H Πρωτομαγιά και τα σαραντάχρονα από τον Μάη του ‘68 συμπίπτουν με μια διάχυτη ανησυχία για τις αυξανόμενες τιμές των βασικών αγαθών, για την κούρσα του πετρελαίου, για το φάσμα του λιμού στον Τρίτο Κόσμο, για το ξεζούμισμα του πλανήτη. Σαράντα χρόνια από το πανηγύρι της ουτοπίας, το φλερτ με το απόλυτο, την ψυχεδέλια και τον ηλεκτρικό λυρισμό, μία γενιά μόλις από τη γιορτή, μισή γενιά από τη λήξη του ψυχρού πολέμου, η ανθρωπότητα ζαρώνει σκεφτική, ακόμη και φοβισμένη, ενώπιον των πρωταρχικών αναγκών: το φαϊ, η ενέργεια, η επιβίωση στον πλανήτη.

Δεν έμεινε τίποτε λοιπόν; Χάθηκαν όλα; Πού πήγε η κληρονομιά του Μάη, των χρόνων της εξέγερσης και της ουτοπίας, του φλερτ και του χιππισμού; Δεν χάθηκε. Μπορεί το λεξιλόγιο να ακούγεται εξωφρενικό και αφελές, μπορεί κάποιες ιδέες να συκοφαντήθηκαν, να υπερερμηνεύτηκαν και να απολιθώθηκαν, αλλά η αναζήτηση της ουτοπίας παραμένει ζωντανή κληρονομιά, στο μέτρο που κάθε άγγιγμα της ουτοπίας, κάθε ρήξη με τη σφαίρα της ανάγκης, αλλάζει για πάντα τη σκέψη των ανθρώπων. Αλλάζει τον τρόπο που βλέπουν οι άνθρωποι τους εαυτούς τους, τον τρόπο που αντιμετωπίζουν τον χρόνο, τη θνητότητα, την επιθυμία, το παρόν.

Τίποτε δεν είναι ίδιο μετά το Μάη ― τον καλιφορνέζικο, τον γαλλικό, τον γερμανικό, τον ιταλικό, τον τσέχικο. Ακόμη και οι σημερινοί τινέιτζερ, βλαστοί του πιο ακραίου υλισμού, τέκνα του θριαμβεύοντος τεχνικού πολιτισμού, συγκινούνται με τον “τότε” ηλεκτρισμό του Χέντριξ, αποκωδικοποιούν τον αναρχικό σαρκασμό του Ζάππα, διαβάζουν τις δυστοπίες του Φίλιπ Ντικ, παρακολουθούν έκθαμβοι τα αναπάντητα ερωτήματα του Κιούμπρικ στην «Οδύσσεια του διαστήματος». Τα έργα τέχνης της ρήξης παραμένουν δραστικά· άρα, τολμώ να συμπεράνω, παραμένει δραστική και η αύρα της ουτοπικής γιορτής.

Η αύρα ήταν δραστική και πανίσχυρη, σαγηνευτική και απόλυτη, όλα τα χρόνια του ‘70, ακόμη και στις αρχές του ‘80. Διαμόρφωσε συνειδήσεις και συμπεριφορές, άλλαξε τη σεξουλικότητα, τα ντυσίματα, τα φερσίματα· έφερε στο προσκήνιο ξαναεπινοημένο τον ρομαντισμό, κι από κει βλάστησε η οικολογική συνείδηση, η διερώτηση και η αμφισβήτηση για την αώνια πρόοδο, η έγνοια για τον Αλλο. Παρά την σωρευμένη αφέλεια, ή κιόλας εξαιτίας αυτής ακριβώς της ρομαντικής αφέλειας, η πολιτική ζωή μπολιάστηκε με μοσχεύματα αυτοδιεύθυνσης και αποκέντρωσης, προστέθηκαν στην ατζέντα καινοφανείς έννοιες: εναλλακτικοί, πράσινοι, πρωτοβουλίες πολιτών, fair trade, βιολογικές καλλιέργειες, βιώσιμη ανάπτυξη. Ο,τι σήμερα αποτελεί το πιο προωθημένο μέρος της ατζέντας της Ευρωπαϊκής Ενωσης, φύτρωσε σε εκείνα τα θερμοκήπια της ουτοπίας, όταν οι κυρίαρχοι λόγοι της ψυχροπολεμικής Δεξιάς και του αγκυλωμένου σταλινισμού χλευάστηκαν και γκρεμίστηκαν.

Η Παλινόρθωση φυσικά επεβλήθη πολύ σύντομα ― κι όχι μόνο με την συμβολική επανάκαμψη του πατριώτη Ντε Γκωλ. Η Ιταλία τη δεκαετία του ‘70 οδηγήθηκε στον εμφύλιο· η Γερμανία βίωσε οδυνηρά το δικό της φθινόπωρο του ένοπλου. Οι γιορτές της ουτοπίας έχουν κι αυτές τον δικό τους Θερμιδώρ, ο οποίος εξελίχθηκε βουβά και στα μικροπεδία, πάνω στις ζωές των πρωταγωνιστών: η επάνοδος στην κανονικότητα μετά τη βακχεία δεν ήταν πάντα εφικτή· η αναχώρηση, η κατάθλιψη, η ήττα, ο αυτοχειριασμός βάδισαν πλάι πλάι με τον συμβιβασμό, τη μεταμόρφωση ή τον ακτιβισμό νέου τύπου.

Ομως το φως παραμένει αναμμένο. Οπως τα φώτα του 1789, όπως τα φώτα της Κομμούνας, τα φώτα της ελεύθερης Βαρκελώνης, οι φωτιές του 1917, όπως όλα τα φώτα που καταυγάζουν το φαντασιακό και το μετασχηματίζουν, κάνοντας τους ανθρώπους να ξεπεράσουν τους εαυτούς τους και να ονειρευτούν τον χρόνο, την υλικότητά τους, τις λεηλατημένες ζωές τους αλλιώς. Τα φώτα αυτά μπορούν και να κατακάψουν, να φέρουν αχαλίνωτη βία, να ελευθερώσουν καταστροφικές ενορμήσεις, να εδραιώσουν την τρομοκρατία του δόγματος και της μιάς αλήθειας. Ναι, η σκοτεινή πλευρά είναι πάντα παρούσα, σε κάθε ουτοπικό ξέσπασμα, από τους αναβαπτιστές χωρικούς του Μύνστερ που σφαγιάστηκαν αφού πρώτα είχαν φτάσει την ελευθερία τους στο όριο θραύσεως, έως τo παράδοξο της βραχύβιας αναρχοφασιστικής πολιτείας του Φιούμε όπου ο ποιητής Ντ’ Ανούντσιο ενέπνεε και τρομοκρατούσε στασιαστές και τυχοδιώκτες.

Αλλά αυτά τα φώτα, οσοδήποτε δραματικά και αντιφατικά, είναι εξόχως πλούσια, αυτά φωτίζουν τον δύσθυμο καιρό μας. Ο σαραντάχρονος Μάης είναι τέτοιο φως.

Ένα βλέμμα, Καθημερινή 04.05.2008

buzz it!

Advertisements