στην ώριμη πια Γ’ Ελληνική Δημοκρατία είναι ακριβώς αυτή η διαρκής διάβαση των ορίων, το διαρκές πηγαινέλα ανάμεσα στη σφαίρα του χρήματος και τη σφαίρα της πολιτικής, μια δήθεν αμέριμνη και αθώα κράση του ιδιωτικού με το δημόσιο. Ακούγεται φυσικό πια ο επαγγελματίας πολιτικός ―ανεπάγγελτος κατά τα άλλα― να υπερασπίζεται πρωτίστως το δίκαίωμά του στον πλουτισμό, το δικαίωμά του το δικό του ή της συζύγου του στο επιχειρείν. Ναι, αλλά με ποιους όρους; Συγχέοντας σκοπίμως και οπισθόβουλα το ιδιωτικό με το δημόσιο, την πολιτική με το χρήμα. Δεν επιχειρεί υπό ίσους όρους, δεν υφίσταται τον άγριο ανταγωνισμό της ελεύθερης αγοράς· εκμεταλλεύεται την αίγλη και τα προνόμια της θέσης του, την πολιτική του ισχύ, για να κάνει μπίζνες. Στημένο παιχνίδι. Ανήθικο. Και αντιδημοκρατικό.

Η υπεράσπιση των ορίων είναι υπεράπιση της δημοκρατίας. Η τέτοια πραγμάτευση του ηθικού είναι υπεράσπιση του έλλογου κοινωνικού. Σε όλες τις κοινωνίες λαμβάνεται μέριμνα για τήρηση των ορίων. Σκέφτομαι σκόρπια: Στην αθηναϊκή δημοκρατία ο πλούσιος πολίτης υποχρεωνόταν να είναι χορηγός, ο κάθε πολίτης υποχρεωνόταν να αναλάβει δημόσια θέση· στις ελληνιστικές πόλεις-κράτη οι πλούσιοι πολίτες υποχρεώνονταν να είναι ευεργέτες, να επιστρέφουν μέρος του πλούτου τους στον δημόσιο χώρο, αποτρέποντας τη δυσμένεια και τον φθόνο του λαού. Συχνά, και στην νεότερη ιστορία, βλέπουμε ηγέτες να κληροδοτούν την περιουσία τους στο κράτος. Εδώ, βλέπουμε μονότονα το αντίθετο: ο δημόσιος χώρος και η δοτή εξουσία παράγουν ιδιωτικό πλούτο για τους ανακλητούς άρχοντες της δημοκρατίας. Και το ιδιωτικό χρήμα αποκτά όλο και περισσότερη πολιτική δύναμη.

Ο,τι περιγράφτηκε ως λάιφστάιλ στη δεκαετία του ‘80 ―η βουλιμία του μη προνομιούχου, η απληστία του ανερχόμενου, η αλαζονεία του έχοντος― έχει εδραιωθεί τώρα ως βαθιά νοοτροπία, ως ηγεμονεύουσα ιδεολογία. Ο οριακά νόμιμος πλουτισμός, η υλιστική μανία, η καταναλωτική ευχέρεια, το σκάφος-σύμβολο, τα ακίνητα-φιλέτα, είναι στόχος ζωής, διεκδικούν θέση στο νέο σύστημα ηθικών αρχών, στοιχειοθετούν νέο δικαίωμα: το δικαίωμα στο πλουτίζειν εντός και εκτός των ορίων.

Ολα καινούργια, όλα νέα, όλα δικαιωματικά.

Καθημερινή, 07.09.2008

Advertisements