«Αν είναι κρεμασμένα αρκετά μακριά στο μουσείο, γίνονται αληθινά». Κάπως έτσι περιγράφει τα αριστουργηματικά πλαστά του έργα ο διάσημος πλαστογράφος Elmyr de Hory στην ταινία του Ορσον Ουέλς «F for Fake», το κορυφαίο ντοκιμαντέρ για τον περίφημο Ούγγρο ζωγράφο και παραχαράκτη, αλλά και μια ανυπέρβλητη σπουδή για την αλήθεια και το ψέμα, την τέχνη και τις αναπαραστάσεις της, το πώς ορίζεται η αξία του έργου τέχνης. Θυμήθηκα την ταινία, με αφορμή τις αποκαλύψεις της «Κ» για τα πλαστά που φιγουράρουν λουσάτα στους καταλόγους των μεγάλων δημοπρασιών, κι από κει, έναντι μερικών εκατοντάδων χιλιάδων, βρίσκονται κρεμασμένα σε τοίχους επαύλεων, «αρκετά μακριά», ώστε να γίνονται αληθινά.

Και δεν μπορώ να θυμηθώ πια πόσες φορές με έχουν ρωτήσει για πλαστά, για «κελεπούρια», για φτηνά έργα που θα πάρουν αξία στο μέλλον, για επενδυτικές ευκαιρίες, για το αν αξίζει να αγοράζεις από γκαλερί ή από δημοπρασίες, για το πώς αποφεύγεις τους «μεσάζοντες» κ.ο.κ. Η περιέργεια για τις τιμές και για τα πλαστά ξεπερνιέται μόνο από την αντίστοιχη απορία για το τι είναι τέχνη, ιδίως στα δύσβατα τοπία της contemporary: Μα είναι τέχνη αυτό το πράγμα;

Εχω υποκύψει κάμποσες φορές στον πειρασμό να εξηγήσω –μάλλον, να περικυκλώσω– το τι είναι τέχνη σήμερα, και ποια είναι η εμπορική αξία των έργων. Σχεδόν ποτέ δεν έχω καταφέρει να απαντήσω ευθέως –μόνο περικυκλώσεις σκαρώνω, με υπαρξιακές και μεταφυσικές παρεκβάσεις, ατελέσφορα…

F for Fake

Μα κι ο Ουέλς ερωτήσεις θέτει, αδυσώπητα: «Είναι ωραίο, μα είναι τέχνη; Πώς αποτιμάται; Η αξία εξαρτάται από μια γνώμη, η γνώμη εξαρτάται από έναν ειδικό, ένας πλαστογράφος σαν τον Elmyr βγάζει ανόητους τους ειδικούς – άρα ποιος είναι ειδικός; Και ποιος ο πλαστογράφος;»

Ο Elmyr de Hory ζωγράφιζε δεξιοτεχνικά Πικάσο και Ματίς, Ρενουάρ και Μοντιλιάνι, μα δεν αντέγραφε έργα, αντέγραφε τρόπο, ζωγράφιζε με τον τρόπο των μαέστρων καινούργια έργα, τόσο δεξιοτεχνικά που ξεγελούσε επί δεκαετίες τους ειδικούς στον Πικάσο, τα μουσεία και φυσικά τους άπληστους συλλέκτες που πάντα αναζητούν «ευκαιρίες». Ο de Hory πρόσφερε ευκαιρίες σε αυτούς που τις είχαν ανάγκη, μάλιστα αριστοτεχνικά φτιαγμένες και χωρίς ποτέ να βάζει υπογραφή.

Ενας συλλέκτης, ο σημαντικότερος Ελληνας συλλέκτης εν ζωή, μου είπε προ ετών για τις ευκαιρίες: «Δεν υπάρχουν σπουδαία έργα σε τιμή ευκαιρίας. Ποτέ δεν υπήρχαν. Ποτέ η καλή τέχνη δεν ήταν φτηνή. Και ποτέ ένα καλό έργο δεν ανεβάζει την τιμή του όσο άλλες αξίες. Πριν από 40 χρόνια ένας καλός Παρθένης κόστιζε όσο ένα μεγάλο διαμέρισμα στην περιοχή των Ανακτόρων –σήμερα το διαμέρισμα κοστίζει δύο ή και τρεις φορές παραπάνω από το έργο».

Αυτή η κουβέντα ξεκαθάρισε μέσα μου το τι είναι «ευκαιρία», τι είναι τιμή ενός έργου, πώς διαμορφώνονται οι φούσκες, οι προσδοκίες, η ζήτηση, η προσφορά που καλύπτει τη ματαιόδοξη, την άπληστη ζήτηση. Κι έτσι καταλαβαίνουμε πόσο πολύ η αγορά τέχνης στηρίζεται στην ψυχολογία, όπως και το χρηματιστήριο: η ζήτηση κατασκευάζεται, η προσφορά ακολουθεί. Στα Greek Sales το φρέσκο χρήμα γυρεύει να αγοράσει, στα γρήγορα, συμβολικές αξίες, αναζητεί το γρήγορο πατινάρισμα, έναν old master να κοσμεί το σαλόνι – κρεμασμένος αρκετά μακριά ώστε να είναι αληθινός. Αληθινός, παλιός, αξιοσέβαστος, να διαχέει το κύρος του και την πατίνα. Μια θαλασσογραφία του Βολανάκη προσθέτει παρελθόν στο νεοναυτιλιακό χρήμα – μια ηθογραφία προσκομίζει αστική καταγωγή – ένας μοντέρνος δίνει λούστρο κουλτούρας.

Η τέχνη αποσπασμένη από τις ζωτικές της συμφράσεις (από τον υπαρξιακό-μεταφυσικό πυρήνα που λέγαμε, από τις οργανικές συμφύσεις της με τη ζωή, με τους ανθρώπους κ.λπ.), απολήγει έτσι σε δημοπρατούμενο commodity, σε αντικείμενο κερδοσκοπίας. Εργα θέλουν; Εργα θα έχουν. Κι αν δεν αρκούν όσα υπάρχουν; Θα φτιάξουμε άλλα. Η προσφορά ποτέ δεν σταματά.

Δευτεράντζες, λανθάνοντα, αμφιβόλου προελεύσεως, καταφανώς πλαστά, όλα βαφτίζοντα property of a gentleman, ξεπλένονται σε μια μισοέκθεση, σε μια δημοπρασία, και βρίσκουν τη νέα θέση τους: από μακριά, όλα είναι αληθινά.

Ένα βλέμμα, Καθημερινή 20.04.2008

buzz it!

Advertisements