Είναι κοινότοπο, μα κάποτε ισχύει: Οι ιδεολογικές – πολιτικές συζητήσεις στην Ελλάδα διεξάγονται με διαφορά φάσεως. Οταν «έξω» ξεθυμαίνουν, εδώ φουντώνουν. Ετσι έγινε με τον νεοφιλελευθερισμό και τη λατρεία της ελεύθερης αγοράς. Ανακαλύφθηκαν ως καθολική αλήθεια στη διάρκεια της δεκαετίας ’90, εφαρμόστηκαν ληστρικά στη φούσκα του Χρηματιστηρίου, εφαρμόστηκαν με μια σειρά βεβιασμένων ιδιωτικοποιήσεων, από κεντροαριστερούς και κεντροδεξιούς μάγους, σχηματίστηκε ένας νέος λόγος, ένα μονότονο discours στο οποίο συμφύρονται κοσμοπολιτισμός, ατομικά δικαιώματα, αντιεθνισμός, ορθοφροσύνη, ευγενικές διακηρύξεις και κυνικές αποσιωπήσεις. Διαμορφώθηκε έτσι μια επιπολής ιδεολογία, με χαρακτηριστικά ιδεοληψίας, ένα σύστημα εμμονών, συνταγών και αυτοαπαντώμενων ερωτημάτων. Αυτό το ιδεολόγημα είναι κατ’ ουσίαν ένας διαρκής αναγωγισμός: Το Κακό είναι το κράτος, το Καλό είναι η αγορά, η αγορά αυτορρυθμίζεται, οι κοινωνίες αυτορρυθμίζονται όπως οι αγορές. Αρα η κοινωνία είναι αγορά.

Παρά την ισχυρή κρατικιστική παράδοση, και παρά την πελατειακή σχέση πολίτη και κράτους στην Ελλάδα, το ιδεολόγημα της αυτορρυθμιζόμενης αγοράς – κοινωνίας έχει εξαπλωθεί, στρεβλό, επίμονο, φανατικό: Αξιώνει καθολική ισχύ και εφαρμογή σε κάθε πτυχή του κοινωνικού. Τα αποτελέσματα θα ήταν ισχνά, αν υπήρχε επαρκής λόγος και δράση εκ μέρους της πολιτικής ελίτ, αλλά και της πολιτικής κοινωνίας. Ομως η πολιτική ελίτ, στο μεγαλύτερο μέρος της, είναι πρόθυμη να εκχωρήσει δημόσιο χώρο, ακόμη και εξουσίες, είτε για να διατηρήσει τα δικά της προνόμια είτε διότι αδυνατεί να κατανοήσει τη ρέουσα πραγματικότητα. Φτάνουμε λοιπόν στο παράδοξο, κυβερνητικοί αξιωματούχοι ή κρατικοί μάνατζερ να κηρύσσουν τη μείωση ή και εξάλειψη του κράτους, αντλώντας μισθούς, προνόμια και αυθεντία ακριβώς από το κράτος! Το παράδοξο αυτό βέβαια δεν είναι απλώς φαιδρό, αλλά δείχνει και το ηθικό έλλειμμα αυτής της ελίτ. Αυτή η εγκατάλειψη θέσεων, η παράδοξη αυτοκαθαίρεση, έχει αλυσιδωτές επιπτώσεις, και κυρίως εκδικείται τους πολιτικούς που είναι απρόθυμοι να δράσουν πολιτικά, προτιμώντας να δρουν σαν τεχνοκράτες.

Το έλλειμμα κύρους στον πολιτικό κόσμο φάνηκε την περασμένη εβδομάδα, όταν ένας πλούσιος μάνατζερ, επικεφαλής χρηματοπιστωτικού οργανισμού, αντιπαρατέθηκε με τους αιρετούς εκπροσώπους του ελληνικού λαού στο Κοινοβούλιο. Ο μάνατζερ–επιχειρηματίας είναι γνωστός στο πανελλήνιο από τις καυτές εξαγορές του και τη δεσπόζουσα θέση που κατέχει σε κρίσιμους τομείς της οικονομίας· είναι γνωστός επίσης από τις αγωγές που έχει καταθέσει εναντίον των ηγετών κομμάτων της αντιπολίτευσης, επειδή του άσκησαν «ανάρμοστη» κριτική. Προσερχόμενος λοιπόν στη Βουλή, ο μάνατζερ–δικηγόρος είχε ήδη ορίσει συμβολικά το πολιτικό του πεδίο: Είναι τα αστικά δικαστήρια και ο χρηματικός πόλεμος, εφόσον ο ίδιος κρίνει ότι οι πολιτικοί τον θίγουν.

Στο πεδίο της Βουλής, τώρα, ο μάνατζερ αμφισβήτησε τη διαχειριστική επάρκεια της κυβέρνησης στην ιδιωτικοποίηση του ΟΤΕ και, εμμέσως, τη σύνολη ικανότητα των πολιτικών στη διαχείριση της κοινωνίας – αγοράς. Η εξαιρετικά ενδιαφέρουσα πεντάωρη συζήτηση του επιχειρηματία–μάνατζερ με τους βουλευτές είναι αποκαλυπτική για τις παρούσες σχέσεις οικονομίας και πολιτικής, με πολλούς τρόπους.

Κατ’ αρχάς, δείχνει την πολιτική (έστω, την τρέχουσα πολιτική) να δέχεται οδηγίες, και λοιδορίες ακόμη, από την οικονομία, και μάλιστα από τον πιο ανεξέλεγκτο και ισχυρό τομέα, τον χρηματοπιστωτικό, τα funds. Είναι φανερό ότι η εντοπισμένη συσσώρευση κεφαλαίου σε νευραλγικά πεδία του δημόσιου χώρου, όπως λ.χ. οι μεταφορές ή οι τηλεπικοινωνίες, παράγει πυρηνική, σκληρή πολιτική. Ο μεγαλομέτοχος γίνεται πάραυτα θεσμικός, και εν ονόματι του χρήματός του, απαιτεί να διαμορφώσει τον δημόσιο χώρο – προς όφελός του φυσικά. Και το δικαιούται, σύμφωνα τουλάχιστον με τις κυρίαρχες δοξασίες των πολιτικών – είπαμε, η κοινωνία λειτουργεί σαν αγορά.

Τι να αντιτείνουν λοιπόν οι πολιτικοί στον επενδυτή–κερδοσκόπο, που αξιώνει πολιτική ισχύ, όταν οι ίδιοι του έχουν προσφέρει την αξίωση, κι όταν οι ίδιοι διατείνονται ότι θέλουν να διοικήσουν το κράτος σαν επιχείρηση; Εγκλωβισμένοι στα ιδεολογήματά τους, οι πολιτικοί–μάνατζερ είναι αναγκασμένοι να λοιδωρούνται από τον επενδυτή–μάνατζερ, ο οποίος τους υπενθυμίζει τη βαθύτερη αλήθεια της χρηματοπιστωτικής θρησκείας: Κυβερνά το χρήμα.

Οσο κι αν δεν εμπιστεύεσαι κάποιους πολιτικούς, όσο κι αν δεν εκτιμάς τις ικανότητές τους, όσο κι αν αμφιβάλλεις για την ανιδιοτέλειά τους, παρ’ όλ’ αυτά δεν μπορείς να ανεχθείς να ταπεινώνονται οι εκλεγμένοι από έναν πλούσιο μάνατζερ, από την Ανεξάρτητη Αρχή του Χρήματος. Διότι και το χρήμα έχει την ηθική του, υπόκειται σε περιορισμούς, υπακούει σε κανόνες· διαφορετικά, δεν μιλάμε για συντεταγμένη έλλογη δημοκρατία, με πρόνοιες και εξασφαλίσεις, αλλά για αρένα με μονομάχους και θηρία, για τον άλογο κόσμο του Κασπάρ Χάουζερ, όπου νικητής θα είναι ο τύραννος.

Χρέος της πολιτικής κοινωνίας είναι να υπερασπιστεί την πολιτική έναντι του αρρύθμιστου χρήματος, την ελεγχόμενη και λογοδοτούσα δημοκρατία έναντι του ανέλεγκτου και άπληστου πλούτου. Η συζήτηση διεθνώς, με αφορμή μάλιστα τη μεγάλη οικονομική κρίση, αφορά ακριβώς αυτή την ηθική ισορροπία, την κλονισμένη από τη χρηματοπιστωτική απληστία. Αυτό επισήμαναν την Παρασκευή 23 Μαΐου, σε κοινό τους άρθρο–μανιφέστο, με τίτλο «Δεν πρέπει να μας κυβερνά η χρηματοπιστωτική τρέλα» (ελληνικά, γαλλικά, αγγλικά) 14 από τους επιφανέστερους πολιτικούς της Ευρώπης, πρώην ηγέτες της Κομισιόν, καγκελάριοι και πρωθυπουργοί, υπουργοί Οικονομίας – ανάμεσά τους οι Χέλμουτ Σμιτ, Ζακ Ντελόρ, Μάσιμο ντ’ Αλέμα, Λ. Ζοσπέν, Μ. Ροκάρ κ.ά. Στο κείμενό τους επανέρχονται διαρκώς «ξεχασμένες» λέξεις: Ρύθμιση, ηθική, παρέμβαση, ανισότητα, ό,τι πολεμήθηκε λυσσαλέα από τον δαρβινισμό της κερδοσκοπίας. «Ο κόσμος του χρηματοπιστωτικού συστήματος έχει συσσωρεύσει μια γιγαντιαία μάζα πλασματικού κεφαλαίου, η οποία όμως δεν βελτιώνει παρά ελάχιστα την ανθρώπινη ύπαρξη και τη διατήρηση του περιβάλλοντος» – αυτά τα λόγια δεν προέρχονται από ουτοπιστές ακαδημαϊκούς, αλλά από ανθρώπους που όρισαν τη μοίρα της Ευρώπης για πολλά χρόνια.

Το κείμενο των «14» είναι ιστορικής σημασίας. Δείχνει ότι η πολιτική στην Ευρώπη είναι ζωντανή ακόμη, ότι διεκδικεί τον ζωτικό της χώρο, αυτόν που είχε εκχωρήσει στις τράπεζες και σε θολά στρατηγήματα περί ανταγωνιστικότητας. Δείχνει επίσης ότι οι πρωτεργάτες των σιδερένιων συμφώνων σταθερότητας κάνουν εμμέσως την αυτοκριτική τους, όταν διαπιστώνουν: «Το 2000 είχαμε συμφωνήσει να κάνουμε την Ευρωπαϊκή Ενωση την πιο ανταγωνιστική περιοχή του κόσμου. Η φιλοδοξία αυτή επαναβεβαιώθηκε το 2005. Πρέπει να εγγυηθούμε πως η ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης θα υποστηρίζεται και δεν θα υποσκάπτεται από τις χρηματοπιστωτικές αγορές».

Οι δικοί μας πολιτικοί ηγέτες, οι καθηλωμένοι σε παλαιά ιδεολογήματα, οι λοιδορούμενοι πλέον από τα θηρία της αγοράς που και οι ίδιοι εξέθρεψαν, ας σπεύσουν να μελετήσουν και να κατανοήσουν το κείμενο των 14 συναδέλφων τους. Ισως νιώσουν την ανάγκη της επανόδου στην πολιτική.

Καθημερινή 01.06.2008
Advertisements