You are currently browsing the monthly archive for Ιουλίου 2008.

«Η ζωή είναι στο εξωτερικό. Δεν τη βρήκα.»

Η ζωή είναι πιο bitch κι από σαπουνόπερα. Η ζωή είναι το αντεστραμμένο είδωλό της. photo: © Stefan Okołowicz

Πέρσι ο Σελίν του Γερμανού Κάστορφ, φέτος ο Λεβίν του Πολωνού Βαρλικόφσκι. Tα πιο ενδιαφέροντα έργα που έχω παρακολουθήσει στο Φεστιβάλ Αθηνών μιλούν για την παρακμή της Δύσης· για την Ευρώπη μες στα καπνισμένα ερείπια του Δευτέρου Πολέμου, ο απαράμιλλος στυλίστας και αντισημίτης Σελίν· για το σημερινό Ισραήλ του διαρκούς πολέμου, και την Δύση των φτωχών, ο Ισραηλινός Χάνοχ Λεβίν (1943-1999).

Στο «Κρουμ» (1975), ο ομώνυμος ήρωας του Λεβίν επιστρέφει στη γενέτειρα, στην «τρύπα», σαν άσωτος υιός, χωρίς να φέρνει τίποτε μαζί του, ούτε δώρα ούτε επιτυχία ούτε λεφτά ούτε γνώση, φέρνει μονάχα το 38χρονο σαρκίο του και μια ομολογία: «Η ζωή είναι στο εξωτερικό. Δεν τη βρήκα». Εφυγε, και γύρισε χωρίς να κομίζει τίποτε, κομίζοντας μόνο μια ιδέα για μυθιστόρημα, τρομακτική από την ίδρυσή της: Θα γράψω για τη μιζέρια σας, σε αυτή δώ την τρύπα που ζείτε ασάλευτοι, χωρίς ελπίδα· θα γίνω διάσημος και πλούσιος πουλώντας τη δυστυχία σας. Αυτό λέει ο Κρουμ στην αρχή. Προς το τέλος, όταν πάει να γράψει, η τρομερή εβραία μάνα του, του θυμίζει τη μοίρα του: Μοίρα σου είναι η μισθωτή εργασία, μια γυναικούλα, δυο παιδιά, να ζεις εδώ σκυμμένος πάντα, μοίρα σου δεν είναι το ταλέντο… Μοίρα σου είναι η ήττα.

Το έργο ξεκινά με τον θάνατο της μάνας, σε βίντεο· ευθεία αναφορά στο κλασικό αρχίνισμα του “Ξένου” του Καμύ («Aujourd’hui, maman est morte. Ou peut-être hier, je ne sais pas…») και υπόδειξη για τον υπαρξιακό λαβύρινθο που ακολουθεί. Ολο το κείμενο υποδεικνύει διαρκώς κάτι άλλο, άλλα κείμενα, άλλες φωνές· το ίδιο πράττει κι η ευφυής καλοκουρδισμένη παράσταση του Βαρλικόφσκι, αλλά η συρραφή είναι αναχωνεμένη, δραστική, κατά διαστήματα καθηλωτική, συγκλονιστική. Μιλάει για τον καιρό μας. Μιλάει αφτιασίδωτα, ρεαλιστικά, κατακούτελα, χωρίς να φωνάζει, σχεδόν με μουρμουρητά, σαν εξαρθρωμένη και διαβρωτική ηθογραφία.

Η ηθογραφία του Λεβίν είναι η κρίση της Δύσης, η έκλειψη της ελπίδας. Οι ήρωές του αφηγούνται την ψυχική αποσάθρωση των λαϊκών στρωμάτων, την πτώση του προλεταριάτου, τον θάνατο της γειτονιάς, της κοινότητας, της οικογένειας. Κι όλα λέγονται σαν μαύρα αστεία· η ζωή είναι σκοτεινή κωμωδία.

Ο 46χρονος Πολωνός σκηνοθέτης Βαρλικόφσκι, μεγαλωμένος στην πνιγηρότητα του υπαρκτού σοσιαλισμού, παίρνει το κείμενο του Ισραηλινού και το μεταμορφώνει σε ζοφερή ηθογραφία της σημερινής φτωχής Ευρώπης. Με λάμπουσα δεξιοτεχνία ενσωματώνει στο έργο τη σαπουνόπερα, την τηλεόραση, τα φευγάτα βίντεο low-res του διαδικτύου, τα κόμικς, τις φορεσιές των τζάνκι πανκ του δρόμου. Στην πυκνή, συμπαγή, και ταυτόχρονα δωρική εικονοποιϊα του, διακρίνεις όλους τους απόηχους της Ευρώπης, παλιούς και νέους: τσεχοφικές ατάκες και κλίμα, μπεκετικές σιωπές, την αδειασμένη ύπαρξη του Καμύ, τον πεπτωκότα του πόνου Μπίμπερκοπφ από το Berlin Alexanderplatz του Φασμπίντερ, τη γητειά του kitsch Αλμοδόβαρ…

Και παντού, σε όλη την έκταση, ώς τον πιο μύχιο πυρήνα, διακρίνεις τη ζοφερή μοίρα του νουάρ: την ήττα και την πτώση. Νουάρ. Χωρίς μεγαλείο, χωρίς δάκρυ, στο όριο του μπανάλ και του γελοίου: ο θάνατος του υποχόνδριου Τουγκάτι περιγράφεται σαν τηλεοπτική φάρσα, το σεξ τελείται πίσω από τζάμι του peep show ή σαν γκροτέσκα ανακούφιση.

Οι ανεμιστήρες, που αργοσαλεύουν αδιάκοπα, δείχνουν τον χρόνο να κυλά αδιάφορος και πανδαμάτωρ, όλα πάνε να συμβούν και τίποτε δεν συμβαίνει, τα πάρτυ μένουν ημιτελή, οι γάμοι διαλύονται έτσι, χωρίς εξηγήσεις, γιατί κανείς δεν μπορεί να δεχτεί ένα χάδι, η αρρώστια λατρεύεται και λυτρώνει.

Δύο κορυφαίες εικόνες του καιρού μας. Στη μια, η τζάνκι-μπεκρού μονολογεί· αναζητεί έναν ασήμαντο σύντροφο, να φοράει πυτζάμες, για να τον αγκαλιάζει, να τον παραχαϊδέψει, κι ας μην κάνει αυτός τίποτε. Στην άλλη, οι φτωχοί, οι ασήμαντοι επισκέπτονται την πρώην γειτόνισσα που πέτυχε, και ζει στα πλούσια προάστια. Την βλέπουν καθισμένη στην πλατεία· την βλέπουμε τεράστια και λαμπερή σε γιγαντοθόνη, μια ακατάβλητη μάσκα από μέικ-απ, τσιτωμένο χαμόγελο και αλαζονεία. Ποιος βλέπει ποιον; Οι ηθοποιοί τους θεατές; Η μυθοπλασία αδειάζει μπρος στη ζωή;

Η ζωή είναι πιο bitch κι από σαπουνόπερα. Η ζωή είναι το αντεστραμμένο είδωλό της. To Κρουμ είπε τέτοιες δυσάρεστες αλήθειες.

buzz it!

Advertisements
Καντίτσα Σάνκο

Καντίτσα Σάνκο

Κίνηση εντυπωσιασμού, σχεδόν εύκολη, ωστόσο συμβολικά ουσιώδης. Η προχθεσινή κίνηση του Αλέξη Τσίπρα στην δεξίωση του Προέδρου της Δημοκρατίας για την 24η Ιουλίου, να συνοδεύσει την αφρικανή Καντίτσα Σάνκο, γεννημένη και μεγαλωμένη στην Ελλάδα, πέραν της επικοινωνιακής απήχησης, είχε στόχο και τον πέτυχε. Εφερε στο πολιτικό προσκήνιο, ενώπιον των πολιτικών και πολιτειακών αρχηγών, έναν κόσμο πολυάριθμο, ζωντανό, δρώντα, τον οποίο όμως όλοι καμώνονται πως δεν γνωρίζουν ότι υπάρχει. Και τυπικά δεν υπάρχει: είναι άνθρωποι χωρίς δικαίωμα καταγεγραμμένης ύπαρξης. Για την 34χρονη Γ’ Ελληνική Δημοκρατία χιλιάδες άνθρωποι ξένης καταγωγής, γεννημένοι και μεγαλωμένοι στην Ελλάδα, απόφοιτοι ελληνικών σχολείων, ασφαλισμένοι σε ελληνικούς φορείς, που σέβονται τους νόμους και πληρώνουν φόρους, δεν είναι πολίτες, δεν έχουν χαρτιά, δεν αναγνωρίζονται.

Η νεαρή κομμώτρια της Αχαρνών κατάγεται από τη Σιέρα Λεόνε, αλλά η λαλιά της, η ανάσα της, η εργασία της, ο βίος της ριζώνουν στην Ελλάδα. Η Καντίτσα πλουτίζει την ελληνική κοινωνία, όπως μπορεί, και πλουτίζει απ’ την Ελλάδα. Η Ελλάδα τι κάνει γι’ αυτήν; Την ανέχεται όσο προσφέρει την εργατική της δύναμη, της επιβάλλει, ορθώς, να πληρώνει ΙΚΑ και φόρους, της επιτρέπει να μάθει ελληνικά γράμματα, και μετά; Μετά, την ξεχνάει· την αγνοεί, την θεωρεί ενοχλητική εκκρεμότητα, την κρύβει κάτω απ’ το χαλί, την κατατάσσει στους ανθρώπους χωρίς πρόσωπο, την περιφρονεί.

Ασφαλώς οι 1-1,2 εκατομμύρια μετανάστες είναι βαρύ φορτίο για την Ελλάδα των 11 εκατομμυρίων, δύσκολα αφομοιώσιμο. Αλλά ποια είναι η μεταναστευτική πολιτική ύστερα από δύο δεκαετίες συνεχών προσελεύσεων; Καμία. Ή μάλλον μία, η εξής: αναβολή, μπαλώματα, υποκρισία.

Η Καντίτσα φανέρωσε τον κόσμο των αποκλεισμένων, των κεκρυμμένων εκ γενετής· το έπραξε με ευγένεια και χάρη, με περηφάνια. Δεν είναι βέβαιο ότι άλλοι αποκλεισμένοι στο μέλλον θα πράξουν με την ίδια ευγένεια.

buzz it!

Με ρώτησαν γιατί τα γράφω «μαύρα», γιατί είμαι απαισιόδοξος. Δεν είμαι. Ούτε αισιόδοξος είμαι, καταστατικά. Είμαι και έτσι και αλλιώς, ανάλογα με τον καιρό, όπως όλοι.

Εγραψα την περασμένη εβδομάδα ότι οι Ελληνες δεν έχουν πολλούς λόγους να αισιοδοξούν για το φθινόπωρο που έρχεται. Το συμπέρασμα αυτό το στήριζα σε γεγονότα και εκτιμήσεις, παρατηρούμενα και κατανοητά από όλους: στη συνεχιζόμενη αποσάθρωση του πολιτικού σκηνικού, στην απαξίωση θεσμών και τη συνακόλουθη δυσπιστία απέναντί τους, στην οικονομική κρίση που βαθαίνει, στη διαφθορά που ποτίζει το κοινωνικό σώμα μέχρι και τα πιο χαμηλά στρώματα. Οσο παρατηρούσα, τόσο πιο ανοιχτό έβλεπα το οικοσύστημα, ευάλωτο στους έξωθεν ανέμους, κι έβλεπα τα θεμέλια του αδύναμα, την κοινωνία με λασκαρισμένους τους δεσμούς, με αποχαλινωμένο τον τυφλό ατομικισμό, με χαμηλές τις φιλοδοξίες, με επιβραβευόμενη τη χαμέρπεια.

Ούτε απαισιόδοξος ούτε αισιόδοξος. Σκεφτικός. Και ανήσυχος. Οπως τόσοι και τόσοι που ακούω, που μου μιλούν, που συζητάμε.

Ενας επιφανής επιχειρηματίας και ερασιτέχνης πολιτικός μου περιέγραφε στο τηλέφωνο, προχθές, την βαθιά του απογοήτευση από την αυτοδιοίκηση, από τη διαφθορά και την ανικανότητα που κατατρώνε το κύτταρο της δημοκρατίας.

Παλιοί ακτιβιστές και διανοούμενοι της γενιάς του Πολυτεχνείου, απ’ αυτούς που δεν εξαργύρωσαν δάφνες κι ουλές, στήνουν μέιλινγκ λίστες, μπλογκ, και μαζώξεις: στο σημερινό λεξιλόγιό τους δεν ακούω τίποτε από τα παλιά ξύλινα που συνήθιζαν· ακούω φωναχτή την αγωνία, την ειλικρινή αναζήτηση, την διάθεση για αυτοκριτική και ανατροπή.

Αλλη ομάδα πρωτοβουλίας μαζεύει υπογραφές για ένα μανιφέστο αγωνίας και αναζήτησης, υπέρβασης, εν όψει της επετείου της 34ης επετείου της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας.
Κι άλλοι, αλλού, αλλιώς.

Η δυσθυμία, που στοίχειωνε πέρυσι το καλοκαίρι και φούντωσε με την περιβαλοντική καταστροφή των πυρκαγιών, φέτος μετασχηματίζεται: σε οργή, σε αγωνία. Αλλά η αγωνία δεν σκεπάζει το έλλογο: ακούμε ήδη τις πρώτες προσκλήσεις για ανασυγκρότηση του κοινωνικού, για αναγέννηση του ηθικού, ανάκτηση του φαντασιακού, για ανάκτηση σωμάτων και ψυχών.

Προφανώς, όλες αυτές οι φωνές, σκόρπιες προς το παρόν και ασύντακτες, αδύναμες, κάποτε και αφελείς, δεν θα ανατρέψουν το ισχύον σκηνικό ασυνάρτητου real estate και καφετέριας, μεγαλομανών και φτωχοδιάβολων, λουμπινών και λαμόγιων, ηττημένων και παραιτημένων. Ομως οι φωνές δείχνουν, όλο και καθαρότερα, ότι υπάρχει καθαρό βάθος κάτω από τη δυσώδη επιφάνεια. Η κρίση πολιτικής είναι κυρίως κρίση των διαχειριστών της· η κρίση εμπιστοσύνης των θεσμών είναι κρίση των θεσμικών φυλάκων. Δεν είναι κρίση όλου του κοινωνικού σώματος.

Προφανώς υπάρχουν υγιείς δυνάμεις στην κοινωνία, που πρώτες αυτές και κυρίως αυτές πλήττονται από την αναξιοκρατία και τη διαφθορά, από την οκνηρία και την κενοδοξία. Αυτές οι δυνάμεις αντιδρούν τώρα, φωνάζοντας μεμονωμένα, ασύντακτα. Κι αυτές οι δυνάμεις αναστοχάζονται την κρίση, όχι σαν ήττα τους, αλλά σαν χρεωκοπία του τρέχοντος συστήματος κυριαρχίας· αναστοχάζονται τα όρια της αντιπροσωπευτικότητας και της μαζικής δημοκρατίας, τους τρόπους πολιτικής έκφρασης, την οργάνωση σε σχηματισμούς πέραν των πελατειακών κομμάτων.

Αυτές οι διεργασίες είναι αργές και βασανιστικές, οι φορείς τους ανακλώνται και λοξοδρομούν, πολλές πρωτοβουλίες θα σβήσουν προτού δώσουν έναν ώριμο καρπό. Αλλά όλες ρίχνουν σπέρματα αμφισβήτησης και μετασχηματισμού, επιχειρούν νέους τρόπους να βλέπουμε το κοινωνικό και το πολιτικό, ρισκάρουν λοξές πορείες.

Προ ημερών ένας πολύπειρος κοινωνιολόγος, έμπειρος μα όχι μαραμένος, μας έλεγε: Διαβάζετε τις αδέσποτες αφίσες στους δρόμους, παρακολουθείτε τα γκράφιτι στους τοίχους, περπατάτε στα Εξάρχεια· θα ακούσετε τη βοή των πλησιαζόντων. Εχει δίκιο. Οι τοίχοι μιλάνε όλο και περισσότερο, όλο και πιο εύγλωττα, όλο και πιο πλουραλιστικά· σε μια εποχή υπερεπικοινωνιακότητας, οι αρχαϊκοί τοίχοι είναι ακόμη το πιο λαϊκό, το πιο δημοκρατικό Μέσον: μιλάνε στον αμέριμνο περαστικό, ζωντανεύουν τον δημόσιο χώρο, κάνουν δραστικό και συνεχή έναν υπόκωφο διάλογο. Εως κα το ΠΑΣΟΚ ανακάλυψε εκ νέου τους τοίχους, κολλάει μικρές αφίσες με εμπρηστικό περιεχόμενο, πλάι στον λήρο των αναρχικών. Να κι άλλα σημάδια…

Δεν αισιοδοξώ. Δεν απαισιοδοξώ. Μονολογώ πάνω στην κόψη του Καιρού, γυρεύοντας τον χώρο ανάμεσα στους τοίχους και τον περαστικό, τον χώρο ανάμεσα στον λυρισμό του γκραφιτά και την έκπληξη του περιπλανητή της πόλης. Γυρεύω την Πόλη.

Ένα βλέμμα, Καθημερινή, 20.07.2008

buzz it!

Με έναν γλωσσικό ελιγμό διευθετήθηκε το ζήτημα των ιδιωτικών πανεπιστημίων, αυτό που πυρπόλησε τα πανεπιστήμια πέρυσι, αυτό που έφαγε μια υπουργό. Στο νέο νομοσχέδιο τα ιδιωτικά πανεπιστήμια βαφτίζονται κολέγια, και οι σπουδές σε αυτά βαφτίζονται «μη τυπικές μεταλυκειακές». Η λέξη πανεπιστήμιο εξορίζεται δια νόμου. Ολα καλά λοιπόν.

Οχι και τόσο. Το πρόβλημα της παιδείας δεν λύνεται με την ίδρυση ιδιωτικών κολεγίων. Τα δέκα-δεκαπέντε κολέγια, όσα εντέλει μπορέσουν να σταθούν, θα προσφέρουν σπουδές εύκολες και φτηνές στο στήσιμό τους: διοίκηση επιχειρήσεων, εφαρμοσμένα οικονομικά, τεχνικές επικοινωνίας, τέτοια. Κανείς δεν θα στήσει πολυτεχνείο, ιατρική, νομική, κλασικές σπουδές. Απλώς οι απόφοιτοι κολεγίων θα πολεμάνε κι αυτοί να συμμετέχουν ισότιμα στην καταβόθρα του ΑΣΕΠ…

Το πρόβλημα είναι η παιδεία. Και δεν λύνεται με την ίδρυση υποσχόμενων κολεγίων και καχεκτικών περιφερειακών ΑΕΙ. Το μέγα εθνικό πρόβλημα είναι η κατάρρευση του δημόσιου σχολείου, ιδίως στη μέση και ανώτερη βαθμίδα. Το πρόβλημα είναι το αδύναμο γυμνάσιο, το εντελώς απαξιωμένο λύκειο, το υπερφορτωμένο πανεπιστήμιο. Ο παπαγάλος και μερικώς αγράμματος απόφοιτος λυκείου, που περιφρονεί το σχολείο, έτσι όπως του προσφέρθηκε, δεν θα αναπληρώσει ποτέ τα κενά της εγκύκλιας παιδείας, θα παραμείνει το ίδιο αγράμματος είτε στο κρατικό ΑΕΙ είτε στο ιδιωτικό κολέγιο. Θα παπαγαλίσει τα νέα μαθήματα, θα περάσει τα έτη, θα αποκτήσει ίσως κάποιες εξειδικευμένες γνώσεις, θα φωτογραφηθεί με την τήβενο του «Νorthamptonshire Imperial College Inc. – Αναγνωρισμένο υπό του κράτους» και θα βγει στην αγορά. Θα γράφει ατονικό ή με κεφαλαία, ανορθόγραφα, θα δυσκολεύεται να συντάξει ένα paper, στη δουλειά του θα μιλά greeklish. Δεν θα φταίει.

Φταίνε, όλοι όσοι υποκριτές, ανίκανοι, άβουλοι και μοιραίοι αποστρέφουν το βλέμμα από την οδυνηρή πραγματικότητα και αντί για θεραπεία, συντηρούν αυτό το βαθύτατα αντιδημοκρατικό σύστημα παραγωγής αγραμμάτων με πτυχίο αναγνωρισμένο υπό του κράτους και της Ε.Ε.

buzz it!

Δεν ντρέπονται. Καθόλου. Γιατί δεν ξέρουν τι σημαίνει ντροπή. Δεν τη θυμούνται, αν ποτέ την ένιωσαν.

Γιατί δεν έχουν καμιά αναστολή, κανένα φρένο.

Γιατί μόνη κινούσα δύναμη είναι η απληστία.

Γιατί δεν διαθέτουν καμιά φιλοδοξία, ενώπιον κοινωνίας ή ιστορίας.

Γιατί κρατιούνται στη ζωή μόνο με τα βασικά ένστικτα: αυτοσυντήρηση και αναπαραγωγή. Αυτόνομο νευρικό σύστημα, γαστρεντερικός σωλήνας, γενετήσιοι αδένες.

Γιατί ορισμένως είναι τύποι ευκατάστατοι, εύποροι, προικοθήρες, σκαφάτοι, καλοταϊσμένοι, σένιοι, απολύτως ικανοποιημένοι με τους εαυτούς τους.

Γιατί είναι κατά συρροή ανεπάγγελτοι, ξεσκολισμένοι της τράκας, καλλιτέχνες σελέμηδες, διδάκτορες της μίζας.

Γιατί όταν τους φτύνουν, αυτοί απορούν που γύρισε ο καιρός σε νοτιά κι έφερε υγρασία.

Γιατί δεν έχουν, και δεν θέλουν να έχουν, καμία επαφή με την πραγματικότητα· με τις αγωνίες, τις αξίες, τις αντιφάσεις, τις συγκρούσεις, τις επιδιώξεις, τους αγώνες των κανονικών ανθρώπων της πραγματικής ζωής.

Γιατί έχουν ξεχάσει τι εστί πραγματικότητα· έχουν ξεχάσει από πού προήλθαν, τι ήταν οι ίδιοι, τι ήταν οι γονείς τους, οι συμμαθητές και φίλοι τους. Εχουν ξεχάσει τι είναι η ζωή.

Γιατί είναι απνευμάτιστοι· ανίκανοι να οσμιστούν το παρόν, να συλλάβουν το πνεύμα του καιρού.

Γιατί το πραγματικό γι’ αυτούς είναι η επαφή με την εκλογική τους περιφέρεια, δηλαδή, την κοινωνία στην πιο περίπλοκα γλοιώδη μορφή της: επαιτούσα και απαιτούσα.

Γιατί το πραγματικό τους είναι οι παρέες τους: επιχειρηματίες του γλυκού νερού, μαυροεισοδηματίες, ραντιέρηδες, ομόσταυλοι.

Γιατί το πραγματικό τους βρίσκεται στα VIP των γηπέδων και των αεροπλάνων, πίσω από ψηλούς μαντρότοιχους στη Μύκονο και στο Πόρτο Χέλι, μακριά από τα μάτια της πλέμπας, μακριά από το ιδρωμένο πλήθος.

Γιατί το πραγματικό μεταφέρεται από σωφεραίους και μπόντιγκαρντ: «Μάλιστα, κύριε υπουργέ! Αμέσως, κύριε πρόεδρε!». Αυτός είναι ο λαός τους.

Γιατί το πραγματικό σερβίρεται από τους μετρ των ρεστοράν, από γκαρσόνια σε δεξιώσεις, από καμαρότους σε σκάφη. Κι όσο πιο πλούσιο το πουρμπουάρ, τόσο πιο βαθυστόχαστη η κοινή γνώμη: «Μάλιστα, κύριε Λάκη! Ευχαριστούμε πολύ, κύριε Μάκη! Να ’στε καλά, κύριε Ακη! Ευχαριστημένοι όλοι, κύριε Σάκη;» Ολα καλά, ρε! Ολα καλά! Αυτός είναι λαός…

Γιατί είναι ανθρωπάκια:

«Μήτε βαθύς στες σκέψεις ήταν, μήτε τίποτε.
Ενας τυχαίος, αστείος άνθρωπος»

(Κ.Π. Καβάφης)

Γιατί κι εμείς, ο λαός, τους ανεχόμαστε. Παρότι δεν τους εμπιστευόμαστε. Παρότι τους χλευάζουμε.

Γιατί μετά την ημερήσια δόση χλεύης, τους φθονούμε και θέλουμε να τους μοιάσουμε.

Γιατί πότε πότε ξεγελιόμαστε και τους παίρνουμε στα σοβαρά: «Το μυστικό του δημαγωγού είναι να παρουσιάσει τον εαυτό του τόσο ανόητο όσο είναι οι ακροατές του, ώστε να πιστέψουν ότι είναι τόσο έξυπνοι όσο αυτός» – Καρλ Κράους, υποκλίνομαι…

Γιατί τους μοιάζουμε, υπό κλίμακα – μαραζώνοντας στην απέραντη καφετέρια Η Ελλάς.

Γιατί η δημοκρατία μακρύνει, μικραίνει. Βουλιάζει στην υπαίθρια ταβέρνα, με φωτεινές γιρλάντες, με κιλοβάτ στα μεγάφωνα, με ηλεκτρονικό βαλς σε λούπα.

Γιατί η ρηχή συνείδηση δεν αφήνει τον μαστροπό λαό να αναλάβει την ευθύνη του εαυτού του, την τύχη του· θέλει πάντα κάπου αλλού να την ακουμπήσει, κάποιος άλλος να φταίει για την κατάντια του.

Γιατί αυτοί δεν ντρέπονται· οι άλλοι τι κάνουμε;

«Κ’ είν’ η συνείδησίς μου ήσυχη για το αψήφιστο της εκλογής.
Βλάπτουν κ’’ οι τρεις τους την Συρία το ίδιο.
Aλλά, κατεστραμένος άνθρωπος, τι φταίω εγώ.
Ζητώ ο ταλαίπωρος να μπαλωθώ.
Aς φρόντιζαν οι κραταιοί θεοί να δημιουργήσουν έναν τέταρτο καλό.
Μετά χαράς θα πήγαινα μ’ αυτόν.»

(Κ.Π. Καβάφης)

Η διάχυτη δυσθυμία είχε διαγνωσθεί ήδη από το περασμένο φλογισμένο καλοκαίρι, πρίν από τις εκλογές που δεν άλλαξαν τίποτε. Φέτος, το καλοκαίρι το πυρπολεί το σκάνδαλο Siemens, και η δυσθυμία παραμένει δομική, βαθιά. Τίποτε δεν άλλαξε. Μάλλον, όλα γλιστράνε προς το χειρότερο, και η οικονομική ύφεση που φτάνει, θα τα αποτελειώσει.

Αν εξαιρέσουμε το καλοκαίρι, που γλυκαίνει τα σώματα και παρασύρει προς την ξενοιασιά , οι Ελληνες αυτή την ώρα δεν έχουν τίποτε άλλο να τους δίνει αισιοδοξία και κουράγιο για το κοντινό μέλλον. Η νεολαία βολοδέρνει σε ένα άθλιο εκπαιδευτικό σύστημα, μπαλωμένο-στημένο για να παρκάρουν οι νέοι εκτός της καχεκτικής αγοράς εργασίας· το εθνικό σύστημα υγείας μετά βίας κρατιέται να μη βουλιάξει· το πολιτικό σύστημα ιδρώνει μόνο για το τομάρι και την άνομη τσέπη του· η καθημερινότητα γίνεται αγριότερη και πιο απειλητική, ώρα με την ώρα. Στο κέντρο, σκοτεινές σκληρές αφίσες στηλιτεύουν «την κυβέρνηση και τους εισαγγελείς της». Δεν την υπογράφουν αναρχικοί, την υπογράφει η αξιωματική αντιπολίτευση!

Γιατί να αισιοδοξούν οι Ελληνες; Δεν αισιοδοξούν. Ακούνε τη φτώχεια να χτυπάει την πόρτα. Κι η φτώχεια δεν είναι ο καλύτερος σύμβουλος· η φτώχεια σκοτεινιάζει, εξαθλιώνει, πάνω απ’ όλα απειλεί την κοινωνική συνοχή. Η Γ’ Ελληνική Δημοκρατία, αν κατάφερε κάτι, ήταν ότι αποκατέστησε μια κάποια αίσθηση ισοπολιτείας, επέτρεψε την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής ― ακόμη και ως μέρος της Ε.Ε.

Η βαθιά ηθική κρίση όμως του πολιτικού συστήματος, η καχυποψία έναντι της δικαιοσύνης, μαζί με την οικονομική ύφεση μπορούν να αποβούν πολλαπλώς τοξικές για τη δύσθυμη κοινωνία μας. Η ασέβεια και η απείθεια έναντι των θεσμών, ο πυρηνικός αμοραλισμός, η γενικευμένη μικροανομία, συμβαίνουν ήδη. Η ξενοφοβία και ο ρατσισμός θα ακολουθήσουν. Ο φοβισμένος, ανασφαλής, φτωχός Ελληνας θα στραφεί εναντίον της φθηνής εργατικής δύναμης, αυτών που κάλυψαν προσωρινά τη δομική φτώχεια, μα τώρα «παίρνουν τις δουλειές», επιβαρύνουν το σύστημα υγείας, απειλούν το ασφαλιστικό. Οι φοβισμένοι δεν βούλονται, αναζητούν εύκολους στόχους. Ολοι εναντίον όλων.

Η αθηναϊκή δημοκρατία είχε θεσμίσει τη λήθη· το άγος, το δεινό, η ήττα, η συμφορά, ό,τι προ πάντων θύμιζε τη στάση και τον εμφύλιο, ό,τι δηλαδή απειλούσε να αφανίσει τη δημοκρατία, έπρεπε να ξεχαστεί, να μην αναφέρεται, ώστε ο δήμος να κοιτά μπροστά, να κοιτά την παρούσα ζωή, και όχι την ντροπή του παρελθόντος. Ο Επιτάφιος του Περικλή είναι εν μέρει ένα τέτοιο κείμενο: επικαλείται τη λησμονιά, εξωραϊζει τη δημοκρατία, επαινεί το παρόν, εξορκίζει τον εμφύλιο.

Οπως όμως παρατηρεί η ιστορικός και ανθρωπολόγος Νικόλ Λορώ, που μελέτησε διεξοδικά τις δομές της Αθήνας, αυτή η επιβολή της λήθης επέφερε και το αντίθετο αποτέλεσμα: η μνήμη δεν εξορίζεται οριστικά· η απαγορευμένη συμφορά επανέρχεται διαρκώς στη σκέψη και επηρεάζει τις πράξεις των ανθρώπων και τον δημόσιο βίο. Η πολιτική λειτουργία της αρχαίας τραγωδίας είναι αυτή ακριβώς: υπενθυμίζει διαρκώς το νείκος, τη στάση, τη διαφορά, την έριν. Η απαγόρευση εντέλει συνιστά διαρκή υπόμνηση.

Σκεφτόμουν αυτό το δυναμικό σχήμα μνήμης-λήθης, καθώς παρακολουθούμε την επιχειρούμενη συγκάλυψη μιας επαίσχυντης πράξης, που απειλεί τη δημοκρατία· την πορεία της υπόθεσης Siemens προς το δικαστικό αρχείο, προς τη λήθη. Η Γ’ Ελληνική Δημοκρατία του 21ου αιώνα τελετουργεί άραγε όπως η Αθηναϊκη Δημοκρατία του 5ου π.Χ. αιώνα; Εξορκίζει την Στάση, προκρίνοντας τη Λήθη;
Οχι. Καταρχάς αμφιβάλλω αν υπάρχει Ελληνας πολιτικός που έχει μελετήσει το έργο των μεγάλων ελληνιστών ιστορικών και ανθρωπολόγων πάνω στην αθηναϊκή δημοκρατία και το φαντασιακό του δήμου. Κατόπιν, οι διαφορές είναι προφανείς και βαθιές. Η σημερινή μαζική αντιπροσωπευτική δημοκρατία μικρή ή ελάχιστη μόνο σχέση έχει με την άμεση δημοκρατία των ολίγων πολιτών της Αθήνας. Ο αρχαίος άνθρωπος είναι βαθιά άλλος. Και ο αρχαίος πολιτικός.

Παρόμοιες στο άκουσμα, φέρουσες ωστόσο άλλο περιεχόμενο, είναι μόνο οι λέξεις: λήθη, συγκάλυψη, εμφύλιος, δημοκρατία, δήμος, ντροπή, δεινό. Κι επειδή είναι γοητευτικό διανοητικά το παιχνίδι των αναλογιών, έστω με όρους αναχρονισμού, βλέπουμε πόσο φτωχή είναι σήμερα η δημοκρατική τελετουργία, πόσο στενός και ρηχός είναι ο πολιτικός χώρος, και πόσο πολύ λείπει η ανακουφιστική επαναφορά στον μύθο και στη σύγκρουση, στη θεομαχία και στην ανθρωποφαγία, που πρόσφερε η πολιτικά ζωντανή τραγωδία.

Βέβαια παίζεται και σήμερα η τραγωδία, συχνά μάλιστα με πρόδηλες πολιτικές αναφορές, μάλιστα επικαιρικές, αλλά είναι πια εντελώς άλλη η δραστικότητα και η εμβέλειά της· αφορά, το πολύ, το κοινό της Επιδαύρου… Και δεν ανακουφίζει, δεν ανησυχεί, δεν διαποτίζει την κοινή γνώμη.

Η κοινή γνώμη σήμερα διατηρεί το άσαρκο δικαίωμα να δυσπιστεί, να υποπτεύεται, να σαρκάζει: Οι πολιτικοί τα παίρνουν… τα κουκουλώνουν… όλοι ίδιοι είναι. Μα αφού ασκήσει αυτό το άσαρκο δικαίωμα, εξαντλεί μία μόνο από τις δυνατότητες: αποσύρεται, και υποτάσσεται. Η Λήθη σήμερα είναι παθητική υποταγή, κυνική αποδοχή, συμψηφισμός, διεύρυνση των εννοιολογήσεων, ποσοτική αποτίμηση της ευθύνης: για μια οικοσκευή, για ένα ταξιδάκι θα μιλάμε τώρα;

Η συγκάλυψη της ανομίας και της διαφθοράς, ωστόσο, αυτή η καινοφανής παραγωγή εκβιασμένης λήθης, τελείται πρωτίστως από άφρονες και λιπόψυχους ηγέτες. Ηγέτες που δεν αντιλαμβάνονται εαυτούς ως μέρη της δημοκρατίας, που δεν θεωρούν αποστολή τους την προάσπιση της ηθικής ακεραιότητας και της ψυχικής ενότητας του δήμου, αλλά θεωρούν τους εαυτούς τους κάτι άλλο, άλλους. Θεωρούν ότι βρίσκονται υπεράνω του δημόσιου ελέγχου, πέραν της ιστορικής αναγκαιότητας, πέραν της τιμωρίας και της θυσίας. Δεν αντέχουν καν (ή δεν ξέρουν, που είναι χειρότερο) να προβούν σε τελετουργικές θυσίες, στο κορυφαίο δίδαγμα της τραγωδίας ― δι’ ελέου και φόβου περαίνουσα την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν. Θεωρούν, και έχουν, ασυλία ― έτσι ακριβώς όπως τη θεσμοθετούν και ταμπουρώνονται πίσω της, και σπανιότατα την αίρουν.

Η πολιτική και δικαστική ηγεσία με αυτή την εκβιασμένη κατασκευή λήθης προς ίδιον όφελος, όλο και συχνότερα, βρίσκονται εκτός δήμου, βρίσκονται απέναντι στους πολίτες, συμπεριφέρονται ως άλλοι, ως εχθροί. Συμπεριφέρονται όχι ως ταγμένοι θεματοφύλακες, αλλά ως κληρονομικοί διαχειριστές της κρατικής ισχύος και του κοινού πλούτου· δρούν εντός ενός δικαίου κληρονομικού και αυτοοριζόμενου, σε ένα εγωτιστικό σύμπαν, με μόνο σκοπό την αυτοαναπαραγωγή τους. Σαν εχθροί. Είναι εχθροί. Εκτός του δήμου, εκτός πολιτικής κοινωνίας. Κατασκευαστές μιας φτηνής, δυσώδους λήθης που μας πνίγει όλους.

Ένα βλέμμα, Καθημερινή 06.07.2008

Εικον.: «Folded-in», a project created by Personal Cinema and The Erasers

Οπως σε κάθε σκάνδαλο, έτσι και στο σκάνδαλο Siemens, ακούγεται συχνά ότι ο πυρήνας του είναι οικονομικός και πολιτικός, όχι ηθικός· αν λειτουργούν οι νόμοι και ο ανταγωνισμός, τέτοια φαινόμενα δεν συμβαίνουν. Ωστόσο τα γεγονότα τα ίδια, κυρίως ο τρόπος που απορροφά η κοινή γνώμη τους κραδασμούς του σκανδάλου, δείχνουν ότι η ηθική διάσταση είναι κυρίαρχη. Ο κόσμος νιώθει αηδιασμένος και το δηλώνει παντοιοτρόπως σε κάθε δημοσκόπηση των τελευταίων ημερών. Οι πολίτες αγανακτούν για την ολιγωρία της δικαστικής έρευνας, την οποία θεωρούν απόπειρα συγκάλυψης, οργίζονται για την αναισθησία των πολιτικών, οι οποίοι είτε διαψεύδουν με μισόλογα είτε σιωπούν είτε κρύβονται πίσω από τη δικαστική έρευνα.

Ο αιρετός ηγέτης ορκίζεται όχι μόνο να διαφυλάσσει τις ελευθερίες και τον νόμο, αλλά και να είναι ό ίδιος ζων παράδειγμα χρηστού πολίτη. Ωστε στο πρόσωπό του να ενσαρκώνονται συμβολικά οι αξίες του δημοκρατικού κράτους. Οταν ο αιρετός άρχων, ο φύλακας του δημόσιου πλούτου, ο εκφραστής του δημόσιου ήθους, λαμβάνει δώρα, ασχημονεί, προκαλεί, χαριεντίζεται με τους εθνικούς προμηθευτές, ζει ως σταρ και όχι ως δημόσιος λειτουργός, ακόμη κι αν δεν προκύπτει ποινική ευθύνη, εφόσον έχει παραβεί τον ηθικό κώδικα, έχει τελειώσει. Κι αν δεν το αντιλαμβάνεται ο ίδιος, κι αν δεν παραιτείται, τότε οι άλλοι αιρετοί πρέπει να του το ζητήσουν: να θυσιαστεί, για να διασωθεί η συμβολική τάξη, ο ηθικός σκελετός που συνέχει το σύστημα.

Δεν το κάνουν. Μένουν γαντζωμένοι, με νύχια και δόντια, στην εξουσία που τους δανείστηκε προσωρινά και με σκληρούς όρους, λες και η εξουσία είναι κληρονομική, σαν ελέω Θεού μοναρχίσκοι, σαν μωροί Λουδοβίκοι και Αντουανέτες. Αυτή την αναξιοπρέπεια βλέπουν οι πολίτες, τη λιποψυχία και τη βαθιά ιδιοτέλεια, το συντεχνιακό πνεύμα που κουκουλώνει και προστατεύει τα μέλη του κλαν, την αλαζονοδειλία της μη λογοδοσίας και της ασυλίας, αυτά βλέπουν ως παράδειγμα πολιτικού ήθους από τους αιρετούς ηγέτες τους. Και αναρωτιούνται: Μα δεν ντρέπονται; Οχι.

Let them eat cake

As with every scandal, the Siemens affair is considered to be financial and political in nature, not moral – if the laws are enforced and competition functions properly, then such things don’t happen.

However, the facts, and above all the way public opinion has absorbed the shocks, show that the moral aspect is the dominant one.

People feel disgust and are expressing it in opinion polls. They are frustrated at the way the judiciary has dragged its feet on the issue, which they interpret as an attempt at a cover-up, and they are angry at the insensitivity of politicians who either half-heartedly deny the accusations, keep silent or pass the buck to the judicial inquiry.

An elected leader not only takes an oath to safeguard freedoms and the law, but should set an example, as a symbol of the values of a democratic state. When an elected leader, the guardian of public property, the representative of public morals, receives gifts, consorts with state suppliers, lives a celebrity lifestyle rather than that of a civil servant, he is finished, even if no crime has been committed other than a violation of the moral code.

If the politician concerned fails to realize this, and does not resign, then the other elected officials must call on him to do so, to sacrifice his post for the benefit of the moral structure that holds the system together.

But they don’t do this. They cling tooth and nail to the power that has been temporarily granted them as if it were an inherited privilege, like Louis XVI and Marie Antoinette.

This lack of dignity is what the people see, this ingrained selfishness, the mentality of clubbing together that protects and cloaks all members of the clan, this arrogance and lack of accountability. It is this which the people see as an example of the political morality of their elected leaders.

And they may well ask, “Aren’t they ashamed of themselves?”

The answer is: “No, not at all.”

Καθημερινή, 05.07.2008

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

Twitting

  • Χτες στο @Radiofono247 για πόθεν έσχες δικαστών: Η στάση τους προσφέρει εξόχως ένα πολιτικό παιδαγωγικό παράδειγμα.… twitter.com/i/web/status/9… 1 day ago
  • Τώρα έρχεται ξανά η στιγμή που μπορούμε να παίξουμε έναν πολύ σοβαρό και καταλυτικό ρόλο στην βαλκανική και δεν θα… twitter.com/i/web/status/9… 1 day ago
  • Η Ελλάδα είναι το τελευταίο διάστημα αναβαθμισμένη γεωστρατηγικά. Την ωφελεί και επιβάλλεται να είναι εξωστρεφής κα… twitter.com/i/web/status/9… 1 day ago
  • Από άποψη εθνικής στρατηγικής βλέπουμε μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα τα οφέλη από την επίσκεψη Ερντογάν και την α… twitter.com/i/web/status/9… 4 days ago
  • Πολιτικός στόχος της κυβέρνησης το επόμενο διάστημα θα πρέπει να είναι η κατοχύρωση της προστασίας των λαϊκών A' κα… twitter.com/i/web/status/9… 1 week ago
  • Η Ελλάδα προστάτευσε τα ευρωπαϊκά σύνορα, έσωσε ζωές, υπερασπίστηκε την τιμή της ΕΕ - τι είπα στη Βουλή για την προ… twitter.com/i/web/status/9… 1 week ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 991,140 hits
Αρέσει σε %d bloggers: