Πριν από χρόνια, όταν η μάνα του τριπλοχρυσωμένου Πύρρου Δήμα ρωτήθηκε τι θα ευχόταν για τον γιο της, αν το θυμάμαι καλά, είχε πει μεταξύ άλλων:«Να μην πονάει το παιδάκι μου…» Τόσο απλά. Η μάνα ήξερε κάτι βαθύτερο για τους αγώνες του παιδιού της, το ουσιωδέστερο: τον πόνο του πρωταθλητισμού.

Κι άλλοι ήξεραν. Πολλοί, πάρα πολλοί. Και όλοι βλέπαμε: ρεκόρ, πόνους, εξαφανίσεις, επανεμφανίσεις. Κι όλοι –σχεδόν– μετρούσαμε μετάλλια, χωρίς να μετράμε τον πόνο και την υποκρισία.

Αφού όλοι έτσι κάνουν… Ναι έτσι διεξάγεται η θήρα μεταλλίων. Με υποκρισία, με ντόπα, με υπέρβαση των ορίων, με πόνο. Κι έτσι ακριβώς οι στίβοι, τα κολυμβητήρια, τα γήπεδα, οι παλαίστρες, τα παρκέ και τα ταπί, έγιναν αρένες με θηρία. Εφεδρίνη, αναβολικά, κόκα, συμπληρώματα διατροφής, ενισχυτικά δύναμης – οι ουσίες δεν έχουν σημασία, σημασία έχει η υποκατάσταση: ο αθλητισμός έγινε πρωταθλητισμός, και ο πρωταθλητισμός έγινε σόου στην αρένα, και η αρένα τροφοδοτεί έναν τρελό χορό εκατομμυρίων. Οι Ολυμπιακοί δεν διαφέρουν πια από το ΝΒΑ, άλλωστε επαγγελματίες σόουμεν συγκροτούν πια τις ολυμπιακές ομάδες κι όλοι οι αθλητές σε αυτές τις κατηγορίες είναι επαγγελματίες που αγωνίζονται για τη φανέλα του σπόνσορα, όπου σπόνσορας είναι πια αξεδιάλυτα η κρατική μηχανή πολιτικής προπαγάνδας και η βιομηχανία.

Η ντόπα είναι το λίπασμα της πλανητικής σπορ-μπίζνες, όπως η κόκα είναι η συνεκτική ουσία στη σόου μπιζ. «Δείξε μου ένα οποιοδήποτε μεγάλο δίσκο του ροκ και θα σου πω πόση κόκα βρίσκεται από πίσω του», είχε πει προ πολλών ετών μια κορυφαία καλλιτέχνις του ροκ, η Τζόνι Μίτσελ. Οι ρομαντικοί ήρωες του ροκ, αυτοί που πέθαναν νέοι, πήγαν όλοι από overdose, λυγισμένοι από τη φήμη, την ταχύτητα και το ξέφρενο φλερτ με τα όρια. Κι ήταν όλοι προικισμένοι.

Στην υστερονεωτερική σφαίρα της ποπ κουλτούρας, των μαζικών συνευρέσεων, του μαγευμένου θεατή, των μητροπολιτικών υποκειμένων, του απεγνωσμένου ατομικισμού, της διασκέδασης μέχρι θανάτου, οι ουσίες είναι θεμέλια, δομικοί λίθοι και συνδέουσα ύλη.

Τα οπιούχα και τα ψυχοδηλωτικά είναι το εισιτήριο για την παγανιστική εμπειρία του ροκ, για το ρομαντικό παρανάλωμα επί σκηνής, για το ποπ βεγγαλικό· από τα αθώα και ιδεολογικά ’60s έως τα dj sampling των ημερών μας. Η ντόπα είναι η μυητήρια ουσία για τις μεγάλες επιδόσεις, για τα χρυσά, για την αρένα· μόνο με αυτή μένεις μέσα στο παιχνίδι. Και στις δύο περιπτώσεις, επιδιωκόμενο είναι η διεύρυνση· διεύρυνση της ευαισθησίας, της αντίληψης, της δύναμης, της αντοχής. Λύσσα για τη σκηνή, γιατί εκτός σκηνής δεν είσαι τίποτε.

Αυτός ο καλλιτέχνης–σταρ, αυτός ο αθλητής–τσάμπιον, είναι δραματικά πρόσωπα, παίζουν τους διεσταλμένους εαυτούς τους, ανθρώπους πέρα απ’ το όριο. Κι είναι σκοτεινοί ρομαντικοί ήρωες, αλλά και ενεργούμενα, μονομάχοι που κατεβαίνουν στην αρένα για να σκίσουν σάρκες, τις δικές τους. Στις αφετηρίες και στο φίνις, στους πανηγυρισμούς με τις σημαίες, στα μπιζ και στα ανκόρ των σταδίων, χαιρετούν σιωπηρά: «Ave Caesar, morituri te salutant». Καίσαρ είναι το πλήθος, το καλωδιωμένο πλήθος του πλανήτη, Καίσαρ είναι η τηλεθέαση, οι σπόνσορες, η βιομηχανία, οι ατζέντηδες, η ροή του προγράμματος, η οικονομία του θεάματος, Καίσαρες είμαστε εμείς. Οι μελλοθάνατοι ζητούν παράταση χρόνου και προσφέρουν μυώνες, δύναμη, πόνο, ιδρώτα, τέχνη, συγκίνηση, το σώμα τους και την ψυχή τους. Ολα.

Σε αυτή την αρένα, σε αυτή τη συνθήκη global ανθρωποθυσίας, αν κάποτε στάξει μια ουσία, οι Καίσαρες αποστρέφουν το βλέμμα από τον Μίστερ «ένοχο δείγμα», από την Μις Λιώμα Γουάινχαουζ, και τους αφήνουν βορά στις ύαινες της υποκρισίας. Οι Καίσαρες, εμείς, και ο καισαρο-ποπ κόσμος μας δεν θέλουν να ξέρουν τίποτε πάρεξ σπιντ και θέαμα. Και αίμα.

Σαν την τέχνη του Kοσταρικανού καλλιτέχνη Guillermo «Habacuc» Vargas με το σκυλί που εκτίθεται πεθαίνοντας: το σοκ του θανάτου. Σ’ ένα κοινό βαριά εθισμένο στην τέχνη–σοκ, στην οπτικοακουστική τεκμηρίωση της βίας και του πόνου, σε ανατριχιαστικά βίντεο, η τέχνη γίνεται snuff, ο θάνατος γίνεται live show, αισθητικοποιείται. Kαι αρέσει.

Ένα βλέμμα, Καθημερινή 13.04.2008

buzz it!

Advertisements