«Η ζωή είναι στο εξωτερικό. Δεν τη βρήκα.»

Η ζωή είναι πιο bitch κι από σαπουνόπερα. Η ζωή είναι το αντεστραμμένο είδωλό της. photo: © Stefan Okołowicz

Πέρσι ο Σελίν του Γερμανού Κάστορφ, φέτος ο Λεβίν του Πολωνού Βαρλικόφσκι. Tα πιο ενδιαφέροντα έργα που έχω παρακολουθήσει στο Φεστιβάλ Αθηνών μιλούν για την παρακμή της Δύσης· για την Ευρώπη μες στα καπνισμένα ερείπια του Δευτέρου Πολέμου, ο απαράμιλλος στυλίστας και αντισημίτης Σελίν· για το σημερινό Ισραήλ του διαρκούς πολέμου, και την Δύση των φτωχών, ο Ισραηλινός Χάνοχ Λεβίν (1943-1999).

Στο «Κρουμ» (1975), ο ομώνυμος ήρωας του Λεβίν επιστρέφει στη γενέτειρα, στην «τρύπα», σαν άσωτος υιός, χωρίς να φέρνει τίποτε μαζί του, ούτε δώρα ούτε επιτυχία ούτε λεφτά ούτε γνώση, φέρνει μονάχα το 38χρονο σαρκίο του και μια ομολογία: «Η ζωή είναι στο εξωτερικό. Δεν τη βρήκα». Εφυγε, και γύρισε χωρίς να κομίζει τίποτε, κομίζοντας μόνο μια ιδέα για μυθιστόρημα, τρομακτική από την ίδρυσή της: Θα γράψω για τη μιζέρια σας, σε αυτή δώ την τρύπα που ζείτε ασάλευτοι, χωρίς ελπίδα· θα γίνω διάσημος και πλούσιος πουλώντας τη δυστυχία σας. Αυτό λέει ο Κρουμ στην αρχή. Προς το τέλος, όταν πάει να γράψει, η τρομερή εβραία μάνα του, του θυμίζει τη μοίρα του: Μοίρα σου είναι η μισθωτή εργασία, μια γυναικούλα, δυο παιδιά, να ζεις εδώ σκυμμένος πάντα, μοίρα σου δεν είναι το ταλέντο… Μοίρα σου είναι η ήττα.

Το έργο ξεκινά με τον θάνατο της μάνας, σε βίντεο· ευθεία αναφορά στο κλασικό αρχίνισμα του “Ξένου” του Καμύ («Aujourd’hui, maman est morte. Ou peut-être hier, je ne sais pas…») και υπόδειξη για τον υπαρξιακό λαβύρινθο που ακολουθεί. Ολο το κείμενο υποδεικνύει διαρκώς κάτι άλλο, άλλα κείμενα, άλλες φωνές· το ίδιο πράττει κι η ευφυής καλοκουρδισμένη παράσταση του Βαρλικόφσκι, αλλά η συρραφή είναι αναχωνεμένη, δραστική, κατά διαστήματα καθηλωτική, συγκλονιστική. Μιλάει για τον καιρό μας. Μιλάει αφτιασίδωτα, ρεαλιστικά, κατακούτελα, χωρίς να φωνάζει, σχεδόν με μουρμουρητά, σαν εξαρθρωμένη και διαβρωτική ηθογραφία.

Η ηθογραφία του Λεβίν είναι η κρίση της Δύσης, η έκλειψη της ελπίδας. Οι ήρωές του αφηγούνται την ψυχική αποσάθρωση των λαϊκών στρωμάτων, την πτώση του προλεταριάτου, τον θάνατο της γειτονιάς, της κοινότητας, της οικογένειας. Κι όλα λέγονται σαν μαύρα αστεία· η ζωή είναι σκοτεινή κωμωδία.

Ο 46χρονος Πολωνός σκηνοθέτης Βαρλικόφσκι, μεγαλωμένος στην πνιγηρότητα του υπαρκτού σοσιαλισμού, παίρνει το κείμενο του Ισραηλινού και το μεταμορφώνει σε ζοφερή ηθογραφία της σημερινής φτωχής Ευρώπης. Με λάμπουσα δεξιοτεχνία ενσωματώνει στο έργο τη σαπουνόπερα, την τηλεόραση, τα φευγάτα βίντεο low-res του διαδικτύου, τα κόμικς, τις φορεσιές των τζάνκι πανκ του δρόμου. Στην πυκνή, συμπαγή, και ταυτόχρονα δωρική εικονοποιϊα του, διακρίνεις όλους τους απόηχους της Ευρώπης, παλιούς και νέους: τσεχοφικές ατάκες και κλίμα, μπεκετικές σιωπές, την αδειασμένη ύπαρξη του Καμύ, τον πεπτωκότα του πόνου Μπίμπερκοπφ από το Berlin Alexanderplatz του Φασμπίντερ, τη γητειά του kitsch Αλμοδόβαρ…

Και παντού, σε όλη την έκταση, ώς τον πιο μύχιο πυρήνα, διακρίνεις τη ζοφερή μοίρα του νουάρ: την ήττα και την πτώση. Νουάρ. Χωρίς μεγαλείο, χωρίς δάκρυ, στο όριο του μπανάλ και του γελοίου: ο θάνατος του υποχόνδριου Τουγκάτι περιγράφεται σαν τηλεοπτική φάρσα, το σεξ τελείται πίσω από τζάμι του peep show ή σαν γκροτέσκα ανακούφιση.

Οι ανεμιστήρες, που αργοσαλεύουν αδιάκοπα, δείχνουν τον χρόνο να κυλά αδιάφορος και πανδαμάτωρ, όλα πάνε να συμβούν και τίποτε δεν συμβαίνει, τα πάρτυ μένουν ημιτελή, οι γάμοι διαλύονται έτσι, χωρίς εξηγήσεις, γιατί κανείς δεν μπορεί να δεχτεί ένα χάδι, η αρρώστια λατρεύεται και λυτρώνει.

Δύο κορυφαίες εικόνες του καιρού μας. Στη μια, η τζάνκι-μπεκρού μονολογεί· αναζητεί έναν ασήμαντο σύντροφο, να φοράει πυτζάμες, για να τον αγκαλιάζει, να τον παραχαϊδέψει, κι ας μην κάνει αυτός τίποτε. Στην άλλη, οι φτωχοί, οι ασήμαντοι επισκέπτονται την πρώην γειτόνισσα που πέτυχε, και ζει στα πλούσια προάστια. Την βλέπουν καθισμένη στην πλατεία· την βλέπουμε τεράστια και λαμπερή σε γιγαντοθόνη, μια ακατάβλητη μάσκα από μέικ-απ, τσιτωμένο χαμόγελο και αλαζονεία. Ποιος βλέπει ποιον; Οι ηθοποιοί τους θεατές; Η μυθοπλασία αδειάζει μπρος στη ζωή;

Η ζωή είναι πιο bitch κι από σαπουνόπερα. Η ζωή είναι το αντεστραμμένο είδωλό της. To Κρουμ είπε τέτοιες δυσάρεστες αλήθειες.

buzz it!

Advertisements